Legislator Case Law & Legislation
166/2014 AI generated

166/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 166/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 166 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 166/2014

Legislator headnote

AI generated

166/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 166 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 166/2014

Keywords

AI generated
withdrawal of parental rights withdrawal of parental custody withdrawal of parental authority deprivation of parental custody previous legal status exercise of parental responsibility
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 166 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 166/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Γ. Μ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Λάιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. χήρας Α. Τ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... 2)Π. Τ. του Α., κατοίκου ... και 3)Σ. συζ. Μ. Π., το γένος Α. Τ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αναστασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παγγαίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/5/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 14/5/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ή, αντίστοιχα σε αναίρεση κατά απόφασης πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ, δεν ιδρύει δε λόγο αναίρεσης κατά αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 5-6-2005 διεκδικητική αγωγή τους ισχυρίστηκαν, ότι είναι συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, το οποίο με κάθε λεπτομέρεια περιγράφεται σ' αυτήν κατά θέση, όρια και έκταση, ότι απέκτησαν τη συγκυριότητά τους ως καθολικοί διάδοχοι στη νομή του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών αναιρεσιβλήτων Α. Τ., που απεβίωσε στις 11-6-2001, ότι από το χρόνο του θανάτου του νέμονται το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χρησιμοποιώντας τούτο για εναπόθευση καυσόξυλων και λοιπών αντικειμένων και για την πρόσβαση στο όμορο ακίνητο, όπου βρίσκεται η οικία τους, προσμετρώντας και το χρόνο νομής του άνω αποβιώσαντος, ο οποίος από το έτος 1961 και μέχρι το θάνατό του νεμόταν και κατείχε το επίδικο, χρησιμοποιώντας το ως ξηραντήριο καπνού και ως χώρο αποθηκεύσεως γεωργικών μηχανημάτων, και ότι τον Σεπτέμβριο του 2004 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τους απέβαλε το επίδικο. Ζητούσαν δε να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να τους το αποδώσει. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που αξιούνται από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του πιο πάνω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων στοιχεία, γι' αυτό ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτο λόγους της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επικαλείται αοριστία της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, αφενός γιατί οι αναιρεσίβλητοι δεν αναφέρουν με πληρότητα στο δικόγραφο της αγωγής τους τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, στην οποία αυτή στηρίζει την βάση της αγωγής τους, ότι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και δη τις πράξεις νομής που άσκησαν αυτοί και ο δικαιοπάροχός τους στο επίδικο, και αφετέρου ότι στο αναφερόμενο στην αγωγή .../4-2-2004 συμβόλαιο δωρεάς, με το οποίο έγινε η μεταβίβαση του επιδίκου προς την αναιρεσείουσα από τον σύζυγό της δεν εκτίθενται το όνομα του συμβολαιογράφου και του Υποθηκοφυλακείου στο οποίο έγινε η μεταγραφή, καθώς και ο αριθμός και ο τόμος της μεταγραφής. Όμως, οι προβαλλόμενες με τους λόγους αυτούς αιτιάσεις αναφέρονται σε ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής, συνακόλουθα δε, σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ και, έτσι, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η Α. σύζυγος Ν. Μ., το γένος Μ., τύγχανε κυρία ενός οικοπέδου με αριθμό 469, κείμενο στο Ο.