Legislator Case Law & Legislation
166/2017 AI generated

166/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 166/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 166 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 166/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο κÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 166 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 166/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ξ. του Μ. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μπεσίρη.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Δαμουλάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ....

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133ΤΠ/2007 του ιδίου Δικαστηρίου, 42/2011 που διέταξε πραγματογνωμοσύνη, 61/2015 του Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-7-2015 αίτησή του και τους από 29-9-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 8-6-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 31-10-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων αυτής

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 569 § 2 ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ... ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο ... Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ...". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων στις 30-9-2016 κατέθεσε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 29-9-2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως (μετά την άσκηση στις 28-7-2015 της από 24-7-2015 αιτήσεώς του) περί αναιρέσεως της 61/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Εν τούτοις ούτε επικαλείται, ουδέ προσκομίζει έκθεση επιδόσεως στον αναιρεσίβλητο ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιγράφου του ανωτέρω δικογράφου προσθέτων λόγων αναιρέσεως (σημειώνεται, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου επέδωσε στην 1-4-16 την κλήση για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, συμφώνως προς την ... έκθεση επιδόσεως της δικ. Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Μ.).

ΙΙ. Κατά συνέπεια, ως προς το εν λόγω δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, συμφώνως προς το διατακτικό.

ΙΙΙ. Κατ’ άρθρο 559 ΚΠολΔ 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται ... "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..." (αρ. 1 εδ. α), ..., "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ.8), ... "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 19)...

IV. Ο από τον αρ. 1 του άνω άρθρου λόγος για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, "πράγματα" κατά την έννοια του άρ. 8 είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Επίσης, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

V. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δικόγραφό του, επιρρίπτει στην προσβαλλομένη 61/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου τις ακόλουθες αιτιάσεις: 1) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια, ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ 1045, 1046 και 1051, που αντιστοίχως αφορούν στην έκτακτη χρησικτησία (και στην επί τη βάσει αυτής επί εικοσαετία κτήση κυριότητος), στο τεκμήριο νομής (για τον χρησιδεσπόζοντα πράγμα κατά την έναρξη και λήξη ορισμένου χρονοδιαγράμματος) και στην προσαύξηση του χρόνου νομής, του έχοντος αποκτήσει αυτήν ως καθολικός ή ειδικός διάδοχος, με τον χρόνο νομής χρησιδεσποτείας του δικαιοπαρόχου. Ο αναιρεσείων εστιάζει το σφάλμα στην παραδοχή του Εφετείου, ότι δεν συνέτρεξαν τα προσόντα της έκτακτης επί του επιδίκου ακινήτου χρησικτησίας στο πρόσωπο του ιδίου (αναιρεσείοντος), με την συνεπικουρία και της προσαυξήσεως του χρόνου νομής των (αμέσου και απώτερης) δικαιοπαρόχων. 2) Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων καταλογίζει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του διολίσθησε στην υπ’ αρ. 8 πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψιν του τις αδιάλειπτες πράξεις νομής αυτού του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ειδικότερα, ότι η ανωτέρω πλημμέλεια, την οποία μορφοποιεί ως τοιαύτη στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, του δίδει "βήμα" αναιρετικού παραπόνου και με την επίκληση του υπ’ αρ. 8 του ανωτέρω άρθρου λόγου αναιρέσεως, διότι κατ’ αυτόν (αναιρεσείοντα), οι αδιάλειπτες διακατοχικές επί του επιδίκου πράξεις του ιδίου και των δικαιοπαρόχων θεμελιώνουν το επί τη βάσει της έκτακτης χρησικτησίας ιδιοκτησιακό και αγωγικό δικαίωμα αυτού, "πράγματα" τα οποία, ουσιωδώς επηρεάζοντα την υπόθεση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του. 3) Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ψέγει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι εξετράπη στο υπ’ αρ. 19 σφάλμα, διότι στην προσβαλλομένη απόφασή του δεν διέλαβε νόμιμη βάση, ούτε επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ιδιοκτησιακό ζήτημα του επιδίκου ακινήτου, για το οποίο έκρινε ότι δεν ανήκει στην κυριότητά του, ότι δεν διέλαβε αιτιολογία για το κρίσιμο ζήτημα πως η Μητρόπολη ... απέκτησε κυριότητα του Ι. Ναού ..., καθώς και ότι δεν διέλαβε αιτιολογία, (άλλως οι σχετικές αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές), εν σχέσει προς την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής του, "αφού δεν αποδείχθηκε ότι η κυριότητα του δρόμου ανήκει στο Δήμο ...". VΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές έχουν ως ακολούθως: "Το επίδικο βρίσκεται στη νήσο ... του νομού Κυκλάδων και στη θέση "‘ ...", εκτός σχεδίου και οικισμού. Σύμφωνα με το από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Β. Γ., στο οποίο φαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία ..., έχει έκταση 5.944,15 τ.μ. προ καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας (ενόψει του ότι δεν έχει γίνει καθορισμός των ορίων αυτών) και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Φ. Μ. Λ., Β. και Α. Κ. και παραλία, βορειοδυτικά με ιδιοκτησίες Φ. Μ. Λ. και Γ. Π. Π., δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Π. Π. και δημοτική οδό, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Ν. Μ. Λ., νότια με ιδιοκτησίες Ν. Μ. Λ. και Κ. Γ. Γ. και ανατολικά με παραλία, κατά μήκος δε του μεγαλύτερου μέρους των ορίων με τις όμορες ιδιοκτησίες υφίσταται ξηρολιθιά. Εντός του επιδίκου υπάρχει ένα εκκλησάκι του ..., που χρονολογείται πριν από το 1781, αφού στα κατάστιχα - κτηματολόγια της Κοινότητας ... του έτους αυτού σημειώνεται η ύπαρξή του (βλ. Γεωργίου Ι. Κοντε - Γιάννη Γ. Βαρλα, Οι 116 εκκλησίες της ..., έκδοση Συνδέσμου … 1993), καθώς και τρία μικρά δωμάτια συνεχόμενα αυτού, όπως επίσης κοντά στο εκκλησάκι και δυτικά τούτου ένα πηγάδι, αλλά και ένα μονοπάτι με κλίμακες από σκυρόδεμα, που ξεκινά δυτικά από τη δημοτική οδό, διασχίζει με στροφές το επίδικο φθάνοντας μέχρι το εκκλησάκι και ακολούθως συνεχίζει καταλήγοντας στο βορειοανατολικό άκρο του επιδίκου, όπου ενώνεται με άλλο δρόμο ο οποίος οδηγεί, ξεκινώντας επίσης από την ίδια δημοτική οδό, απ’ όπου ξεκινά και το μονοπάτι, αλλά βορειότερα τούτου, στην παραλία του ... (βλ. την αεροφωτογραφία της ΓΥΣ έτους 2004 με αριθ. ... σε μεγέθυνση, συνημμένη στην από Μαρτίου 2009 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του τοπογράφου μηχανικού Ι. Ν. Σ. που επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος). Το επίδικο είναι επικλινές και κατά το μεγαλύτερο μέρος του βραχώδες και άγονο. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ασκεί πράξεις νομής επ’ αυτού από το 1960, που του το παραχώρησε άτυπα ο παππούς του Γ. Κ. Ε., ότι ο δικαιοπάροχός του το νεμόταν από το 1905, που του το παραχώρησε άτυπα η μητέρα του Κ. σύζ. Κ. Ε. και ότι στην τελευταία είχε περιέλθει με την όπως παρακάτω με αριθ. ...5.1.1867 πράξη διανομής της περιουσίας των γονέων της Α. Μ. και Α. Α. Μ., Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ασκεί πράξεις νομής επ’ αυτού τουλάχιστον από το 1953, που του το παραχώρησε άτυπα ο πατέρας του (Κ. Γ.), ότι αυτός το είχε λάβει το 1940, κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ των κληρονόμων του πεθερού του (παππού του εναγομένου) Α. Σ. Μ., ως κληρονόμος της προαποβιώσασας (το 1939) συζύγου του (και θυγατέρας του Α. Σ. Μ.) Α., ότι ο παππούς του Α. Σ. Μ. το είχε αποκτήσει με το όπως παρακάτω με αριθ. .../1918 πωλητήριο συμβόλαιο από τον Ν. Κ. Ε. (αδελφό του παππού του ενάγοντος Γ. Κ. Ε.) και ότι ο Ν. Κ. Ε. το είχε αποκτήσει με την όπως παρακάτω με αριθ. …1910 πράξη διανομής της περιουσίας της μητέρας του Κ. συζ. Κ. Ε., στην οποία είχε περιέλθει με την με αριθ. ...5.1.1867 πράξη διανομής. Όπως προκύπτει από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δυνάμει της με αριθ. ...5.1.1867 εξώδικης διανομής κινητών και ακινήτων πραγμάτων των Α. Μ. και Α. Α. Μ. ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Μ. Π., που απεβίωσαν χωρίς ν’ αφήσουν διαθήκη, στην οποία προέβησαν τα τέκνα τους Σ., Ν. και Κ., σύζ. Κ. Ε., η τελευταία έλαβε, μεταξύ άλλων, τα μητρικά κτήματα με αριθμούς …, ήτοι, χωράφι εις ..., ως ευρίσκεται με το αμπελάκι του και πλησίον του Ι. Μ. και …, ήτοι αμπέλι εις το ... ως ευρίσκεται μετά του παρακειμένου τεμαχίου, πλησίον κτημάτων Α. Α. Μ.. Το επίδικο, παρότι στην αγωγή αναφέρεται ως ένα αμπέλι μετά του παρακειμένου τεμαχίου πλησίον κτημάτων Α. Η. Μ., που περιήλθε στην ανωτέρω, προγιαγιά του ενάγοντος, από την εν λόγω διανομή, γεγονός που παραπέμπει στο με αριθ. 3 ακίνητο της ως άνω πράξης διανομής, το οποίο βρίσκεται στο ..., περιοχή διάφορη εκείνης του ..., βρίσκεται στην τελευταία θέση και είναι το με αριθμό … ακίνητο της διανομής αυτής τόσο κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, αλλά και του ενάγοντος με τις προτάσεις του στο Δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο (ενώ με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε υποστηρίξει ότι πρόκειται για το με ... ακίνητο της παραπάνω διανομής), ωστόσο ο πραγματογνώμονας δεν αποφάνθηκε περί αυτού (περί του αν δηλαδή ταυτίζεται με το με ... ακίνητο της ως άνω διανομής), για το λόγο ότι ο ως άνω τίτλος δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο έδαφος ελλείψει τοπογραφικού διαγράμματος -σκαριφήματος ή λοιπών σταθερών χαρακτηριστικών σημείων του ακινήτου και μη αναγραφής του εμβαδού τούτου. Η ανωτέρω Κ. σύζ. Κ. Ε. απεβίωσε το 1908 χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη και το 1910 τα τέκνα της Ι., Ν., Δ. και Γ. (παππούς του ενάγοντος) διένειμαν την κληρονομία της με την με αριθ. …30.3.1910 πράξη διανομής του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Β. Μ., δυνάμει της οποίας ο Ν. έλαβε, μεταξύ άλλων, "μιαν αποκλήστρα (τεμάχιον γης χέρσον) εκτάσεως τεσσάρων ζευγαριών, κειμένην εις θέσιν ... της ... μετά του συνεχομένου αυτώ προς την θάλασσαν κάβου και της ημίσειας βραγιάς (κηπάριον) εκτάσεως της ημίσειας ταύτης βραγιάς είκοσι πέντε μέτρων, συνορεύοντα δε πάντα ταύτα με αμπέλους του Ναού του ..., αγρούς Α. Β., Φ. Ν. Λ., Α. Γ. και