Appeal dismissed; court ruled inadmissible due to absent defendants and rejected evidence omission claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding nine individual defendants who failed to appear or participate in the hearing. The appellant argued the lower court ignored specific documents regarding the tender committee and energy regulator, but the court found these documents were already considered in the lower court's reasoning. Consequently, the appeal was dismissed for the absent parties, while the case was split to allow a separate trial against the Competition Commission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 para. 2, 568 para. 1, 2 and 4, 576 para. 1-3 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate in the appeal hearing as required by law, the court examines ex officio whether the absent party expedited the hearing; if not, the appeal is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1669 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1669/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολούδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Κ. του Κ., 3) Ι. Μ., 4) Α. Κ., 5) Δ. Λ., 6) Ν. Τ., 7) Β. Ν., 8) Δ. Δ., 9) Δ. Ξ., 10) Α. Μ. Τ., κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 641/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2018 αίτησή της και τους από 16/9/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017).
Στην προκειμένη υπόθεση η αναιρεσείουσα ούτε επικαλείται αλλά ούτε προσκομίζει σχετικές εκθέσεις, από τις οποίες να προκύπτει επίδοση της κρινομένης από 20-3-2018 αιτήσεως αναιρέσεως αλλά και των από 16-9-2021 προσθέτων αυτής λόγων κατά της υπ' αριθμ. 641/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στον δεύτερον, στον τρίτον, στον τέταρτον, στον πέμπτον, στον έκτον, στον έβδομον, στον όγδοον, στον ένατον, στην δεκάτη και στην ενδεκάτη των αναιρεσιβλήτων (Δ. Κ., Ι. Μ., Α. Κ., Δ. Λ., Ν. Τ., Β. Ν., Δ. Δ., Δ. Α., Δ. Ξ. και Α. Μ. Τ. αντιστοίχως) και συνεπώς, ως προς όλους τους προαναφερθέντες αναιρεσιβλήτους πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά και των προσθέτων αυτής λόγων. Εξάλλου, εφόσον μεταξύ των ανωτέρω, μη παρισταμένων, αναιρεσιβλήτων και της πρώτης, που παρίσταται, συντρέχει απλή και όχι αναγκαία ομοδικία, δεδομένου ότι αυτοί, με την ένδικη αγωγή τους, επιδιώκουν να τους επιδικασθεί αποζημίωση με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (914 επ. ΑΚ), σε συνδυασμό με αυτές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.), πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την πρώτη και να συζητηθεί η αναίρεση κατά το μέρος, που την αφορά.
Με την κρινομένη από 20-3-2018 αίτηση αναιρέσεως και τους από 16-9-2021 προσθέτους αυτής λόγους και κατά το μέρος τους που αφορούν την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 641/2007 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό των πρόσθετων αυτών λόγων απαιτείται όχι μόνον η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης.
Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου, καθιστά απαραδέκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Με τις ως άνω αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 16-9-2021 πρόσθετοι αυτής λόγοι αναιρέσεως, που άσκησε η αναιρεσείουσα παραδεκτά και ειδικότερα, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νομίμως στην ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ" στις 16-9-2021, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για την συζήτηση της κρινομένης αναιρέσεως δικάσιμο (18-10-2021), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 10879 Ζ'/16-9-2021 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Αναστασίου Τσακνάκη, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία αλλά συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1078/2020) και ως εκ τούτου πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των σχετικών προσθέτων αυτών λόγων (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως ήταν η εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 8-12-2010 αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσε ότι με την υπ' αριθμ. ...
διακήρυξη η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ" προκήρυξε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό για την αγορά ακινήτου προς στέγαση των υπηρεσιών της, χρονικής ισχύος 60 ημερών, με τιμή κατ' ανώτατο όριο 14.000.000 ευρώ, διενεργούμενο με την υποβολή φακέλου δικαιολογητικών συμμετοχής και ότι η ίδια (η ενάγουσα) κατέθεσε στις 30-6-2009 πλήρη φάκελο με την σχετική προσφορά της και με τα απαιτηθέντα κατά τους όρους της διακήρυξης έγγραφα, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και η υπ' αριθμ. ...
