Legislator Case Law & Legislation
166/2018 AI generated

166/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 166/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 166 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

166/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 166 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
dismissal for economic reasons employer bankruptcy unemployment benefits for executives dismissal of managing director board members qualified disloyal management
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 166 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 166/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείουσας: Μ. Χ. - Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γιάννη Οικονόμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό …/7-3-2005. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2305/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως της από 7-1-2011 εφέσεως, η 5524/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα, με την από 15-3-2004 (προηγηθείσα και μη ένδικη) αγωγή της, εξέθεσε ότι την 7-2-2000 προσελήφθη από την εναγόμενη και τώρα αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες της ως διευθύντρια του εμπορικού τμήματος της επιχειρήσεώς της, αντί του εκεί αναφερομένου μηνιαίου μισθού. Ότι με την ως άνω ιδιότητα εργάστηκε μέχρι την 5-2-2004, οπότε η εναγομένη, ενώ η ενάγουσα βρισκόταν ακόμη σε κατάσταση λοχείας, κατήγγειλε την μετ' αυτής υφισταμένη σύμβαση εργασίας και την απέλυσε, χωρίς να της καταβάλει πλήρη την κατά νόμο οφειλομένη αποζημίωση. Επικαλουμένη ακολούθως ότι η ως άνω καταγγελία της συμβάσεως τυγχάνει άκυρη για τους εκτιθέμενους στην αγωγή εκείνη λόγους και ότι η εναγομένη αρνείται ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, η ενάγουσα ζήτησε κυρίως μεν, την καταψήφιση της εναγόμενης στην προς αυτή καταβολή νομιμοτόκως των εκεί αναφερομένων χρηματικών ποσών, ως οφειλομένων σ' αυτή για μισθούς υπερημερίας, δαπάνη ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως και χρήσεως αυτοκινήτου, δώρο Πάσχα, επιμίσθιο και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία της απολύσεώς της, καθώς και την καταδίκη αυτής στην επαναπρόσληψή της στην ίδια με την προηγούμενη ή άλλη ανάλογη θέση. Επικουρικά δε και για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεώς της, την καταψήφιση της εναγομένης στην προς αυτήν καταβολή των εκεί αναφερομένων χρηματικών ποσών, ως οφειλομένων σ' αυτήν για διαφορά καταβλητέας και καταβληθείσης αποζημιώσεως, αποδοχές και επίδομα αδείας, αναλογία δώρου Πάσχα και επιμίσθιο. Επί της εν λόγω προηγηθείσης αγωγής εκδόθηκε η 714/12-4-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκαν στην ενάγουσα τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Μετά δε την άσκηση αντίθετων εφέσεων κατ' αυτής, εκδόθηκε η 9904/23-12-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν κρίθηκε τελεσίδικα ότι η ως άνω καταγγελία υπήρξε άκυρη, διότι έγινε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, ενώ η ενάγουσα βρισκόταν σε κατάσταση λοχείας, αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 15 του ν. 1483/1984 και 10 του π.δ. 176/1997 και για λόγους εκδίκησης, επειδή η ενάγουσα επιθυμούσε να κάνει χρήση των δικαιωμάτων της ως νέα μητέρα. Υποχρεώθηκε δε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τα εκεί αναφερόμενα ποσά και ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες σ' αυτήν υπηρεσίες της, όπως και κατά τον προ της καταγγελίας της συμβάσεώς της χρόνο. Μετά την άσκηση της από 15-3-2004 αγωγής και πριν την έκδοση της ως άνω 714/2005 πρωτόδικης απόφασης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 7-3-2005 ένδικη αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), με την οποία, επικαλούμενη υπερημερία της εναγομένης, λόγω ακυρότητας της πρώτης από 5-2-2004 καταγγελίας, ζητούσε μισθούς υπερημερίας περαιτέρω χρόνου, δώρα κλπ, παράλληλα δε για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε ισχυρισθεί η εναγομένη κατ' ένσταση ότι την 14-1-2005 κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, προέβαλε, αποκλειστικώς και μόνον καθ' υποφοράν, την ακυρότητα και αυτής της καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητας και λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης. Επί της ενδίκου αγωγής εκδόθηκε η 2305/22-9-2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η από 14-1-2005 καταγγελία είναι έγκυρη και, κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως προς μόνον την επικουρική βάση της, αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 16.948,47 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 18-3-2005 μέχρι την εξόφληση, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 12-12-2004 έως 14-1-2005 (ημερομηνία της 2ης καταγγελίας), για αποδοχές αδείας 2005 και για επίδομα αδείας 2005. Η εν λόγω απόφαση προσβλήθηκε με την από 7-1-2011 έφεση της ενάγουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η 5524/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν.