Κ. Ε.", ο Δ. έλαβε, μεταξύ άλλων, "ημίσειαν βραγιάν (κηπάριον) εις θέσιν ‘ ... της ... κειμένην εκτάσεως είκοσι πέντε μέτρων, συνορευομένης με την ετέραν ημίσειαν του Ν. Κ. Ε." και ο Γ. έλαβε ακίνητα σε άλλες θέσεις, χωρίς να αναφέρεται οποιοδήποτε άλλο ακίνητο στη θέση ‘ ... που να έλαβε αυτός πριν ή με τη διανομή. Στη συνέχεια, με το με αριθ. .../1918 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Π. Β., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. ...), ο Ν. Ε. μεταβίβασε λόγω πώλησης στον Α. Μ. "ένα κάβον μετά της συνεχομένης μετ’ αυτού βραγιάς κείμενον εις θέσιν ‘ ... της περιφερείας ..., εκτάσεως του κάβου μιας ζευγαριάς της δε βραγιάς και ξεγκέρων της πλέον των εκατό μέτρων, περιτοιχισμένων και απεριτοιχίστων, πλησίον κτημάτων Γ. Ι. Μ., Θ. Π. και Φ. Λ. και Δ. Κ. Ε., ανήκοντος εις αυτόν δυνάμει της υπ’ αριθ. 57 από 30 Μαρτίου 1910 διανομής". Ο πραγματογνώμονας δεν αποφάνθηκε αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους ως άνω τίτλους που επικαλείται ο εκκαλών εναγόμενος, λόγω αδυναμίας να εφαρμοστούν στο έδαφος για τους ίδιους λόγους που δεν μπορεί να εφαρμοστεί και η με αριθ. ...5.1.1867 πράξη διανομής, επισήμανε ωστόσο ότι κανείς από τους τίτλους αυτούς δεν αναγράφει ως εμπεριεχόμενο το εκκλησάκι του ..., στην οποία επισήμανση πρέπει να προστεθεί, αφενός, ότι η περιγραφή του ακινήτου σε κάθε επόμενο τίτλο δεν συμπίπτει με αυτήν του προηγούμενου ως προς τη μορφολογία του εδάφους αλλά και την έκταση του ακινήτου και, αφετέρου, ότι το ακίνητο που έλαβε ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου Ν. Κ. Ε. με την με αριθ. …1910 πράξη διανομής (αποκλήστρα μετά κάβου και ημίσειας βραγιάς) συνόρευε με αμπέλους του ναού του ..., πράγματα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον ένα μέρος του επιδίκου, που περιελάμβανε το χώρο του ναού και έκταση με αμπέλι, δεν ανήκε στους δικαιοπαρόχους του εναγομένου, αλλά και δεν αποτελούσε από τότε ιδιοκτησία κάποιου ιδιώτη. Ενισχυτική τούτου είναι και η με αριθ. πρωτ. .../2008 βεβαίωση της Ι. Μητρόπολης ... περί του ότι "το εξωκκλήσιον του ... του Θ., κείμενον εις την περιοχήν ... νήσου ..., ανήκει παλαιόθεν εις την κυριότητα και διοικητικήν αρμοδιότητα του Μητροπολιτικού Ι. Ναού ... ...". Εξάλλου, με το με αριθ. ...1985 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... Ελένης Χρυσολωρά - Ανδρουτσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. ...), ο εναγόμενος μεταβίβασε στο γιο του Κ., λόγω γονικής παροχής, "ένα αγροτεμάχιο (βραγιά) στη θέση ‘ ... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., συνολικής έκτασης 646,80 τ.μ., εκτός οικισμού και ζώνης, μη άρτιο και οικοδομήσιμο, εμφαινόμενο με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ... στο προσαρτώμενο στο παρόν συμβόλαιο από Ιουλίου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος - μηχανικού Φ. Π., συνορεύον βόρεια (...) με ιδιοκτησία Ιερού Ναού ..., νότια (...) με ιδιοκτησία Μ. Λ., ανατολικά (...) με παραλία ... και δυτικά (...) με ιδιοκτησία Μ. Λ.", που περιήλθε σ’ αυτόν, κατά το εν λόγω συμβόλαιο, από άτυπη δωρεά της μητέρας του Α. Γ., συσταθείσας προ τριάντα (30) και πλέον ετών, ενώ αρχικά είχε περιέλθει στον παππού του Α. Σ. Μ. με τη μορφή μεγαλύτερου ακινήτου με το υπ’ αριθ. .../1918 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη .... Πρόκειται για το ακίνητο Κ. Γ. Γ. με το οποίο συνορεύει προς νότο το επίδικο, ωστόσο, στο συμβόλαιο της γονικής παροχής από τον εναγόμενο στο γιο του δεν αναφέρεται ως βόρειο όριο του μεταβιβαζομένου ιδιοκτησία δική του (εναγομένου), αλλά ιδιοκτησία του Ιερού Ναού .... Περαιτέρω, από την περιεχόμενη στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης έρευνα των τίτλων των ομόρων του επιδίκου ιδιοκτησιών α) Β. και Α. Κ. (βόρεια), β) Ν. Μ. Λ. (νότια και νοτιοδυτικά) και γ) Γ. Π. Π. (βορειοδυτικά και δυτικά), που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους στον πραγματογνώμονα, όσον αφορά στις όμορες ιδιοκτησίες που αναφέρονται στους τίτλους αυτούς, προκύπτει ότι, 1) στην με αριθ. .../1976 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Δημοσθένους Παπασταμέλου, στην με αριθ. ...1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. συζ. Ε. Β., το γένος Ε. Γ. και στο με αριθ. ...1986 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. συζ. Δ. Γ., το γένος Δ. Ψ., που αφορούν στην ιδιοκτησία υπό στοιχ. α’ , ως όμορη ιδιοκτησία αναγράφεται ο χώρος εκκλησίας ... και όχι ιδιοκτησία του ενάγοντος ή του εναγομένου ή κάποιου δικαιοπαρόχου τους, ενώ αυτοί ισχυρίζονται ότι ασκούν πράξεις νομής στο επίδικο, ο καθένας για λογαριασμό του ίδιου, από το 1960 και 1953 αντίστοιχα, και πριν από αυτόν οι δικαιοπάροχοί του και 2) στους μνημονευόμενους τίτλους των ετών 1927, 1930, 1972, 1976 και 1999 που αφορούν στην ιδιοκτησία υπό στοιχ. β’ και του έτους 1987 που αφορά στην ιδιοκτησία υπό στοιχ. γ’ , δεν αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο ενάγων ή ο δικαιοπάροχός του (παππούς του) Γ. Κ. Ε., ενώ σε δύο που αφορούν την υπό στοιχ. β’ ιδιοκτησία (των ετών 1930 και 1976) αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου Α. Μ.. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο σχημάτισε την δικανική πεποίθηση ότι το επίδικο δεν είχε παραχωρηθεί και περιέλθει στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος Γ. Κ. Ε., αλλά κατά ένα μέρος του -που δεν περιελάμβανε το εκκλησάκι του ... με περιβάλλοντα χώρο του -περιήλθε λόγω πώλησης στον απώτερο δικαιοπάροχο του εναγομένου Α. Σ. Μ., ο οποίος το μεταβίβασε με το με αριθ. ...1985 συμβόλαιο γονικής παροχής στο γιο του Κ.. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο επίδικο από τον ενάγοντα, που είναι ανέκαθεν κάτοικος Αθηνών, συνεχώς, για χρονικό διάστημα οπωσδήποτε εικοσαετίας, ώστε να έχει αποκτήσει αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, στην οποία (έκτακτη χρησικτησία) στηρίζεται η αγωγή. Τούτο δε καθώς επί πολλά έτη παραμένει ακαλλιέργητο το δεκτικό καλλιέργειας μικρό τμήμα του, ενώ η εκμίσθωσή του για βοσκή αιγοπροβάτων τα τελευταία χρόνια στην Ε. Ρ., όπως αναφέρεται στις λαμβανόμενες υπόψη ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει και στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συνεχής, χωρίς διακοπή, ώστε να έχει συμπληρωθεί εικοσαετία με την άσκηση τέτοιων πράξεων νομής στο επίδικο. Το ως άνω συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είναι γνωστός στους όμορους ιδιοκτήτες ως ιδιοκτήτης του επιδίκου (όπως, άλλωστε, ούτε ο επικαλούμενος ως δικαιοπάροχός του Γ. Κ., Ε.) και γι’ αυτό δεν μνημονεύεται ως όμορος στους δικούς τους τίτλους ιδιοκτησίας που προαναφέρθηκαν. Στα ανωτέρω ας προστεθεί ότι η ύπαρξη ξηρολιθιάς στο μεγαλύτερο μέρος των ορίων του επιδίκου με τις όμορες ιδιοκτησίες δεν μπορεί να οδηγήσει αφ’ εαυτής σε συμπέρασμα για άσκηση πράξεων νομής επ’ αυτού, καθώς από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε αν κατασκευάστηκε στο σύνολό της ή τμηματικά από νομέα του επιδίκου ή από τους όμορους ιδιοκτήτες για την οριοθέτηση των δικών τους ιδιοκτησιών. Τέλος, η ύπαρξη του μονοπατιού που οδηγεί από το δημόσιο δρόμο στο ναό του ..., διασχίζοντας το επίδικο περίπου στο μέσο του, το οποίο χρησιμοποιείται για την πρόσβαση στο ναό, αλλά και περαιτέρω για την κάθοδο στην παραλία του ..., παρακάμπτοντας