εγγυητική επιστολή της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" ποσού 700.000 ευρώ, πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση. Ιστορούσε ακόμη η ενάγουσα ότι ενώ στις 6-7-2009 η επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης έκανε δεκτή την προσφορά της (δηλαδή της ενάγουσας) και στις 21-7-2009 αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι το ακίνητο που προσφέρθηκε ήταν κατάλληλο, αναθέτοντας περαιτέρω στην επιτροπή εκτιμητών την εκτίμηση του ως άνω ακινήτου, εν τούτοις δεν την ενημέρωσε σχετικώς (την ενάγουσα), ούτε αιτήθηκε την παράταση του χρόνου ισχύος της προσφοράς της τελευταίας, με αποτέλεσμα αυτή (προσφορά), μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της, να μην ισχύει πλέον και να έχει αποσβεσθεί και ότι εκ του λόγου τούτου, αυτή (η ενάγουσα) με την από 15-9-2009 επιστολή της, ζήτησε από την πρώτη εναγόμενη να της επιστρέψει την ως άνω εγγυητική επιστολή.
Εξέθετε ακόμη η ενάγουσα ότι λόγω της συνεχιζόμενης απραξίας της πρώτης εναγόμενης, αυτή (δηλαδή η ενάγουσα) εκμίσθωσε το παραπάνω ακίνητο που είχε προσφέρει κατά την συμμετοχή της στον διαγωνισμό σε άλλο Ν.Π.Δ.Δ και με την από 17-11-2009 επιστολή της, ζήτησε εκ νέου από την πρώτη εναγόμενη, την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής και ότι ακολούθως, η πρώτη εναγόμενη, μολονότι είχε λάβει γνώση περί της απόσβεσης της προσφοράς της ενάγουσας, εξακολούθησε, κατά παράβαση των όρων της διακήρυξης και με παράνομες και καταχρηστικές ενέργειες την διαδικασία του διαγωνισμού, παρά το ότι εξ αρχής δεν είχε την σταθερή προς τούτο βούληση αλλά ούτε και τα οικονομικά μέσα για την καταβολή του τιμήματος του προσφερθέντος προς αγορά ακινήτου και ενώ ήδη από τα τέλη Αυγούστου του έτους 2009 είχε δημιουργήσει σ' αυτήν (την ενάγουσα) την πεποίθηση ότι ο διαγωνισμός επρόκειτο να ματαιωθεί, λόγω της εκ μέρους της πολλαπλών παραβάσεων των όρων διεξαγωγής του.
Ιστορούσε ακόμη η ενάγουσα ότι η συνέχιση της διαδικασίας του διαγωνισμού, ο οποίος και ολοκληρώθηκε με την κατακύρωσή του σ' αυτήν (την ενάγουσα), ήταν προσχηματική και έγινε από την πρώτη εναγόμενη με απώτερο σκοπό να επιτύχει την εις βάρος της κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και συνακόλουθα την είσπραξή της, όπως τελικά και συνέβη, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα παρέβη τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ως συμμετέχουσα στον διαγωνισμό, ενώ ισχυρίσθηκε ακόμη ότι οι 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6°s, 7ος, 8ος και 9ος των εναγομένων (και ήδη των αναιρεσιβλήτων), συμμετέχοντας κατά περίπτωση στα όργανα της πρώτης εναγόμενης και λαμβάνοντας αποφάσεις σε όλα τα στάδια διεξαγωγής του διαγωνισμού έως και την ολοκλήρωση του (κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα), ενήργησαν παράνομα και καταχρηστικά, με σκοπό να βλάψουν τα συμφέροντά της (της ενάγουσας) από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, όπως άλλωστε ομοίως παράνομα ενήργησε και η 10η εναγόμενη (και ήδη δεκάτη αναιρεσίβλητη), η οποία συνυπέγραψε με τον δεύτερον εναγόμενον την μη σύννομη και καταχρηστική αίτηση για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής.
Ότι στα πλαίσια της εκδίκασης αίτησης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε η ενάγουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα τη μεσεγγύηση και την προσωρινή απαγόρευση κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, η πρώτη εναγόμενη (και πρώτη αναιρεσίβλητη), εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο αυτής δεύτερον εναγόμενον (και ήδη δεύτερον αναιρεσίβλητο), κατέθεσε για την αντίκρουση της ως άνω αίτησης, το από 18-5-2010 σημείωμα, στο οποίο διέλαβε ανακριβή και απέκρυψε ακριβή γεγονότα (κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα στην αγωγή), κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, όπως άλλωστε έπραξε και η 11η εναγόμενη (και ήδη ενδεκάτη αναιρεσίβλητη), η οποία κατέθεσε ενόρκως στις 12-5-2010 ψευδή περιστατικά και έτσι επιτεύχθηκε η έκδοση της ευνοϊκής για την πρώτη εναγόμενη υπ' αριθμ. 5998/2010 απόφασης του προαναφερθέντος δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της ενάγουσας, ενώ η σχετική αυτή απόρριψη αυτή είχε ως επακόλουθο την κατάπτωση της ως άνω εγγυητικής επιστολής.
