166/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24409/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 796/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Ιουνίου 2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated166/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 Κ.Πολ.Δ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε.
Full text
Απόφαση 166 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 166/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24409/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 796/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Ιουνίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 796/2008 απόφαση του εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 Κ.Πολ.Δ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθη νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε.
Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση.
Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΟλΑΠ 15/98).
Έτσι η απόφαση, η οποία δεν έκρινε κατ' ουσίαν και απέρριψε την αγωγή για άλλο λόγο αποτελεί δεδικασμένο, που δεσμεύει το καλούμενο να εξετάσει εκ νέου την αγωγή δικαστήριο, μόνον εφόσον έχει την ίδια δικονομική έλλειψη, για την οποία απορρίφθηκε προηγουμένως. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Με την από 25-5-1997 (αριθ. εκθ. καταθ. 21868/1997) αγωγή του, όπως την εκτίμησε το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 2033/1999 απόφασή του (καταστάσα αμετάκλητη) και δέχθηκε το δικαστήριο εκείνο, ο αναιρεσείων ιστορούσε ότι ο αναιρεσίβλητος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της και τότε συνεναγομένης του ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ", έχοντας αναλάβει την πώληση των κατατεθειμένων στην τελευταία και αναφερόμενων μετοχών αλλοδαπής (ολλανδικής) εταιρίας, ανέθεσε να έλθουν σε επαφή με το επενδυτικό κοινό και να προβαίνουν σε προσυμβάσεις πώλησης μετοχών, σε διευθυντικά στελέχη της διευθυνόμενης από αυτόν εταιρίας, μεταξύ των οποίων ο Φ, ο οποίος σύνηψε με αυτόν (αναιρεσείοντα) από 24-2-1995 έως 19-4-1995 τις αναφερόμενες πέντε (5) προσυμβάσεις πώλησης μετοχών, συνολικής αξίας 65.000.000 δραχμών και αφού απέσπασε (ως προκαταβολή) αυτό το ποσό από τον αναιρεσείοντα εξαφανίσθηκε, αναγνώρισε δε με την από 27-5-1995 υπεύθυνη δήλωσή του επί εντύπου του ν. 1599/1986 ότι οφείλει στον αναιρεσείοντα το ως άνω ποσό.
Γι' αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος (εις ολόκληρον με τη διευθυνόμενη από αυτόν ασφαλιστική εταιρία) να του καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (αόριστη) με την 2033/1999 (οριστική) απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία, κρίθηκε ότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, υποτιθέμενα αληθή, δεν μπορούσε να θεμελιωθεί αξίωση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή του ποσού των 65.000.000 δραχμών, διότι τα περιστατικά αυτά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν:
α) ενοχή από σύμβαση, αφού ο ενάγων (αναιρεσείων) δεν ισχυρίσθηκε ότι τις προσυμβάσεις πωλήσεως σύνηψε με τους εναγόμενους ως πωλητές, ούτε έστω ότι ο Φ κατήρτισε τις συμβάσεις αυτές με τον ενάγοντα ως άμεσος αντιπρόσωπος των εναγομένων, β) ενοχή από αδικοπραξία, αφού ο ενάγων δεν απέδιδε στον εναγόμενο συγκεκριμένη παράνομη και υπαίτια πράξη, από την οποία επήλθε σ' αυτόν ζημία και γ) ενοχή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού δεν εξέθετε ότι το ποσό των 65.000.000 δραχμών περιήλθε στην περιουσία των εναγομένων αδικαιολογήτως από την περιουσία του ενάγοντος.
Στη συνέχεια ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη από 20-11-1999 (αρ. εκθ. καταθ. 44249/1999) αγωγή του, με την οποία εκτίθεται, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη πλέον των διαλαμβανόμενων στην προηγούμενη και μερικώς διαφοροποιημένα, ότι ο τρίτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) επιχειρηματίας, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος τότε της ασφαλιστικής εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕ, αλλά και αυτοτελώς επιχειρηματίας - ασφαλιστής, προκειμένου να πωλήσει στο επενδυτικό κοινό τις προαγορασμένες, από το έτος 1992, μετοχές της ...
Εταιρίας AEGON GRIEKENLALD HOLDING BV, τις οποίες είχαν οι εταιρίες του Ομίλου "Ασπίς Πρόνοια", έδωσε εντολή σε εξαρτημένα από αυτόν διευθυντικά στελέχη της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", μεταξύ των οποίων και στον Φ, ως αντιπρόσωπο της εταιρίας αυτής και της ανήκουσας στον ίδιο όμιλο δεύτερης εναγομένης, αλλά και ως προστηθέντα αυτών αλλά και του ίδιου του αναιρεσιβλήτου, τελώντας υπό την εξάρτησή του και τις οδηγίες του, να προέρχονται σε συμφωνίες (προσυμβάσεις - προσύμφωνα) πώλησης των μετοχών αυτών για λογαριασμό όλων των εναγομένων, στα πλαίσια δε αυτής της σχέσης εξαρτήσεως ο Φ εμφανίσθηκε στον αναιρεσείοντα και τον έπεισε να καταρτίσουν το από 28-11-1994 προσύμφωνο πωλήσεως μετοχών, με το οποίο ανελάμβανε ως αντιπρόσωπος, κατ'εντολή και για λογαριασμό των εναγομένων, ως πωλητών, να πωλήσει στον αναιρεσείοντα, έναντι προκαταβληθέντος τιμήματος 5.000.000 δραχμών, 1177 μετοχές της ασφαλιστικής εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, τις οποίες του παρέδωσε στις 24-2-1995 και ακολούθως, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη του τον έπεισε να αγοράσει τμηματικά από 24-2-1995 έως 19-4-1995 μετοχές της ίδιας εταιρίας έναντι τιμήματος 65.000.000 δραχμών, το οποίο προκατέβαλε ο αναιρεσείων, χωρίς να του παραδοθούν οι μετοχές που αγόρασε, εντός του συμφωνηθέντος χρόνου, αναγνώρισε όμως εγγράφως ο Φ την ευθύνη του προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια εξαφανίσθηκε, ενώ η πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία αρχικά του έδινε (δια των οργάνων της) καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις και ακολούθως αδιαφόρησε αυτή, όπως και οι λοιποί εναγόμενοι και δημιουργείται ευθύνη τους προς αποζημίωση λόγω υπερημερίας από τη σύμβαση της πώλησης.