για λόγους συντόμευσης άλλο δρόμο, που βρίσκεται βορειότερα, και το οποίο έχει συντηρηθεί και βελτιωθεί (δημιουργία κλιμάκων από σκυρόδεμα) από το Δήμο ..., χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη του ενάγοντος, ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι είναι ή όχι δημοτικός δρόμος (βλ, σχετ. την με αριθ. .../2008 βεβαίωση Δημάρχου ..., το με αριθ. .../8.10.2013 έγγραφο Δημάρχου ... και απόσπασμα από το πρακτικό της με αριθ. ...26.10.2013 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου ...), αλλά και η τέλεση λειτουργιών και πανηγύρεων στο εκκλησάκι από τρίτους, χωρίς τη λήψη άδειας από τον ενάγοντα (όπως άλλωστε συνάγεται από τα εκτιθέμενα στην αγωγή του), καταδεικνύουν την απουσία πράξεων νομής με διάνοια κυρίου εκ μέρους του, οπωσδήποτε σε μέρος του επιδίκου που καταλαμβάνει το μονοπάτι και το ως άνω εξωκκλήσι με περιβάλλοντα χώρο του. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν".

VII. Η επισκόπηση των ανωτέρω παραδοχών με τα συγκροτούντα τον ιστό αυτών ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά εδραιώνει ασφαλή την αναιρετική δικανική πεποίθηση και την κρίση βεβαία, ότι: Οι λόγοι αναιρέσεως (όλοι) είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα: 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ενέχει αβασιμότητα, υπό το δεδομένο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (κατά τα ανελέγκτως δεκτά, ως άνω, υπ’ αυτού γενόμενα), στην προσβαλλομένη απόφασή του με προσήκουσα δικανικότητα κρίσεως προέβη στην ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων δια της υπαγωγής στο πραγματικό των εν λόγω δικαιϊκών κανόνων των προκυψάντων και ανελέγκτως, κατά τα ως άνω, ενστερνισθέντων υπό του Εφετείου περιστατικών, παραδοχές με τις οποίες στο διαφιλονικούμενο πόρισμα γίνεται δεκτό, ότι δεν συνέτρεξαν τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος με την περαιτέρω (αναιρετικώς ως δεκτή γενομένη ανέλεγκτη) παραδοχή, "ότι ο ενάγων δεν είναι γνωστός στους όμορους ιδιοκτήτες ως ιδιοκτήτης του επιδίκου (όπως, άλλωστε, ούτε ο επικαλούμενος ως δικαιοπάροχός του Γ. Κ. Ε.) και γι’ αυτό δεν μνημονεύεται ως όμορος στους δικούς τους τίτλους ιδιοκτησίας που προαναφέρθηκαν". 2) Αβάσιμος, μετά ταύτα, παρέπεται, ότι είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αφού η αβασιμότης του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν καταλείπει έδαφος ευδοκιμήσεως, αλλά αντιθέτως εμβολίζει και την ουσιαστική παραδοχή (βασιμότητα) και του δευτέρου αυτού λόγου αναιρέσεως υπό την έννοια, ότι καθίσταται πλέον αίολος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψιν τα ανωτέρω περί την χρησικτησία υπό του αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων επί του επιδίκου. 3) Η προσβαλλομένη απόφαση έχει νόμιμη (την προεκτιθέμενη) βάση, οι δε αιτιολογίες διακρίνονται για την σαφήνεια, με ειρμό δε προσήκουσας διαχρονικότητος περί την αλληλουχία των γεγονότων, κατά τα άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, όπως αυτά προπαρατίθενται στο ενδελεχές (αποδεικτικό) πόρισμα του Εφετείου. Γιαυτό και ενέχει αβασιμότητα (και) ο τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως.

VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να επιβληθεί δε στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), καθώς και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2015 αίτηση και κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς το από 29-9-2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Α. Ξ. περί αναιρέσεως της 61/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €). Και

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