Legislator Case Law & Legislation
166/2020 AI generated

166/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 166/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 166 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 166/2020

Legislator headnote

AI generated

166/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 166 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 166/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 166 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 166/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. Ψ. του Β., κατοίκου ... και 2) Α. συζ. Ε. Ψ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νινόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Β., κατοίκου ..., ατομικά και ως διαχειριστή της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Βοργιοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1153/2011 μη οριστική και 1355/ 2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 792/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 792/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 664-661 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το Ν. 4335/2015), κατά την οποία δικάζονται και οι διαφορές του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ανακύπτουν ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους αυτής. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 18-6-2009 (αριθμ. καταθ. ...32/4500/2009) αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και κατά της υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ ΟΕ", ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκε ότι είναι ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας και νόμιμα εκλεγείς διαχειριστής της επί της οδού ..., στην ..., κείμενης πολυκατοικίας, η οποία υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και οι σχέσεις των συνιδιοκτητών ρυθμίζονται από τον με αριθμό 8221/1956 Κανονισμό πολυκατοικίας. Ότι οι δύο πρώτοι των εναγομένων (ήδη αναιρεσείοντες) είναι συνιδιοκτήτες των αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών (καταστημάτων) του υπογείου ορόφου (η υπό στοιχείο Κ-1) και του ισογείου ορόφου (οι υπό στοιχεία Κ-2, Κ-3, Κ-4, Κ-5 και Κ-6), τις οποίες έχουν εκμισθώσει στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία για τη στέγαση επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος (αναψυκτηρίου) και ότι η εν λόγω μισθώτρια το καλοκαίρι του 2007, παράνομα και αυθαίρετα, χωρίς την απαιτούμενη από τον Κανονισμό ομόφωνη απόφαση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, προέβη στις περιγραφόμενες στην αγωγή οικοδομικές εργασίες επί των αναφερομένων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της πολυκατοικίας, προσαρμόζοντας αυτά στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των δύο πρώτων εναγομένων, με αποτέλεσμα να παρακωλύεται η σύγχρηση των κοινοχρήστων αυτών χώρων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι: Ι. Α] να απελευθερώσουν τον κοινόχρηστο χώρο εισόδου προς την κοινόχρηστη κλίμακα υπηρεσίας της πολυκατοικίας και τον χώρο εγκατάστασης αυτής [κλίμακας], συνολικής επιφανείας 5,12 τ.μ., ήτοι 1] να αποσφραγίσουν τον κοινόχρηστο χώρο εγκατάστασης της κλίμακας υπηρεσίας από το έδαφος του ισογείου μέχρι την οροφή της πλάκας του 1ου ορόφου, 2] να ανακατασκευάσουν μέρος του εξωτερικού κοινοχρήστου τοίχου του υπό στοιχεία Κ-2 καταστήματος προς την πλευρά του κοινοχρήστου χώρου εισόδου της κλίμακας υπηρεσίας, με το οποίο συνορεύει αυτό βορειοανατολικά και δη από την κοινόχρηστη στοά έως την έναρξη της κοινόχρηστης κλίμακας υπηρεσίας μήκους 1,70 μ. καθώς και μέρος του εξωτερικού κοινοχρήστου τοίχου του άνω υπό στοιχεία Κ3 καταστήματος προς την πλευρά του κοινοχρήστου χώρου εισόδου υπηρεσίας, με τον οποίο συνορεύει αυτό νοτιοδυτικά και δη από την κοινόχρηστη στοά έως την έναρξη της κοινόχρηστης κλίμακας υπηρεσίας μήκους 1,70 μ., ώστε να αποκατασταθεί στην προτέρα κατάσταση η είσοδος από την κοινόχρηστη στοά προς την κοινόχρηστη κλίμακα υπηρεσίας, πλάτους 1,60 μ. και μήκους 1,70 μ., συνολικής επιφανείας 2,72 τ.μ., 3] να προβούν στον εξωτερικό χρωματισμό των κοινόχρηστων τοίχων του κοινόχρηστου χώρου εισόδου και της εγκατάστασης της κλίμακας υπηρεσίας, επαναφέροντάς την στην προτέρα κατάσταση της πλήρους και ακώλυτης χρήσης της από τους συνιδιοκτήτες και λειτουργίας της κατά τα κατασκευαστικά σχέδια. Β. 1] Να αποδώσουν στην κοινή χρήση την κοινόχρηστη στοά συνολικού εμβαδού 50,22 τ.