Legislator Case Law & Legislation
166/2008 AI generated

166/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 166/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 166 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

166/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 166 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 166 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 166/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ΕΛΠΗΝΩΡ ΦΑΪΝΑΝΣ ΑΕ" που τελεί σε εκκαθάριση, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανεστόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" που εδρεύει στην Κύπρο νόμιμα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Λιώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4367/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8795/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών και κατά συνέπεια παραδεκτώς πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και οι περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικές παραδοχές, με βάση τις οποίες αυτό κατέληξε να δεχθεί ή να απορρίψει αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, αφού μόνο με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, μπορεί να διαπιστωθεί εάν είναι δυνατόν ο έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του νόμου σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. (Ολ. ΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι υπάλληλοι της αντιδίκου της συναλλάχθηκαν κατά την ανάληψη προσωπικά με τον ίδιο τον εκπρόσωπό της και όχι με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αντιδίκου της είχαν προβεί στον απαιτούμενο έλεγχο ταυτοπροσωπείας και ότι είναι συνηθισμένο στην τραπεζική πρακτική η συμπλήρωση των σχετικών δελτίων ανάληψης και κατάθεσης να γίνεται ως προς όλα, πλην της υπογραφής του καταθέτη ή του αναλαμβάνοντος, τα στοιχεία, από τον εκάστοτε αρμόδιο υπάλληλο, στέρησε από νόμιμη βάση την απόφασή του, αφού δεν διέλαβε αιτιολογία άλλως διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στα κρίσιμα αυτά ζητήματα. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές) του Εφετείου σε σχέση με τα κρίσιμα αυτά ζητήματα. Συνακόλουθα ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι, λόγω τη αοριστίας του, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων και η αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Όταν, συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τα γεγονότα που στηρίζουν την αγωγή (ανταγωγή ή ένσταση ή αντένσταση) δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχτηκε, χωρίς απόδειξη, ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης συναλλάχθηκαν προσωπικά κατά την ανάληψη μόνο με τον ίδιο τον εκπρόσωπό της (αναιρεσείουσας) και όχι με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της αναιρεσιβαλλομένης, σε αυτήν αναφέρονται τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα από την εκτίμηση των οποίων το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη, την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (οι παραδοχές του) και σε τι συνίσταται το σφάλμα, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 32/1996). Για να είναι δε ορισμένος ο ίδιος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίες, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Δεν ιδρύεται, όμως, κατά τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και για την εκτίμηση των αποδείξεων, όταν, δηλαδή, η εφαρμογή τους, κατά τον αναιρεσείοντα, οδηγεί σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, καταλήγοντας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που κατ' αυτήν τα διδάγματα αυτού υπαγορεύουν ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμπλήρωσης των στοιχείων του δελτίου ανάληψης πλην της υπογραφής και ως προς τον τρόπο ελέγχου της ταυτοπροσωπείας κατά την ανάληψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α', ισχυριζόμενη ότι η αναιρσιβαλλομένη με το να δεχθεί ότι η συμμετοχή του ........... στην ένδικη συναλλαγή περιορίστηκε μόνο στο στάδιο της κατάθεσης των χρημάτων στον λογαριασμό του ............, παραβίασε τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 179 ΑΚ, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για το ορισμένο και παραδεκτό αυτού ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες. Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ορθώς έγινε ανάληψη ποσού της τάξεως των 60.000.000 δραχμών χωρίς να ληφθούν τα στοιχεία ταυτότητας του αναλαμβάνοντος, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο πλήρεις οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αλλ' αποσπασματικά με αποτέλεσμα να μη μπορεί να συναχθεί ποια η συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα αν αρκέσθηκε σε λιγότερα ή απαίτησε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, τα οποία βέβαια δεν εκθέτει. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και του περιεχομένου των εγγράφων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη την ......... ένορκη, ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά - Χατλάκη, βεβαίωση του ............. διότι αυτή δεν δόθηκε ύστερα από κλήτευση της ήδη αναιρεσείουσας δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αντίθετος τέταρτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΠΗΝΩΡ ΦΑΪΝΑΝΣ ΑΕ" για αναίρεση της 8795/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