2. Από το άρθρο 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και εάν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ.1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά στο δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και, συνακόλουθα, νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αίτημα, οι οποίες δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων, επομένως, το δικαστήριο δεν έκρινε. Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απερρίφθη, να στηρίξει με νέα αγωγή το όμοιο αίτημα σε διαφορετική ιστορική αιτία. Η βάση, όμως, επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε, καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση, διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου, επομένως, να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα τού, ήδη με νέα αγωγή, φερόμενου προς κρίση βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 1661/2008, ΑΠ 759/2006).

3. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, υποστηρίζει ότι το Εφετείο Αθηνών έσφαλε, διότι με την ήδη προσβαλλόμενη 5524/2014 απόφαση έλαβε υπόψη μόνο κατά ένα μέρος το δεδικασμένο της προηγηθείσας 9904/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή ότι η από 5-2-2004 πρώτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη, διότι έγινε ενώ η ενάγουσα βρισκόταν σε κατάσταση λοχείας, χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, ήτοι αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 15 του ν. 1483/1984 και 10 του π.δ. 176/1997, αλλά δεν έλαβε υπόψη τις λοιπές κρίσεις της ίδιας απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες ο επικληθείς από την εναγομένη για την αιτιολόγηση της πρώτης απόλυσης λόγος, ήτοι η κατάργηση της θέσης εργασίας στην οποία υπηρετούσε η ενάγουσα, ήταν προσχηματικός και όχι σπουδαίος, διότι στην πραγματικότητα δεν καταργήθηκε η θέση της ενάγουσας, αλλά καλύφθηκε με την τοποθέτηση άλλου εργαζόμενου. Επίσης ότι, εάν το Εφετείο δεχόταν το εν λόγω δεδικασμένο, θα είχε κρίνει ότι και η από 14-1-2005 δεύτερη καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε από αντίδραση της εναγομένης στην προ του τοκετού προαγγελία της ενάγουσας περί του ότι θα κάνει χρήση του δικαιώματός της για μειωμένο ωράριο μετά τον τοκετό προκειμένου να επιμεληθεί του τέκνου της, γεγονός το οποίο η εναγομένη θεώρησε ότι θα επιδρούσε δυσμενώς στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησής της. Ως προς την καθ' υποφοράν προταθείσα από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα (αντ)ένσταση δεδικασμένου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η ένδικη, από 14-1-2005 καταγγελία (η δεύτερη) έγινε για λόγο διαφορετικό απ' ότι η από 5-2-2004 καταγγελία (η πρώτη), ήτοι για την άρση των συνεπειών της υπερημερίας της εναγομένης από την τυχόν αναγνώριση της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας (που επακολούθησε με την έκδοση της 714/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και ότι, ως εκ τούτου, το κύρος της δεύτερης καταγγελίας δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης και της επ' αυτής εκδοθείσας 9904/2005 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Πράγματι, παρατηρείται ότι οι κρίσεις της προηγηθείσας απόφασης παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων μόνον όσον αφορά στο κύρος της κριθείσας στη δίκη εκείνη από 5-2-2004 πρώτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, που είχε ανοίξει με την από 15-3-2004 πρώτη αγωγή της, η οποία απαιτούσε απαραίτητα τη συνδρομή σπουδαίου λόγου και την απόδειξη της βασιμότητας αυτού. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν παράγουν δεδικασμένο αναφορικά με το κύρος της από 14-1-2005 δεύτερης αναιτιώδους καταγγελίας, η οποία αποτελεί αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, που άνοιξε με την από 7-3-2005 δεύτερη αγωγή της αναιρεσείουσας, για μισθούς υπερημερίας και λοιπές αξιώσεις του περαιτέρω χρονικού διαστήματος από Δεκέμβριο 2004 έως Δεκέμβριο 2005. Ειδικότερα, στη δίκη επί της από 15-3-2004 πρώτης αγωγής της αναιρεσείουσας, η 9904/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι η από 5-2-2004 (πρώτη) καταγγελία ήταν άκυρη, διότι ασκήθηκε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, ενώ η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε νόμιμη προστασία, λόγω μη παρόδου έτους από του τοκετού της, δεδομένου ότι, με βάση τα τότε αποδειχθέντα περιστατικά, οι ως σπουδαίοι προβληθέντες από την εναγομένη λόγοι περί κατάργησης του τμήματος μάρκετινγκ και της θέσης της ενάγουσας και περί γενικότερης αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της εξ αιτίας οικονομικών προβλημάτων, κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν, αλλά ήσαν προσχηματικοί. Παράλληλα, το Εφετείο με την ίδια απόφαση είχε προβεί σε κρίσεις περί της ανάγκης εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, ενώ τέλος είχε κρίνει ότι ο πραγματικός λόγος της καταγγελίας της σύμβασης της ενάγουσας ήταν η προ του τοκετού γενόμενη δήλωσή της ότι προτίθεται να κάνει χρήση του δικαιώματος της για μειωμένο ωράριο κατά το μετά τον τοκετό χρονικό διάστημα. Οι κρίσεις εκείνες, όμως, αφορούσαν τα τότε περιστατικά. Έτσι το Εφετείο, τώρα, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων περί δεδικασμένου, ορθώς δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 9904/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθόσον έχει κρίνει για διαφορετικό αντικείμενο με διαφορετική ιστορική και νομική αιτία (βάση), το δε δεδικασμένο εξ αυτής εκτείνεται στις ενστάσεις και αντενστάσεις που προβλήθηκαν σε εκείνη τη δίκη, σχετικά με το κύρος της πρώτης καταγγελίας και όχι σε αυτές που προβλήθηκαν στην παρούσα δίκη, αφορώσες αποκλειστικά στο κύρος της δεύτερης καταγγελίας, η οποία έγινε με συγκεκριμένο σκοπό και υπό νέα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, το Εφετείο ορθώς δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 321, 322 αρ.1, 324, 325 και 330 ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 είναι αβάσιμος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αφού ο σχετικός λόγος υπάγεται στον αρ.16, με βάση τον οποίο ο Άρειος Πάγος ερευνά τόσο την εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων, όσο και την επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης που δέχεται ή όχι την ύπαρξη δεδικασμένου.