μ., ανακατασκευάζοντας τους εξωτερικούς τοίχους των υπό στοιχεία Κ1, Κ2, Κ3, Κ4 και Κ5 ισόγειων καταστημάτων προς την πλευρά της κοινόχρηστης στοάς, με την οποία συνορεύουν στα δεξιά του εισερχόμενου σε αυτήν και τον εξωτερικό τοίχο του υπό στοιχεία Κ6 ισόγειου καταστήματος προς την πλευρά αυτής με την οποία συνορεύει αυτό, στα αριστερά του εισερχόμενου σε αυτήν, φράσσοντας τα παράνομα και αυθαίρετα ανοίγματα, που οι εναγόμενοι έχουν διανοίξει στους εξωτερικούς τοίχους των ως άνω καταστημάτων, 2] να προβούν σε εξωτερικούς χρωματισμούς των κοινόχρηστων τοίχων της κοινόχρηστης στοάς από την οδό ..., 3] να αφαιρέσουν από την πρόσοψη της κοινόχρηστης στοάς και δη από την οδό Δ. την ξύλινη πόρτα εισόδου αυτής για να είναι ελεύθερη η είσοδος σε αυτήν (στοά), 4] να αφαιρέσουν την ξύλινη επένδυση και τα λοιπά αντικείμενα από τη στοά και τον ακάλυπτο χώρο (κήπο), 5] να παραδώσουν στον ενάγοντα, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, τα κλειδιά της θύρας στην έξοδο της κοινόχρηστης στοάς προς τον ακάλυπτο χώρο (κήπο), επαναφέροντας αυτήν στην προτέρα κατάσταση και

ΙΙ. Να αποδώσουν τον κοινόχρηστο χώρο εισόδου της κλίμακας υπηρεσίας, συνολικού εμβαδού 5,12 τ.μ., την κοινόχρηστη στοά συνολικού εμβαδού 50,22 τ.μ. καθώς και τη χρήση του κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου-κήπου της πολυκατοικίας στην συνιδιοκτησία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1153/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, μετά το πέρας της οποίας, ο ενάγων επανέφερε την αγωγή προς συζήτηση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1355/2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους α) να απελευθερώσουν τον κοινόχρηστο χώρο εισόδου προς την κοινόχρηστη σκάλα υπηρεσίας της πολυκατοικίας και το χώρο εγκατάστασης αυτής (σκάλας) συνολικής επιφανείας 5,12 τ.μ., αποσφραγίζοντας τον κοινόχρηστο χώρο εγκατάστασης της σκάλας υπηρεσίας από το έδαφος του ισογείου μέχρι την οροφή της πλάκας του πρώτου ορόφου, ώστε να αποκατασταθεί η λειτουργία και η χρήση της σκάλας στο σημείο αυτό, ήτοι από το ισόγειο προς το υπόγειο και προς τους λοιπούς πάνω από αυτό (ισόγειο) ορόφους της πολυκατοικίας και αντίστροφα, καθώς και την έξοδό της προς την οδό Δ., β) να αποδώσουν στον ενάγοντα τον κοινόχρηστο ισόγειο χώρο εισόδου της σκάλας υπηρεσίας, συνολικής επιφανείας 5,12 τ.μ., καθώς και τη χρήση του κοινόχρηστου ακάλυπτου και γ) να απομακρύνουν τα πράγματα, τα οποία έχουν εναποθηκεύσει στον ακάλυπτο χώρο-κήπο της ως άνω πολυκατοικίας. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών τις από 17-11-2014 και με αριθμό κατάθεσης 8158/2014 (οι εναγόμενοι) και την από 30-9-2016 και με αριθμό κατάθεσης 3950/2016 (ο ενάγων) εφέσεις, με τις οποίες ζήτησαν να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και οι μεν εναγόμενοι να απορριφθεί η αγωγή, ο δε ενάγων να γίνει αυτή δεκτή στο σύνολό της. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 792/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 17-11-2014 έφεση των εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 30-9-2016 έφεση του ενάγοντος και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση και δίκασε επί της από 18-6-2009 αγωγής, απέρριψε αυτήν ως προς την τρίτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους και υποχρέωσε αυτούς, "όπως εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την επίδοση σε αυτούς επιταγής προς εκτέλεση της παρούσας απόφασης: Α] να αποδώσουν στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών της κείμενης στην ... και επί της οδού ... πολυκατοικίας, εκπροσωπουμένων από τον νομίμως εκλεγέντα ενάγοντα διαχειριστή της πολυκατοικίας τα εξής κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη αυτής, ήτοι την "ΣΤΟΑ ..." ή "ΣΤΟΑ ..." εμβαδού 50,22 τ.μ. (διαστάσεων 18,60 χ 2,70 μ.), το χώρο εισόδου προς τη μεταλλική σκάλα υπηρεσίας και το χώρο εγκατάστασης αυτής, συνολικού εμβαδού 5,12 τ.μ. (διαστάσεων 3,20 χ 1,60 μ.), καθώς και τον ακάλυπτο χώρο (κήπο) της πολυκατοικίας, Β.α] να αποσφραγίσουν το χώρο εγκατάστασης της ως άνω μεταλλικής κλίμακας υπηρεσίας από το επίπεδο του ισογείου μέχρι την οροφή της πλάκας του 1ου ορόφου, β) να ανακατασκευάσουν τμήμα μήκους 1,70 μ. του εξωτερικού κοινόχρηστου τοίχου του υπό στοιχ. Κ2 καταστήματος προς την πλευρά του κοινόχρηστου χώρου εισόδου προς την κλίμακα υπηρεσίας, με τον οποίο συνορεύει βορειοανατολικά και δη από την κοινόχρηστη στοά έως την έναρξη της κλίμακας υπηρεσίας, καθώς και τμήμα 1,70 μ. του εξωτερικού κοινόχρηστου τοίχου του υπό στοιχ. Κ3 καταστήματος προς την πλευρά του χώρου εισόδου προς την κλίμακα υπηρεσίας με τον οποίο συνορεύει νοτιοδυτικά και δη από την κοινόχρηστη στοά έως την έναρξη της κλίμακας υπηρεσίας, γ) να επαναφέρουν στην προτέρα κατάσταση και να αποκαταστήσουν τον χρωματισμό των εξωτερικών κοινόχρηστων