Τ. …του συνοικισμού Παλαιοχωρίου του Δ.Δ. Παλαιοχωρίου του Δήμου Παγγαίου του Νομού Καβάλας, εμβαδού 493 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν νοτίως με δρόμο, βορείως με το 468 οικόπεδο ιδιοκτησίας Α. Β., ανατολικώς με το 470 οικόπεδο ιδιοκτησίας Α. Τ. και δυτικώς με το 467 οικόπεδο ιδιοκτησίας Σ. Μ. Το ως άνω οικόπεδο περιήλθε στην κυριότητα της Α. συζ. Ν. Μ. ως πατρογονική κληρονομιαία περιουσία καθώς η οικογένειά της ήταν γηγενής, πλην όμως η ίδια ουδέποτε ασχολήθηκε με αυτό καθόσον κατοικούσε μόνιμα ήδη πριν το 1960 στη Γερμανία, όπου και απεβίωσε την 27.5.1976, αφήνοντας την υπ' αριθ. .../26.7.1965 δημόσια διαθήκη της συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Καβάλας Μαργαρίτου Προέδρου, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. 140/10.6.1976 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τον σύζυγό της Ν. Μ. του Δ. Ο Ν. Μ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά της αποβιωσάσης συζύγου του με την υπ' αριθ. 76/24.5.1977 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα την 9.6.1977 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παγγαίου στον Τ. … αρ. …, μεταξύ δε των ακινήτων που φέρεται να αποκτά με την ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας περιγράφηκε και το επίδικο υπ' αριθ. 469 οικόπεδο. Περαιτέρω όμως αποδείχθηκε ότι ήδη από το έτος 1961 ο Α. Τ. του Π., ο οποίος τυγχάνει κύριος του υπ' αριθ. 470 οικοπέδου, το οποίο είναι όμορο με το επίδικο και συνορεύει ανατολικά με το τελευταίο, κατέλαβε αυτό (επίδικο) και το χρησιμοποιούσε ως ξηραντήριο καπνών και αποθηκευτικό χώρο των γεωργικών του μηχανημάτων, ήτοι φρέζας, ραντιστικού και καλαμποκομηχανής, εκδηλώνοντας τη σαφή βούλησή του να εξουσιάζει αυτό, χωρίς να ενοχληθεί προς τούτο από οποιονδήποτε τρίτο μέχρι και το θάνατό του την 11.6.2001. Ειδικότερα ο Α. Τ. είχε κατασκευάσει μία πόρτα στην δυτική πλευρά του υπ' αριθ. 470 οικοπέδου του μετά της εντός αυτού οικία του (ανατολική πλευρά του επιδίκου), από την οποία πόρτα είχε άμεση πρόσβαση στο επίδικο, προκειμένου να εκτελεί ανενόχλητος τις ως άνω υλικές πράξεις νομής σ' αυτό. Το νότιο τμήμα του επιδίκου ήταν αρχικώς απερίφρακτο και ήταν το σημείο από όπου αρχικώς ο Α. Τ. εισέρχονταν στο επίδικο και κατευθυνόμενος προς το ανατολικό τμήμα αυτού (επιδίκου) εισερχόταν από την ως άνω είσοδο στην οικία του, ενώ κατά το έτος 1970 κατασκευάστηκε στο νότιο αυτό τμήμα του επιδίκου τοιχίο, προκειμένου αυτό να διαχωρίζεται από το δρόμο. Περαιτέρω στο δυτικό τμήμα του επιδίκου υπήρχε περίφραξη προκειμένου αυτό να διαχωρίζεται από το όμορο υπ' αριθ. 467 οικόπεδο, ιδιοκτησίας αρχικώς του Σ. Μ. και εν συνεχεία λόγω κληρονομικής διαδοχής του Γ. Μ., συζύγου της εναγομένης. Στο δυτικό αυτό σύνορο του επιδίκου ακινήτου όπου υπήρχε η ανωτέρω περίφραξη ήταν φυτεμένα και διάφορα δέντρα, από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του υπ' αριθ. 467 οικοπέδου, τα οποία αποτελούσαν πέραν της περίφραξης το φυσικό σύνορο, μεταξύ των υπ' αριθ. 467 οικοπέδου και του επιδίκου ακίνητου. Ήδη μετά το θάνατο του Α. Τ. την 11.6.2001, ο οποίος απεβίωσε χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, συνέχισαν να κατέχουν το επίδικο ακίνητο οι ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας και δη η πρώτη εξ' αυτών κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και ο δεύτερος και η τρίτη εξ' αυτών κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, εναποθέτοντας επ' αυτού και δη στο κατασκευασθέν από το δικαιοπάροχό τους υπόστεγο διάφορα γεωργικά εργαλεία και καυσόξυλα, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2004, όταν η εναγομένη ξαφνικά κατέλαβε το επίδικο ακίνητο και άρχισε έκτοτε να προβαίνει εντός αυτού σε διάφορες κατασκευές, ήτοι ισοπέδωσε το έδαφος αυτού με μηχάνημα και το επιχωμάτωσε, κατασκεύασε ράμπα από μπετόν αρμέ και άρχισε να καλλιεργεί εντός αυτού οπωροκηπευτικά, παρεμποδίζοντας την είσοδο των εναγόντων εντός αυτού. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε αρχικώς στο σύζυγό της Γ. Μ. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον αυτός κατά τους ισχυρισμούς της κατείχε αυτό με διάνοια κυρία από το έτος 1969, μετά από δήθεν άτυπη παραχώρηση που έγινε προς αυτόν από την αρχική ιδιοκτήτρια αυτού - θεία του Α. συζ. Ν. Μ., μέχρι και το έτος 2004, ο οποίος εν συνεχεία της το δώρησε δυνάμει του υπ' αριθ. .../4.2.2004 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Παγγαίου Σουλτάνας Τσέλιου, που μεταγράφηκε νόμιμα την 24.2.2004 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παγγαίου στον Τ… αρ. …. Ειδικότερα η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο δικαιοπάροχός της, μετά την ως άνω άτυπη παραχώρηση του επιδίκου προς αυτόν από τη θεία του Α. κατά το έτος 1969, χρησιμοποιούσε έκτοτε αυτό ως καπνοφυτώριο, συνεπικουρούμενος προς τούτο από τον πατέρα του Σ. Μ., ενώ παράλληλα κατά το έτος 1970 περιέφραξε τούτο γύρωθεν και καλλιέργησε αυτό με μηλιές, κερασιές και ελιές, ενώ οι οποιεσδήποτε υλικές πράξεις επ' αυτού από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, γινόταν τελείως περιστασιακά με την ανοχή πάντοτε του Γ. Μ., στα πλαίσια της εξυπηρέτησης και της καλής γειτονίας. Οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγομένης, οι οποίοι δικονομικά διαμορφώνονται ως ένσταση ιδίας κυριότητας, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι, καθόσον όπως αποδείχθηκε το επίδικο ακίνητο ουδέποτε δωρήθηκε άτυπα στον Γ. Μ. από την θεία του Α., καθόσον αν πραγματικά αυτό είχε συμβεί, θα το γνώριζε σαφώς ο σύζυγος της τελευταίας, Ν. Μ. και δεν θα συμπεριελάμβανε στην ως άνω προρηθείσα αποδοχή της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομιάς της συζύγου του το άνω ακίνητο ως κληρονομιαίο. Αντιθέτως λόγω της μακρόχρονης παραμονής του τελευταίου (Ν. Μ.) στην Γερμανία, ήταν λογικό να μην γνωρίζει αυτός την κατάληψη αυτού από τον Α. Τ. και γι' αυτό το λόγο το περιέλαβε στην ως άνω αποδοχή κληρονομιάς. Επιπλέον ουδόλως αποδείχθηκε η καλλιέργεια του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο της εναγομένης, καθόσον εντός αυτού δεν υπάρχουν όπως αβάσιμα επικαλείται η εναγομένη πληθώρα δέντρων, αντιθέτως υπάρχουν μόνο ελάχιστα δέντρα στο δυτικό σύνορο αυτού, τα οποία ως προελέχθη αποτελούσαν και το φυσικό σύνορο του επιδίκου με το όμορο υπ' αριθ. 467 οικόπεδο, τα οποία μάλιστα βρίσκονται εντός του τελευταίου και όχι εντός του επιδίκου. Πέραν όμως των ανωτέρω, ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι ο δικαιοπάροχος της εναγομένης Γ. Μ. αλλά και ο πατέρας αυτού Σ.Μ. θεωρούσαν αναμφισβήτητα το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησία του Α. Τ., αποτελεί το γεγονός ότι σε ανύποπτο χρόνο αμφότεροι οι ανωτέρω στην προσπάθεια τους να περιγράψουν τα όρια του υπ' αριθ. 467 ακινήτου τους, αναφέρουν ότι αυτό ορίζεται ανατολικώς με την ιδιοκτησία του Α. Τ., αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς με αυτόν τον τρόπο ότι το γειτονικό οικόπεδο, με αριθμό 469 (επίδικο) που βρίσκεται ανατολικά του δικού τους ακινήτου ανήκει στον Α. Τ.. Ειδικότερα, τόσο ο Σ. Μ. με την υπ' αριθ. .../21.12.1966 δημόσια διαθήκη του συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Παγγαίου Αθανασίου Παπανδρέου, με την οποία εγκαθιστά κληρονόμο του τον υιό του Γ. Μ. στο υπ' αριθ. 467 οικόπεδό του, όσο και ο Γ. Μ. με την υπ' αριθ. .../31.12.1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Καβάλας Ελένης Γερακίδη, με την οποία αποδέχεται την κληρονομιά του ως άνω πατέρα του Σ. Μ. και δη το καταληφθέν σε αυτόν υπ' αριθ. 467 οικόπεδο, ορίζουν ως ανατολικό όριο αυτού (του υπ' αριθ. 467 οικοπέδου) το οικόπεδο του Α. Τ., το οποίο όπως εμφαίνεται από όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους τοπογραφικά διαγράμματα είναι το επίδικο υπ' αριθ. 469 οικόπεδο. Επιπλέον δε στην προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. .../2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς συνταχθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Παγγαίου Ανθούλας Στρατηλάτη, με την οποία ο Μ. Μ., αδερφός του Γ. Μ. αποδέχεται την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του Σ. Μ., περιγράφεται διηγηματικώς η περιουσία του ως άνω αποβιώσαντος, όπου και πάλι το υπ' αριθ. 467 οικόπεδο αναφέρεται να συνορεύει μεταξύ άλλων με ιδιοκτησία του Α. Τ.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της υπερεικοσαετούς και πλέον νομής του επιδίκου ακινήτου από τον Α. Τ. και εν συνεχεία από τους ενάγοντες δεν δύναται να αναιρεθεί από τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγομένης, η οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως το υπ' αριθ. 1.738/30.12.1992 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας Παλαιοχωρίου, με το οποίο το υπ' αριθ. 467 οικόπεδο περιγράφεται να συνορεύει με οικόπεδο ιδιοκτησίας Α. Μ., καθώς όπως ήδη προελέχθη πράγματι το επίδικο ακίνητο ανήκε αρχικώς στη κυριότητα της Α. Μ. Εξάλλου το επικαλούμενο μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. 6026/4.11.2003 πιστοποιητικό του Δημάρχου του Δήμου Παγγαίου, στο οποίο πιστοποιείται ότι ο Γ. Μ. κατέχει το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου από το έτος 1968 δεν θεωρείται αξιόπιστο από το Δικαστήριο, καθόσον αυτό ελήφθη σε ύποπτο χρόνο και δη προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την εναγομένη στη σύνταξη του προρηθέντος υπ' αριθ. .../4.2.2004 συμβολαίου δωρεάς με το οποίο αυτή φέρεται να απέκτησε το επίδικο ακίνητο από τον Γ. Μ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι αποδείχτηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-αναιρεσείουσας άσκησαν ποτέ πράξεις νομής επί του επιδίκου, και κατόπιν τούτου, αφού δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχτηκε την αγωγή. Έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 369, 1192, 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αποδείχτηκε, ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην ένδικη αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επειδή, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, ένας δε από τους ως άνω λόγους είναι και ο προβλεπόμενος από την παρ. 3 του άρθρου αυτού, σύμφωνα με την οποία αναίρεση, κατά των ανωτέρω αποφάσεων επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο επιλαμβανόμενο εφέσεως, που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλη (Ολ. ΑΠ 5/2003 και ΑΠ 82/2011). Επομένως, ο δεύτερος αλλά και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι τόσο το Ειρηνοδικείο, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, όσο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδια να κρίνουν την ένδικη αγωγή, διότι "η αξία του επίδικου ακινήτου δεν είναι 11.500 ευρώ, όπως εσφαλμένως δέχτηκαν το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά 50.000 ευρώ", κατά μεν το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου είναι απαράδεκτος, διότι η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά δε το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου είναι αβάσιμος, διότι για την εκδίκαση της έφεσης της αναιρεσείουσας, που στρεφόταν κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, ήταν καθύλην αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο (άρθρο 18 αρ.2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.3994/2011 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που αφορά έφεση ασκηθείσα και εκδικασθείσα πριν την εν λόγω τροποποίηση). Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαΐου 2009 αίτηση της Ε. συζύγου Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 64/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