Συνεπώς, οι επικουρικά προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα σχετικά με το δεδικασμένο λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (ΑΠ 212/2004).

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως. Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).

5. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, αν και προτάθηκε από την αναιρεσείουσα, τον ουσιώδη ισχυρισμό της (αντένσταση) ότι η δεύτερη από 14-1-2005 επικουρική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν άκυρη, διότι έγινε χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου ή, άλλως, ήταν άκυρη ως καταχρηστική, διότι έγινε για λόγους εκδίκησης από την αναιρεσίβλητη, επειδή η αναιρεσείουσα έκανε χρήση των νόμιμων δικαιωμάτων της κατά τη διάρκεια της λοχείας της, καθώς επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της, για τα ανωτέρω το δεδικασμένο από την 9904/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ήτοι, για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.8, 16, 1 και 19 ΚΠολΔ. Σχετικά με το λόγο αυτό, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα, αντικρούοντας τον ισχυρισμό (ένσταση) της εναγόμενης περί δεύτερης καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, ισχυρίζεται, κατ' αντένσταση, ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη για τους πιο κάτω λόγους, από τους οποίους τους δύο πρώτους προβάλλει καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής της και τον τρίτο, αφενός μεν με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και αφετέρου με τις έγγραφες, στον πρώτο βαθμό προτάσεις της. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη επειδή: α) έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, αφού δεν καταργήθηκε η υπηρεσία marketing, στην οποία ήταν διευθύντρια, ενώ κι αν ακόμα καταργήθηκε, η εναγόμενη όφειλε να της προτείνει άλλη, ανάλογη των προσόντων και των ικανοτήτων της θέση, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας και όχι να την απολύσει, β) είναι καταχρηστική, αφού έγινε από λόγους εκδίκησης εκ μέρους της εναγόμενης, επειδή η ίδια προσέφυγε στη δικαιοσύνη και ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Ο πρώτος από τους παραπάνω λόγους είναι νόμω αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί η δεύτερη καταγγελία έγινε μετά τη λήξη του έτους από τον τοκετό της ενάγουσας και την παρεχόμενη στις μητέρες προστασία, συνεπώς, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν ήταν αναγκαίο για το κύρος αυτής να συντρέχει σπουδαίος λόγος. Ούτε εξάλλου προκύπτει δεδικασμένο από τις παραδοχές της ίδιας απόφασης ότι πραγματικός λόγος της καταγγελίας ήταν η προ του τοκετού δήλωση της ενάγουσας ότι προτίθεται να κάνει χρήση μειωμένου ωραρίου, αφού ανεξάρτητα από το ότι η καταγγελία δεν κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική για τον πιο πάνω λόγο, ο επικαλούμενος από την ίδια ισχυρισμός (αντένσταση) στην παρούσα δίκη, ότι η δεύτερη καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, γιατί έγινε από λόγους εκδίκησης, επειδή προσέφυγε στη δικαιοσύνη για την αναγνώριση της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, έχει διαφορετική ιστορική αιτία. Περαιτέρω, προς αντίκρουση του λόγου ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητας, ο οποίος είναι νόμιμος, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι προέβη στην απόλυση της ενάγουσας στα πλαίσια αναδιοργάνωσης της επιχείρησής της με τους αναφερόμενους τρόπους, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνεχείς ζημιές σε συνδυασμό με το ότι λόγω της μακράς και οξείας αντιδικίας κλονίσθηκε κάθε δυνατότητα συνεργασίας με την ενάγουσα. Σε σχέση με τους ανωτέρω ισχυρισμούς των διαδίκων, από τα πιο πάνω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Η εναγομένη κατά το έτος 2005, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και παρουσίαζε ζημιές. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών έπρεπε να προβεί σε περιορισμό των εξόδων της και ένας τρόπος για να επιτευχθεί αυτό ήταν ο περιορισμός των ανώτατων υψηλόβαθμων στελεχών της, που απασχολούσε με συμβάσεις αορίστου χρόνου και η πρόσληψη άλλων με χαμηλότερους μισθούς, οι οποίοι, αν και είχαν λιγότερα προσόντα, μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τις μειωμένες, άλλωστε, ανάγκες της. Έτσι, μετά τη δεύτερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων των, επίσης υψηλόβαθμων, υπαλλήλων της Θ. Κ., Σ. Γ. και Ν. Β., που είχε αντικαταστήσει την ενάγουσα, την 15-3-2005 (δύο μήνες μετά την απόλυση της ενάγουσας), 31-5-2005 και 30-9-2005 αντίστοιχα (βλ. σχετικά έγγραφα καταγγελίας συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου). Όπως, μάλιστα, κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγόμενης, από το διευθυντικό προσωπικό τους είχαν μείνει μόνο δύο άτομα, ενώ δεν είχαν προσληφθεί διευθυντικά στελέχη στο επίπεδο της ενάγουσας. Τα καθήκοντα δε της τελευταίας ασκούνται πλέον από τους προσληφθέντες υπαλλήλους Ε. Κ., Σ. Μ. και Ι. Κ. με μισθό Σεπτεμβρίου 2006, ύψους 2.200 ευρώ, 2.150 ευρώ και 1.100 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικά χαμηλότερου ύψους (5.450 ευρώ) από τον προαναφερθέντα, χωρίς μάλιστα τις πρόσθετες μισθολογικές παροχές, μισθό της ενάγουσας. Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ότι η ένδικη δεύτερη καταγγελία έγινε από λόγους εκδίκησης της ενάγουσας επειδή προσέφυγε στη δικαιοσύνη και ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας. Αντίθετα, αποδείχθηκαν βάσιμοι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης περί μη επαναπρόσληψης της ενάγουσας, λόγω αναδιοργάνωσης της επιχείρησης και συρρίκνωσης του προσωπικού της και ειδικότερα των υψηλόβαθμων στελεχών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι λόγω της προηγηθείσας αντιδικίας, αναφορικά με την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας δημιουργήθηκε κάποια οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων, η οποία, ναι μεν καθιστούσε δυσχερή ή αδύνατη την περαιτέρω συνεργασία των διαδίκων (βλ. κατάθεση μάρτυρα εναγόμενης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο "μετά από τέτοια αντιδικία δεν μπορούμε να συνεργαστούμε"), πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι αποτελεί λόγο εχθρότητας και εκδίκησης από πλευράς των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης. Επομένως, η ένδικη καταγγελία, που δεν έγινε από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης της ενάγουσας, αλλά αποκλειστικά και μόνο προς άρση των συνεπειών της υπερημερίας από την πρώτη άκυρη καταγγελία, είναι έγκυρη". Με τα όσα το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα και με τον τρόπο που τα υπήγαγε στις οικείες διατάξεις, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος ελέγχεται αβάσιμος. Πράγματι, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω προταθέντα κρίσιμο ισχυρισμό (αντένταση) της ενάγουσας και τον απέρριψε στην ουσία του ως αβάσιμο. Επιπλέον, σύννομα δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση επί της πρώτης αγωγής της αναιρεσείουσας, λόγω διαφορετικής νομικής και ιστορικής αιτίας (βλ. ανωτέρω, αρ.3). Ακόμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες διατάξεις για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και την κατάχρηση δικαιώματος. Και, τέλος, με πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την αντένσταση περί ακυρότητας της δεύτερης καταγγελίας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