τοίχων της κλίμακας υπηρεσίας, δ) να ανακατασκευάσουν τους εξωτερικούς κοινόχρηστους τοίχους των υπό στοιχεία Κ2, Κ3, Κ4 και Κ5 καταστημάτων του ισογείου, που είναι σε επαφή με τη στοά, στα δεξιά του εισερχόμενου καθώς και τον εξωτερικό κοινόχρηστο τοίχο του υπό στοιχεία Κ6 καταστήματος του ισογείου, που είναι σε επαφή με τη στοά, στα αριστερά του εισερχόμενου, ε) να επαναφέρουν στην προτέρα κατάσταση και να χρωματίσουν τους κοινόχρηστους τοίχους της στοάς, Γ) να αφαιρέσουν την ξύλινη θύρα εισόδου της στοάς επί της οδού Δ., την ξύλινη επένδυση αυτής, καθώς και να απομακρύνουν τα εντός της στοάς και στον ακάλυπτο χώρο (κήπο) της πολυκατοικίας ευρισκόμενα αντικείμενα, παραδίδοντας τα κλειδιά της θύρας εξόδου προς τον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας στον ενάγοντα διαχειριστή". Κατά της αποφάσεως αυτής του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι βάλλουν με την κρινόμενη αίτησή τους για αναίρεση της εν λόγω απόφασης, για τους λόγους που αναφέρουν σε αυτήν, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν για το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α', 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να κάνει ακώλυτη χρήση τούτων και να προβαίνει στην επισκευή και ανανέωση αυτών, αρκεί να μην βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών. Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής γίνεται με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία. Μπορεί, επίσης, με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε έναν ή και περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων. Αν δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα ¨superficies solo cedit¨, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000, ΑΠ 1501/2011). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο, όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε (ΑΠ 749/2017, ΑΠ 437/2005). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 118 περ. 4 και 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο του από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενου αναιρετικού λόγου της παραμόρφωσης του περιεχομένου μετ' επικλήσεως προσκομισθέντος εγγράφου, πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, α) το έγγραφο και το περιεχόμενό του που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το περιεχόμενο το οποίο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το εν λόγω έγγραφο, γ) την επίδραση της παραμόρφωσης στο διατακτικό της απόφασης και δ) η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του στο δικαστήριο (ΑΠ 662/2014, ΑΠ 333/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, συνιστάμενη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο, με το να αποφανθεί ότι η επίδικη στοά είναι κοινόκτητη και κοινόχρηστη, βάσει 1) της συστατικής της οροφοκτησίας (αριθμ. 8221/1956) συμβολαιογραφικής πράξης (Μέρος πρώτο στοιχ. β' αριθμ. 2 και Μέρος δεύτερον υπό τον τίτλο "Λεπτομερής περιγραφή και διαίρεσις του κτιρίου") και 2) του άρθρου 13 του Κανονισμού της Πολυκατοικίας (ο οποίος εμπεριέχεται στην ως άνω πράξη), υπέπεσε στην πλημμέλεια της λανθασμένης αναγνώσεως των άρθρων αυτών, καθόσον δεν αναφέρεται σε αυτά ότι η επίδικη στοά εντάσσεται στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της πολυκατοικίας. Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο των ανωτέρω άρθρων και των λοιπών άρθρων της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης και του Κανονισμού της Πολυκατοικίας και η επίδραση αυτών στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Αντίθετα, το Εφετείο, την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής ως προς το ότι η επίδικη στοά είναι κοινόκτητη και κοινόχρηστη, δεν τη στήριξε μόνο στα ως άνω έγγραφα, αλλά τη σχημάτισε, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 1/2013, ΑΠ 454/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τα θέματα της επίδικης στοάς και της επίδικης κλίμακας: "Ο ενάγων είναι ιδιοκτήτης μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) με στοιχ. Γ-8 μετά της υπ' αριθμ. 8 υπόγειας αποθήκης, που βρίσκεται στον τρίτο υπέρ το ισόγειο όροφο της πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των ..., στη θέση ¨...¨ της περιοχής ... και επί της οδού ..., αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και έξι (6) υπέρ το ισόγειο ορόφους και δώμα... Είναι, επίσης, διαχειριστής της ως άνω πολυκατοικίας, εκλεγείς νομίμως, δυνάμει της από 5-12-2008 σχετικής απόφασης της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών και των από 28-11-2013, από 7-3-2016 και από 12-10-2017 αποφάσεων της ίδιας ως άνω Συνέλευσης. Η εν λόγω πολυκατοικία διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, οι δε σχέσεις των συνιδιοκτητών ρυθμίζονται από τον υπ' αριθμ. 