Ισχυριζόμενη λοιπόν η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ότι από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, αυτή (η ενάγουσα) ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 716.800 ευρώ και δη, κατά το ποσό των 700.000 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσό της ως άνω καταπεσούσης εγγυητικής επιστολής και κατά το ποσό των 16.800 ευρώ που αντιστοιχεί στα έξοδα αναλογικού χαρτοσήμου (2,4%) επί του ποσού αυτής (εγγυητικής επιστολής) και ότι επιπλέον αυτή (ενάγουσα) υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην προσβολή της εμπορικής της πίστης και φήμης έναντι τρίτων πελατών της και τραπεζών αλλά και στην οικονομική δυσπραγία που της προκάλεσε η απώλεια του ως άνω ποσού, ζήτησε, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού της αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν ως ενεχόμενοι από την τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία, α) το χρηματικό ποσόν των 716.800 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από τις 24-9-2010 (ημερομηνία κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής), άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) το ποσόν των 3.000.000 ευρώ (επιφυλασσόμενη για το επιπλέον ποσό των 45 ευρώ για το οποίο θα παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου), ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της εις βάρος της επιδειχθείσης αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, διαφορετικά και επικουρικά και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, ενώ ζήτησε ακόμη να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθότι κατέστη πλουσιότερη σε βάρος και με ζημία της περιουσίας της, το συνολικό χρηματικό ποσόν των 700.000 ευρώ, ως αχρεωστήτως εισπραχθέν, με το νόμιμο τόκο από 24-9-2010 (ημερομηνία κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής), άλλως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα.
Το προαναφερθέν πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 82/2014 απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στην συνέχεια και μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τόσον ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική αυτής βάση. Ακολούθως κατά της ως άνω πρωτοβαθμίου αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 30-9-2014 έφεσή της, μετά την συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 641/2017 απόφαση, με την οποίαν, αφού έγινε δεκτή η έφεση τυπικώς και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 82/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνον όμως ως προς το κεφάλαιο περί επιβολής δικαστικών εξόδων εις βάρος της ενάγουσας - εκκαλούσης, μέρος των οποίων (δικαστικών εξόδων) τελικώς επιβλήθηκε εις βάρος της τελευταίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση αλλά και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και επί πλέον ηθικής βλάβης καθώς επίσης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος και η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την στοιχειοθέτηση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Εξάλλου το παράνομο της αδικοπρακτικής ευθύνης συντρέχει και όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των προσώπων και αγαθών με τα οποία η συμπεριφορά ενός κοινωνού του δικαίου έρχεται ή μπορεί να έλθει σε επαφή ή άλλως "το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον".
Την υποχρέωση να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 ΑΚ). Την επιβάλλει ακόμα το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς.
Το κυριότερο κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεται εάν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβασή της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1102/2020, ΑΠ 123/2019, ΑΠ 1849/2017). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Με την διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με την μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στην ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό την ζημία του άλλου (άμεσος δόλος) αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με την συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ.
και άρθρο 298 ΑΚ), υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ' εαυτήν και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί στην συγκεκριμένη περίπτωση να αποδοθεί σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη - επαρκή αιτία της ζημίας.
Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτεθείσα έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού αλλά και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου - "θύματος", για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 900/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς και ζημίας αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, αντίστοιχα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ (ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 2038/2014, ΑΠ 783/2014, ΑΠ 764/2014).
Ειδικότερα, παράνομη συμπεριφορά, η οποία κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 547/2015).
Επίσης παράνομη είναι η συμπεριφορά και όταν αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλή πίστη είναι η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που δείχνει ο έντιμος και εχέφρων συναλλασσόμενος, σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν.
Η καλή πίστη, με την έννοια αυτή, αποτελεί κριτήριο συμπεριφοράς, το οποίο έχει αναχθεί σε κανόνα δικαίου, γι' αυτό και η συμπεριφορά που αντιτίθεται στο κριτήριο αυτό, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, αποτελεί αδικοπραξία με την παραπάνω έννοια και γεννά υποχρέωση για αποζημίωση (ΑΠ 516/2014).