Ακόμη δε επικουρικώς, δε ότι όλοι οι εναγόμενοι ως πωλητές δεν είχαν πρόθεση να μεταβιβάσουν και παραδώσουν στον αναιρεσείοντα τις συμφωνημένες μετοχές, αλλά σκόπευαν με τις παραπλανητικές υποσχέσεις του προστημένου υπαλλήλου τους Φ να σφετερισθούν τα χρήματα του αναιρεσείοντος (τίμημα πωλήσεως μετοχών που δεν του παρέδωσαν) "όπως και από άλλα θύματα έπραξαν" και ενέχονται γι' αυτό προς αποζημίωση από το αδίκημα της απάτης.
Γι' αυτό ζητείται να υποχρεωθούν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι, κυρίως από τη σύμβαση και επικουρικώς από αδικοπραξία να καταβάλουν στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) το ποσό των 65.000.000 δραχμών νομιμοτόκως από τις 19-4-1995. Ακόμη, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη, "ο ενάγων την ένδικη αγωγή του συμπλήρωσε με τα εξής στοιχεία:
Ότι ο εναγόμενος Ψ, είχε προστήσει στην υπηρεσία του τον Φ, δίδοντας σ' αυτόν ειδική εντολή, εξουσία και αρμοδιότητες για την πώληση των μετοχών, αν και είχαν (αμφότεροι) την πρόθεση να μην εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι αυτού (ενάγοντος) περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως των μετοχών, περαιτέρω δε και ότι ο Φ ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός του".
Με αυτό το περιεχόμενο, όπως κατά τα παραπάνω δέχθηκε τούτο και το Εφετείο, η δεύτερη (ένδικη) αγωγή, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσίβλητο και φέρεται προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, είναι ορισμένη και νόμιμη, διότι περιλαμβάνει στο ιστορικό της συμπληρωματικά ουσιώδη στοιχεία για τη θεμελίωση τόσο της κύριας (από σύμβαση) όσο και της επικουρικής (από αδικοπραξία) βάσης της, δηλαδή επίκληση σχέσης αντιπροσωπείας και προστήσεως μεταξύ του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου) και του αμέσως συμβληθέντος και φυσικού αυτουργού της αδικοπραξίας (απάτης) Φ και κοινό δόλο τούτων κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως από τον τελευταίο προς τον αναιρεσείοντα μετοχών διαχειριζομένων από τον αναιρεσίβλητο, τα οποία (περιστατικά) δεν είχαν περιληφθεί στην πρώτη αγωγή (σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου) και καθίστατο εξαιτίας τούτου, κατά τις αιτιολογίες της απορριπτικής γι' αυτή την αγωγή 2033/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης, μη νόμιμη.
Η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου από την απόρριψη της πρώτης αγωγής, εφόσον αυτή δεν εξετάσθηκε κατ' ουσίαν, δέσμευε το Εφετείο, που επιλήφθηκε της δεύτερης αγωγής, να μην την εξετάσει, εφόσον αυτή θα αποτελούσε επανάληψη εκείνης που απορρίφθηκε, όχι δε και μετά την επίκληση πρόσθετων ουσιωδών περιστατικών, που συνεπάγονται την εφαρμογή (και) άλλων νομικών διατάξεων και καθιστούν ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, κατά του αναιρεσιβλήτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 513, 516, 211, 330, 334, 343, 914, 922, 926, 297 και 298 του ΑΚ.
Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι με την τελεσίδικη απόφαση, που απέρριψε την πρώτη αγωγή ως μη νόμιμη, έχει παραχθεί δεδικασμένο ως προς το ουσιαστικό ζήτημα του δικαιώματος αποζημιώσεως του ενάγοντος από τον εναγόμενο, που δεν επιτρέπει την εξέταση της δεύτερης αγωγής, έστω και αν περιέχει τα άνω νέα στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της, επειδή ήταν δυνατή η παραδεκτή πρότασή τους στη δίκη που ανοίχθηκε και ακολούθως δέχθηκε την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί απαραδέκτου της δεύτερης αγωγής λόγω δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη του ως άνω δεδικασμένου.
Επομένως ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 16-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 796/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