8221/1956 Κανονισμό της Πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου ... Χ. Κ., νομίμως μεταγραφείς στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών. Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι έχουν στην αποκλειστική τους κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του υπ' αριθμ. 69084/2001 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Α. Τ. Π., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυκακείου, τις εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες: 1) το υπό στοιχ. Κ1 κατάστημα (αποθήκη) του υπογείου, επιφανείας 56,40 τ.μ..., 2) το υπό στοιχ. Κ2 ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 22,50 τ.μ..., 3) το υπό στοιχ. Κ3 ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 10,00 τ.μ..., 4) το υπό στοιχ. Κ4 ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 10,90 τ.μ..., 5) το υπό στοιχ. Κ5 ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 12,50 τ.μ... και 6) το υπό στοιχ. Κ6 ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 19,70 τ.μ.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ στοιχ. β αρ. 2 της προδιαληφθείσας συστατικής της οροφοκτησίας πράξεως ορίζονται τα εξής: ¨Οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι και έργα είναι ολόκληρον το οικόπεδον, εφ' ού το όλον κτίριον, ως τούτο ανωτέρω περιγράφεται κατ' έκτασιν και όρια είτε καλύπτεται δι' οικοδομής, είτε είναι ακάλυπτον, οι φωταγωγοί, οι θεμελιώσεις της οικοδομής, οι προς τας οδούς εξωτερικοί τοίχοι και οι προς τας γειτονικάς ιδιοκτησίας μεσότοιχοι και τοίχοι προς εσωτερικάς αυλάς κατά τα τμήματα αυτών τα κείμενα εντός των ορίων του οικοπέδου, ολόκληρος ο εκ σιδηροπαγούς σκυροδέματος σκελετός της οικοδομής, η κυρία είσοδος του κλιμακοστασίου, το κλιμακοστάσιον του υπογείου και ορόφων, η εγκατάστασις ηλεκτρικού αναβατήρος, το μηχανοστάσιον, αι εγκαταστάσεις της κεντρικής θερμάνσεως μετά πάντων των παραρτημάτων, εξαρτημάτων και των εν τη οικοδομή σωληνώσεων αυτών...¨. Στο ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ με τον τίτλο Λεπτομερής περιγραφή και διαίρεσις του κτιρίου αναφέρονται τα εξής: "... Β' Ισόγειον: Τούτο εμφαινόμενον και διακρινόμενον εις το συνημμένον τω παρόντι σχεδιάγραμμα υπ' αριθμόν δύο (2) περιλαμβάνει: 1) τα καταστήματα Κ1, Κ2, Κ3, Κ4, Κ5, Κ6, 2) την στοάν των καταστημάτων, 3) την κυρία είσοδον και το κλιμακοστάσιον, περιλαμβάνον την κυρίαν κλίμακα, από του ισογείου εις τον πρώτον όροφον μετά του ανελκυστήρος, ανηκόντων στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους... ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ. Δικαιώματα, υποχρεώσεις και περιορισμοί περί την χρήσιν των κοινοχρήστων χώρων και έργων. Άρθρον 13ον. Πας ιδιοκτήτης κεχωρισμένης ιδιοκτησίας έχει επί των κοινοκτήτων χώρων και έργων πάντα τα εις τον συγκύριον προσιδιάζοντα δικαιώματα αναλόγως της φύσεως, είδους και προορισμού αυτών, εφόσον δεν παρακωλύει την χρήσιν αυτών παρά των άλλων συνιδιοκτητών. Οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι κατανέμονται εις τας διαφόρους κεχωρισμένας ιδιοκτησίας ως ο συνημμένος τω παρόντι πίναξ δικαιωμάτων και βαρών. Άρθρον 14ον. Οι κοινόχρηστοι χώροι δέον να είναι πάντοτε ελεύθεροι και απαγορεύεται η χρησιμοποίησις αυτών πέραν του αναγκαίου χρόνου και η εναποθήκευσις αντικειμένων εν αυτοίς. Απαγορεύεται η εντός του υπογείου, στοάς, φωταγωγών, πεζοδρομίου, κλιμακοστασίων, πλατυσκάλων και λοιπών κοινοχρήστων χώρων τοποθέτησις δεμάτων, κιβωτίων, εμπορευμάτων, καθισμάτων και εν γένει παντός αντικειμένου. Ομοίως απαγορεύεται η εν τοις κοινόχρηστοις χώροις άσκησις εργασίας υπό των χρησιμοποιούντων τα καταστήματα και υπόγειο του κτιρίου...". Από τις παραπάνω διατάξεις με σαφήνεια προκύπτει, ότι η "στοά των καταστημάτων", όπως αναφέρεται στον ως άνω Κανονισμό, αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της προδιαληφθείσας πολυκατοικίας. Η εν λόγω στοά, συνολικής επιφανείας 50,22 τ.μ. (μήκους 18,60 μ. και πλάτους 2,70 μ.), παρεμβάλλεται μεταξύ του υπό στοιχ. Κ1 ισογείου καταστήματος (που ανήκει στην κυριότητα εταιρίας μη διαδίκου και χρησιμοποιείται ως ανθοπωλείο με πρόσοψη επί της οδού ...), της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας επί της οδού, ομοίως, ... και του υπό στοιχ. Κ6 ισογείου καταστήματος των δύο πρώτων εναγομένων αφενός μεν και των υπό στοιχ. Κ2, Κ3, Κ4 και Κ5 καταστημάτων, ομοίως, ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγομένων, αφετέρου, είχε από κατασκευής της πολυκατοικίας, είσοδο ελεύθερη (άνευ θύρας) και έξοδο προς τον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο (κήπο) της οικοδομής, ο οποίος βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το υπόγειο, με το οποίο (ακάλυπτο χώρο) επικοινωνεί δια μεταλλικής κλίμακας 13 βαθμίδων. Ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίδικης στοάς προκύπτει αδιαστίκτως από το άρθρο 13 του προαναφερόμενου Κανονισμού της πολυκατοικίας, στον οποίο ρητώς αναφέρεται ότι οι κοινόχρηστοι χώροι, μεταξύ των οποίων και η επίδικη στοά, πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθεροι και ότι απαγορεύεται η χρήση αυτών, πέραν του αναγκαίου χρόνου, καθώς και η εναπόθεση διαφόρων αντικειμένων (δεμάτων, κιβωτίων, εμπορευμάτων, καθισμάτων κλπ). Από τον ίδιο ως άνω Κανονισμό, τον τίτλο ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγομένων και τον τίτλο ιδιοκτησίας (8220/1956 πωλητήριο συμβόλαιο), όσον αφορά το υπό στοιχ. Κ1 κατάστημα, ουδόλως προκύπτει ότι η επίδικη στοά αφέθηκε στην αποκλειστική χρήση των ιδιοκτητών των καταστημάτων του ισογείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από το γεγονός ότι η επίδικη στοά αναφέρεται ως "Στοά καταστημάτων" (συστατική της οροφοκτησίας πράξη), δεδομένου ότι στο προσαρτημένο στην ως άνω πράξη από 6-9-1956 σχεδιάγραμμα κατόψεως ισογείου του αρχιτέκτονα Α. Κ., αναφέρεται ως "ΣΤΟΑ ...", ενώ στο υπ' αριθμ. 8220/1956 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου ... Χ. Κ., με το οποίο μεταβιβάσθηκε από τον Δ. Τ., οικοπεδούχο και κατασκευαστή της πολυκατοικίας, στην εδρεύουσα στο Λονδίνο ανώνυμη εταιρία πετρελαιοειδών, με την επωνυμία "... Λίμιτεδ", το υπό στοιχ. Κ1 κατάστημα του ισογείου, που αντιστοιχεί σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 3,69%, στην περιγραφή των ορίων του οποίου, αναφέρεται ότι αυτό συνορεύει "εκ δεξιών με στοά πολυκατοικίας". Υπέρ της απόψεως του κοινοχρήστου χαρακτήρα της επίδικης στοάς, συνηγορεί και το γεγονός ότι στο από Μαρτίου 2006, σχέδιο κατόψεως ισογείου, που προσαρτάται στην υπ' αριθμ. 1504/2006 οικοδομική άδεια, η οποία εκδόθηκε με αίτηση των δύο πρώτων εναγομένων, για την ενοποίηση των υπό στοιχ. Κ2, Κ3, Κ4 και Κ5 ισογείων καταστημάτων σε δύο χώρους, ήτοι τον με στοιχ. Κ2 εμβαδού 22,50 τ.μ. με είσοδο από την οδό Δ. και την επίδικη στοά και τον με στοιχ. Κ3 χώρο επιφανείας 36,80 τ.μ., ώστε να λειτουργήσει σ' αυτά "Αναψυκτήριο-Σνακ Μπαρ", η επίδικη στοά αναφέρεται ως "ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΗ ΣΤΟΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ". Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 264/2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Θ. Κ., η πρόσβαση στον ακάλυπτο χώρο (κήπο) της πολυκατοικίας, από τους συνιδιοκτήτες, η οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι εφικτή, αποκλειστικά, μέσω της μεταλλικής σκάλας, στην έξοδο της στοάς προς τον ακάλυπτο χώρο, η οποία από την κατασκευή της έκλεινε με μεταλλική θύρα, και όχι από την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας ή από τον υπόγειο χώρο, καθόσον δεν εντοπίσθηκαν ανοίγματα για την πρόσβαση σ' αυτόν (ακάλυπτο χώρο) από τον χώρο του υπογείου. Σημειώνεται ότι το υπό στοιχείο Κ1 κατάστημα, ιδιοκτησίας της άνω εταιρείας μη διαδίκου, καθώς και το υπό στοιχ. Κ2 κατάστημα, κατά τον Κανονισμό και το προσαρτημένο σε αυτήν σχέδιο κατόψεως ισογείου, έχουν πρόσοψη και είσοδο επί της οδού Δ., ενώ τα λοιπά καταστήματα των δύο πρώτων εναγομένων (υπό στοιχ. Κ3, Κ4, Κ5 και Κ6) έχουν πρόσβαση από την επίδικη στοά. Περαιτέρω προέκυψε ότι μεταξύ των υπό στοιχ. Κ2 και Κ3 καταστημάτων του ισογείου παρεμβάλλεται ανεξάρτητος κοινόχρηστος χώρος, στον οποίο έχει εγκατασταθεί από το έτος 1958 περίπου, δηλαδή από την ανέγερση της πολυκατοικίας μεταλλική κλίμακα υπηρεσίας, η οποία εκκινεί από το υπόγειο, διέρχεται δια του ισογείου και στη συνέχεια ανεβαίνει στους λοιπούς ορόφους της πολυκατοικίας, δια μέσου του φωταγωγού, στην πλευρά όπου βρίσκονται οι κουζίνες των διαμερισμάτων, έχοντας βοηθητικό χαρακτήρα, κατασκευάσθηκε, δηλαδή, για την εξυπηρέτηση όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, σε περίπτωση κινδύνου, με είσοδο από την επίδικη στοά. Ο εν λόγω κοινόχρηστος χώρος, ο οποίος περιλαμβάνει είσοδο προς την άνω κλίμακα, καθώς και τον χώρο εγκατάστασής της, συνολικού εμβαδού, κατά την αγωγή, 5,12 τ.μ. (μήκους 3,20 μ. και πλάτους 1,60 μ.), κατά δε τον ως άνω διορισθέντα δικαστικό πραγματογνώμονα, συνολικού εμβαδού 8,18 τ.μ., δεν αναφέρεται στον ως άνω Κανονισμό της πολυκατοικίας, στο δε σχεδιάγραμμα κάτοψης του ισογείου, που έχει, όπως προεκτέθηκε, προσαρτηθεί σ' αυτόν, ο ως άνω χώρος εμβαδού 8,18 τ.