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή χρηστά ήθη αποτελούν αόριστη νομική έννοια, για την συγκεκριμενοποίηση της οποίας κριτήρια είναι οι ιδέες του εκάστοτε κατά την γενική αντίληψη με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, για την κρίση δε της υπάρξεως ή μη υπάρξεως αντιθέσεως της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη εκτιμάται όχι μεμονωμένο στοιχείο, όπως το αίτιο ή ο σκοπός του δράστη, αλλά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 917/2020).
Εξάλλου κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης κατά το άρθρο 908 εδ.
α' ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από την θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες στην ανωτέρω διάταξη, μορφές έλλειψης της νομιμότητάς της.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ' όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία κατά νόμον στοιχεία, ήτοι: α) Την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) την συγκεκριμένη αιτία της μετακίνησης αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 342/2015).
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με την διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ ΑΠ 218/1977, ΑΠ 831/2020, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014).
Περαιτέρω η εγγυητική επιστολή, που εκδίδεται από Τράπεζα η οποία εκτός από ιδιωτική επιχείρηση διαμεσολαβήσεως στην κυκλοφορία του χρήματος, ασκεί παραλλήλως και δημόσια λειτουργία υπό την ευρύτερη έννοια του όρου, αφού η δραστηριότητά της αυτή αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία, αποτελεί ένα ιδιαίτερο τύπο εγγυήσεως και συνιστά ιδιόμορφη ετεροβαρή σύμβαση, που καταρτίζεται στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ και επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως των άρθρων 847 επ.
ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με αυτήν. Με την σύμβαση αυτή η Τράπεζα υπόσχεται την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού στον δέκτη της επιστολής, κατόπιν δηλώσεως αυτού για την κατάπτωσή της, είτε σε πρώτη ζήτηση είτε με όρους, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή την τύχη της βασικής σχέσεως (σχέσεως αξίας) μεταξύ του δέκτη της επιστολής και του οφειλέτη του, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εγγυητική επιστολή (ΑΠ 1942/2013).
H δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται όπως ήδη αναφέρθηκε, από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση.
Ειδικότερα, οι εγγυητικές επιστολές, που εκδίδονται από τράπεζες, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (ΑΚ 361) που διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του Εμπορικού Νόμου και εντολής του ΑΚ (ΑΠ 1884/2013), χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στον δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στην χρονοβόρα διαδικασία τους.
Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και το δανειστή και συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΚ 864 βλ. ΑΠ 983/1999). Η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής σε πρώτη ζήτηση, έχει την έννοια ότι η τράπεζα εγγυάται προς τον δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης διζήσεως.
Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή χρηματικό ποσόν χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη.
Στην περίπτωση αυτή επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρέωσης από την βασική σχέση. Η δικαστική ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστή (ή του προσώπου που υποκαθίσταται νομίμως στη θέση αυτού, όπως π.χ. κατόπιν εκχώρησης) να εισπράξει το ποσόν της εγγύησης - εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτη από την μεταξύ τους έννομη σχέση (ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1667/1995).
Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" - που συνήθως εκδίδεται με τη μεσολάβηση Τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα, που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς τον δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο να αντιτάξει από την σχέση κάλυψης ενστάσεις του εντολέα της πρωτοφειλέτη.
Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους ούτε αποβάλλει το χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από την βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (ΑΠ 1884/2013, ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008).
Επί πλέον, στην περίπτωση εγγυητικής επιστολής με μία από τις παραπάνω ρήτρες, μετά την κατάπτωση αυτής και την καταβολή του ποσού της στον δανειστή υπέρ του οποίου δόθηκε, ο πρωτοφειλέτης, πελάτης της εγγυήτριας τράπεζας, ο οποίος είναι αυτός που πράγματι θα καταβάλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής, αφού η τράπεζα το εισπράττει από αυτόν πραγματικά ή λογιστικά (αν έχει σε αυτή χρηματικό λογαριασμό), επικαλούμενος ότι δεν συντρέχει πραγματικός ή νομικός λόγος καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής, δικαιούται να στραφεί εναντίον του δανειστή που εισέπραξε το ποσό της εγγυητικής επιστολής και να ζητήσει ό,τι ο τελευταίος εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία.