6. Η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο από τους λόγους της αίτησής της ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε (δηλαδή άφησε αιτήσεις της αδίκαστες), επί της διαλαμβανόμενης στην αγωγή και στον πέμπτο λόγο της έφεσής της αντένσταση ότι η επίμαχη δεύτερη καταγγελία πάσχει από ακυρότητα λόγω παράβασης της αρχής της αναλογικότητας. Επίσης, ότι δεν απάντησε στους ισχυρισμούς της περί του ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι η αναδιοργάνωση της επιχείρησης ήταν προσχηματική και δεν είχε καταργηθεί η θέση της αναιρεσείουσας και ότι η δεύτερη καταγγελία έγινε καθαρά από λόγους εκδίκησης και εχθρότητας προς το πρόσωπό της. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως, προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του και έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμους τους προταθέντες από την αναιρεσίβλητη λόγους, που δικαιολογούσαν την καταγγελία της σύμβασης της αναιρεσείουσας και απέρριψε τις σχετικές ενστάσεις και αντενστάσεις της περί άκυρης απόλυσης λόγω καταχρηστικής άσκησής της (βλ. παραπάνω, αρ.5). Από τις ανωτέρω κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου συνάγεται ότι το δικαστήριο δέχθηκε ως νόμιμους και βάσιμους τους πραγματικούς λόγους, που προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη ότι την ανάγκασαν να προβεί στην ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας (καθώς και άλλων υψηλόβαθμων διευθυντικών στελεχών της) και απέρριψε τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας για ακυρότητα της απόλυσης λόγω μη εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας και εκδικητικότητας μνημονεύοντας στην απόφαση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κρίθηκαν ως ουσιαστικά βάσιμα, με συνέπεια την εγκυρότητα της απόλυσης. Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι ίδιες πλημμέλειες, όμως, δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο του αρ.9, γιατί δεν εισάγεται με τις αιτήσεις αυτές (ενστάσεις, αντενστάσεις) ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, αλλά μόνο του αρ.8 και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος εκ του αρ.9 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 877/2004).

7. Με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την προσβαλλόμενη απόφαση των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920, καθώς επίσης και έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ως προς τις σχετικές με την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω άρθρων διατάξεις και αιτιολογίες, με βάση τις οποίες δεν κρίθηκε ως άκυρη, αλλά αντίθετα κρίθηκε ως έγκυρη η ένδικη από 14-1-2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί καταγγελίας και έκρινε περί της εγκυρότητας αυτής, με το να δεχθεί την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί εγκυρότητας της παραπάνω καταγγελίας ως ουσιαστικά βάσιμη και απορρίπτοντας τις αντενστάσεις της αναιρεσείουσας ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Όπως, μάλιστα, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το εφετείο με πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την εγκυρότητα της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας και απέρριψε τις περί του αντιθέτου αντενστάσεις και ισχυρισμούς αυτής περί ακυρότητας της καταγγελίας από λόγους εκδίκησης προς την αναιρεσείουσα. Επομένως, ο πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-9-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 5524/ 2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2017. -Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