μ., περιλαμβάνεται και αποτελεί τμήμα του εμβαδού του υπό στοιχ. Κ3 καταστήματος, πλην, όμως, δεν περιλαμβάνεται στον προδιαληφθέντα τίτλο ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγομένων και συνεπώς αυτοί ουδέποτε απέκτησαν κυριότητα επί του χώρου τούτου. Η ως άνω κλίμακα υπηρεσίας, ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της πολυκατοικίας, όπως αυτά απαριθμούνται στον Κανονισμό, πλην, όμως, η μη αναφορά της σ' αυτόν, δεν αναιρεί τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χαρακτήρα της, αφού, όπως προεκτέθηκε, ο επίδικος ως άνω χώρος δεν εμπεριέχεται στον τίτλο ιδιοκτησίας των δύο πρώτων εναγομένων ή άλλου ιδιοκτήτη, είχε δε κατασκευασθεί από το έτος 1958 και χρησιμοποιείτο από τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων αυτής, ενόψει του ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης, οποιοδήποτε μέρος της πολυκατοικίας, που διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, το οποίο δεν ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα ιδιοκτήτη διακεκριμένης και αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, θεωρείται ότι αποτελεί κοινόχρηστο και κοινόκτητο μέρος της πολυκατοικίας, του οποίου δικαιούνται να κάνουν σύγχρηση όλοι οι συνιδιοκτήτες, εφόσον με την πράξη της οροφοκτησίας, δεν αφέθηκε η αποκλειστική χρήση αυτού σε κάποιο ή κάποιους, μόνον, ιδιοκτήτες, περίπτωση που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Και είναι πράγματι αλήθεια ότι κατά την αυτοψία που πραγματοποίησε ο διορισθείς με την υπ' αριθμ. 1153/2011 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνώμονας Θ. Κ., διαπιστώθηκε η παλαιότητα της επίδικης μεταλλικής σκάλας υπηρεσίας ¨...που ανάγεται στο χρόνο κατασκευής του κτιρίου...¨ καθώς, επίσης, η πλήρης εγκατάλειψη και έλλειψη συντήρησης, όσον και των δομικών στοιχείων, που την περιβάλλουν και ότι για τους λόγους αυτούς καθώς και εξ αιτίας τόσο των μικρών διαστάσεων της μεταλλικής κλίμακας υπηρεσίας και του εν γένει χώρου που την περικλείει, όσο και της απουσίας φωτισμού και αερισμού του χώρου, η χρήση της κρίνεται κτιριοδομικά ακατάλληλη και ως εκ τούτου επικίνδυνη προς χρήση. Το γεγονός, όμως, της πλήρους εγκατάλειψης και της έλλειψης συντήρησης αυτής, ώστε να έχει καταστεί η επίδικη μεταλλική κλίμακα υπηρεσίας επικίνδυνη προς χρήση, δεν σημαίνει κατάργηση του κοινόχρηστου χαρακτήρα της, καθόσον τυχόν αχρησία κοινόκτητου και κοινόχρηστου μέρους πολυκατοικίας, δεν συνεπάγεται την άρση της εν λόγω ιδιότητάς του, ούτε άλλωστε αποκλείεται στο μέλλον, στην προκειμένη περίπτωση οι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας να προβούν στη λήψη των αναγκαίων μέτρων, ώστε αυτή να καταστεί λειτουργική και σύμφωνη με τον προορισμό της. Υπέρ της εξενεχθείσας ως άνω απόψεως του παρόντος Δικαστηρίου συνηγορεί και το γεγονός ότι στο υπ' αριθμ. 69084/2001 πωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο μεταβιβάσθηκε η κυριότητα των υπό στοιχ. Κ2, Κ3, Κ4, Κ5 και Κ6 των καταστημάτων του ισογείου και του υπό στοιχ. Κ1 καταστήματος (αποθήκης) του υπογείου, όπως προεκτέθηκε, κατά την περιγραφή των ορίων των υπό στοιχ. Κ2 και Κ3 καταστημάτων, αναφέρεται ότι αυτά συνορεύουν βορειοανατολικά και νοτιοδυτικά, αντίστοιχα, με είσοδο υπηρεσίας...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 1741/1929 και 1117 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του, αρκούσαν για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα δέχθηκε ότι η επίδικη στοά περιλαμβάνεται στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας και ότι αυτό πρωτίστως προκύπτει από τον υπ' αριθμ. 8221/1956 Κανονισμό της Πολυκατοικίας του Συμ/φου ... Χ. Κ., σε άρθρα του οποίου (13 και 14) ρητά αναφέρεται ότι οι κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας, στους οποίους περιλαμβάνεται και κατονομάζεται (στο άρθρο 14) ως κοινόχρηστος χώρος και η επίδικη στοά, πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθεροι και ότι απαγορεύεται η χρήση αυτών, πέραν του αναγκαίου χρόνου, καθώς και η εναπόθεση διαφόρων αντικειμένων, και ότι η χρήση της επίδικης στοάς ουδέποτε παραχωρήθηκε αποκλειστικά στους ιδιοκτήτες των καταστημάτων του ισογείου της πολυκατοικίας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο συναφής λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα,, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 523/2016). Εξάλλου, στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, και τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού, μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, άλλως καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 15/2006, ΑΠ 221/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεώς τους από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ προσάπτουν στο Μονομελές Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 10626/1989 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί κατόπιν αγωγής τριών ιδιοκτητών διαμερισμάτων στην ως άνω πολυκατοικία κατά μιας εκ των τότε ιδιοκτητριών των υπό στοιχ. Κ2, Κ3, Κ5 και Κ6 καταστημάτων του ισογείου της εν λόγω πολυκατοικίας και μετέπειτα δικαιοπαρόχων των ήδη αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ανωτέρω απόφαση και τη συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την υποστήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του. Μάλιστα για την ως άνω απόφαση κάνει ειδική μνεία και εκτενή αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (στα φύλλα 15 έως 16 αυτής), αναφέροντας ότι με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ως καταχρηστική η αγωγική αξίωση των ως άνω ιδιοκτητών διαμερισμάτων να υποχρεωθεί η ως άνω εναγομένη να αφαιρέσει τα τραπέζια και τα καθίσματα που είχε τοποθετήσει, κατά παράβαση του κανονισμού της πολυκατοικίας, κατά μήκος της επίδικης στοάς προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας των επί της στοάς καταστημάτων της, και ότι δεν υφίσταται ταυτότητα αντικειμένου μεταξύ των δύο αγωγών (της κρινόμενης και της προγενέστερης από 12-3-1988 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 10956/1989 τελεσίδικη απόφαση). Επίσης, το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 10956/1989) ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο κρίθηκε ότι η αγωγική αξίωση των τριών ιδιοκτητών διαμερισμάτων της ανωτέρω πολυκατοικίας, για αφαίρεση των τραπεζιών και των καθισμάτων από το χώρο της επίδικης στοάς, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΑΚ 281), αναφέροντας ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων του ισογείου μπορούσαν να αναπτύσσουν τραπέζια και καθίσματα κατά μήκος της επίδικης στοάς, όχι, όμως, ότι είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως αυτής ή προσαρτήσεώς της στα καταστήματά τους ή ότι η στοά αυτή δεν έχει το χαρακτήρα του κοινόκτητου και κοινόχρηστου μέρους της πολυκατοικίας, στην κρίση δε αυτή κατέληξε αφού έλαβε υπόψη του, όπως προεκτέθηκε, την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αξιολόγησε και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την υποστήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο (δεύτερο), κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, διότι, όπως ισχυρίζονται, δεν έλαβε υπόψη την Πράξη συστάσεως οροφοκτησίας, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση των εφέσεων, καθώς και τον χαρακτηρισμό σ' αυτή της επίδικης στοάς ως "Στοά καταστημάτων", που επικαλέσθηκαν προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η επίδικη στοά είναι κοινόκτητη και κοινόχρηστη και ότι ουδέποτε είχε αφεθεί στην αποκλειστική χρήση των ιδιοκτητών των καταστημάτων του ισογείου της πολυκατοικίας, έλαβε υπόψη και την υπ' αριθμ. 8221/1956 συστατική της οροφοκτησίας πράξη και Κανονισμό της πολυκατοικίας του Συμ/φου ... Χ. Κ., που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα, την οποία μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση και παραθέτει εκτενή αποσπάσματά της, τα οποία αναλύει και αξιολογεί, μνημονεύει δε στην απόφαση ότι στην ως άνω συστατική πράξη η επίδικη στοά αναφέρεται ως "Στοά καταστημάτων" και ότι από την αναφορά αυτή δεν προκύπτει ότι η στοά είχε αφεθεί στην αποκλειστική χρήση των ιδιοκτητών των καταστημάτων του ισογείου της πολυκατοικίας. Από τα ανωτέρω καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και σταθμίσθηκε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και η ως άνω συστατική πράξη οροφοκτησίας, ενώ αξιολογήθηκε και η περιεχόμενη σ' αυτή ονομασία της επίδικης στοάς ως "Στοά καταστημάτων". Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, αναφορικά με τον κοινόχρηστο χώρο εισόδου προς την μεταλλική κλίμακα υπηρεσίας και τον κοινόχρηστο χώρο εγκατάστασης αυτής (κλίμακας), παραβιάσθηκαν ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 και 1117 του ΑΚ, διότι εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές μολονότι δεν συνέτρεχε το πραγματικό τους, αφού έκρινε ότι η κλίμακα υπηρεσίας συμπεριλαμβάνεται στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας, μολονότι, κατά τις παραδοχές της, δεν αναφέρεται στη σύσταση και στον κανονισμό της πολυκατοικίας και δεν χρησιμοποιείται από τους ενοίκους της, καθόσον κατά την αυτοψία που πραγματοποιήθηκε το έτος 2011 βρέθηκε σε πλήρη εγκατάλειψη, έλλειψη συντήρησής της και συνεπώς ακατάλληλη προς χρήση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το Μονομελές Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις, ότι ο χώρος εισόδου προς τη μεταλλική κλίμακα υπηρεσίας της πολυκατοικίας και ο συνεχόμενος χώρος εγκατάστασης αυτής, αποτελούν κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας και με το να δεχθεί και ως προς το κεφάλαιο αυτό την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος, ατομικά και ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τον χαρακτήρα του ως άνω χώρου ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου και για την αντίθετη στην συστατική της οροφοκτησίας πράξη και κανονισμό της πολυκατοικίας αυθαίρετη κατάληψη του χώρου αυτού από τους εναγόμενους, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του κοινόκτητου και κοινόχρηστου μέρους πολυκατοικίας και της αυθαίρετης κατάληψης αυτού και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ναι μεν ο ως άνω χώρος και η κλίμακα υπηρεσίας δεν περιλαμβάνονται στα απαριθμούμενα στον Κανονισμό της πολυκατοικίας κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη αυτής, πλην όμως η μη αναφορά τους σε αυτόν δεν αναιρεί τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, καθόσον η μεταλλική κλίμακα υπηρεσίας είχε κατασκευασθεί από το έτος 1958, δηλαδή κατά το χρόνο ανεγέρσεως της πολυκατοικίας, και χρησιμοποιείτο από τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων αυτής, ενώ δεν ορίσθηκε με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή με τίτλο ιδιοκτησίας ότι έχει περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα των δύο πρώτων εναγομένων ή άλλου συνιδιοκτήτη, και ως εκ τούτου θεωρείται από το νόμο ότι αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της πολυκατοικίας, επί του οποίου έχουν δικαίωμα σύγχρησης όλοι οι συνιδιοκτήτες. Επίσης διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η τυχόν αχρησία κοινόκτητου και κοινόχρηστου μέρους της πολυκατοικίας, όπως δέχθηκε ότι συμβαίνει με την ως άνω μεταλλική κλίμακα, δεν συνεπάγεται την άρση της εν λόγω ιδιότητάς του, ούτε άλλωστε αποκλείεται στο μέλλον, στην προκειμένη περίπτωση οι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας να προβούν στη λήψη των αναγκαίων μέτρων, ώστε αυτή να καταστεί λειτουργική και σύμφωνη με τον προορισμό της. Ενόψει τούτων, τα πραγματικά περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του, αρκούσαν για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο ως άνω, από το άρθρο 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης.

Με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, αναφορικά με τον κοινόχρηστο χώρο εισόδου προς την μεταλλική κλίμακα υπηρεσίας και τον κοινόχρηστο χώρο εγκατάστασης αυτής, το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του (άλλως δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι έλαβε υπόψη του) ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 10926/1989 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον αυτού, προκειμένου να αντλήσει εξ αυτού δικαστικά τεκμήρια υπέρ του ισχυρισμού τους ότι η επίδικη κλίμακα ουδέποτε υπήρξε κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της πολυκατοικίας, είτε με πρόβλεψη στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον Κανονισμό της πολυκατοικίας είτε δια συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσας συμφωνίας των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας είτε λόγω του κατά τη φύση αυτής προορισμού της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της στο 5ο φύλλο αυτής ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπόψη και την ανωτέρω δικαστική απόφαση και τη συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις. Όπως δε αναφέρθηκε κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, το Μονομελές Εφετείο αξιολόγησε το περιεχόμενο της ως άνω τελεσίδικης απόφασης και το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για να καταλήξει στο προαναφέρθεν αποδεικτικό πόρισμά του, αναφέρει δε ότι με την επικαλούμενη τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων του ισογείου της πολυκατοικίας είχαν τη δυνατότητα να τοποθετούν τραπέζια και καθίσματα στην επίδικη στοά, όχι, όμως, ότι είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της στοάς αυτής, καθώς και του χώρου εισόδου και εγκατάστασης της επίδικης μεταλλικής κλίμακας υπηρεσίας, ή προσαρτήσεως αυτών στα καταστήματά τους. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2018 (ειδ. αριθ. καταθ. 412/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 792/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία από τη σχέση της οροφοκτησίας).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