Η αναζήτηση αυτή θα γίνει με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) ή και αδικοπραξίας (άρθρα 914 και 919 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της τελευταίας. Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου είναι επιβοηθητική, ασκούμενη όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Αν όμως, η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ) υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως από σύμβαση ή αδικοπραξία, τότε για την πληρότητα της επικουρικής αυτής αγωγής, αν μεν η κύρια βάση στηρίζεται στη σύμβαση, πρέπει να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, αν δε η κύρια βάση στηρίζεται στην αδικοπραξία, τότε πρέπει να αναφέρεται μόνο η ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αδικοπραξία, αφού την παραγραφή της σχετικής αξιώσεως απόκειται στον εναγόμενο να την προτείνει κατ' ένσταση (άρθρο 277 ΑΚ), ώστε μετά την απόσβεση της κύριας αξιώσεως από αδικοπραξία να ενεργοποιηθεί η από το άρθρο 938 ΑΚ επικουρική αγωγική αξίωση για το περιελθόν στον αδικοπραγήσαντα και να δημιουργηθεί η υποχρέωση του δικαστηρίου να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά της (ΑΠ 761/2020).
Τέλος και επί εγγυητικής επιστολής, ακόμη και "σε πρώτη ζήτηση", ισχύει η προβλεπόμενη από το άρθρο 281 ΑΚ, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, προστασία, στην οποία, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η εγγυήτρια Τράπεζα μπορεί και κατά τις αρχές της καλής πίστης οφείλει απέναντι στον εντολέα της οφειλέτη, υπέρ του οποίου εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή, να προσφύγει για να παρεμποδίσει την είσπραξη της εγγυητικής επιστολής, όπως όταν η Τράπεζα, που εξέδωσε την εγγυητική επιστολή, γνωρίζει κατά τρόπο αξιόπιστο και αναμφισβήτητο ότι δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής (ΑΠ 1651/2013, ΑΠ 1403/2008).
Εξάλλου κατά το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, όταν, η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και η εξ αυτής δημιουργηθείσα κατάσταση, δεν δικαιολογεί και καθιστά μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως εφόσον εκ τούτων δημιουργήθηκε εύλογα στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση επιφέρει σ' αυτόν επαχθείς συνέπειες, δημιουργώντας του εύλογα αίσθημα αδικίας (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 1830/2005), ενώ η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποίαν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσον του οφειλέτη, όσον και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από τον νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία και λειτουργεί όχι μόνον ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις, που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή (ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1292/2018).
Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και όποιος στο στάδιο αυτό προξενήσει ζημία υπαίτια στον άλλο, υποχρεούται να τον αποζημιώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Ως ζημία, η οποία αποκαθίσταται κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, συνδυαζομένων και με την διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, νοείται μόνον το αρνητικό διαφέρον (διαφέρον διάψευσης εμπιστοσύνης), δηλαδή η θετική ή αποθετική ζημία, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, συμπεριφορά του άλλου μέρους, που εκδηλώθηκε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για κατάρτιση σύμβασης και προκλήθηκε στον παθόντα διότι αυτός καλοπίστως πίστεψε στην επικείμενη κατάρτιση της σύμβασης.
Δεν νοείται ως ζημία στην περίπτωση αυτή και δεν αποκαθίσταται το διαφέρον εκπληρώσεως της συμβάσεως, ό,τι δηλαδή θα είχε ο παθών αν καταρτίζονταν η ματαιωθείσα τελικά σύμβαση, δεδομένου μάλιστα του ότι το μέρος που κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν ετήρησε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη συμπεριφορά, δεν ήταν υποχρεωμένο, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 ΑΚ καθιερούμενης ελευθερίας του προσώπου να συνάπτει ή να μη συνάπτει συμβάσεις και να καθορίζει το περιεχόμενο αυτών, να καταρτίσει την σύμβαση που τελικά δεν καταρτίστηκε (ΟλΑΠ 37/2005, ΑΠ 606/2015), ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 199 του ΑΚ "σε περίπτωση πλειστηριασμού, η σύμβαση, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση.
Άν δεν συνάγεται κάτι άλλο, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ωσότου δοθεί μεγαλύτερη προσφορά ή ωσότου ματαιωθεί η κατακύρωση". Από την ενδοτικού ως άνω χαρακτήρα διάταξη, συνάγεται ότι η διακήρυξη δημοπρασίας, που εξομοιώνεται με τον πλειστηριασμό, ενέχει πρόσκληση προς το κοινό για την υποβολή προτάσεων.
Αυτός που υπέβαλε την πιο συμφέρουσα προσφορά - πρόταση (υπερθεματιστής) δεσμεύεται μέχρι την υποβολή καλύτερης (μεγαλύτερης) προσφοράς ή την κατακύρωση ή την ματαίωση της κατακύρωσης, ενώ αυτός που προκήρυξε τον διαγωνισμό (προκηρύσσων) δεσμεύεται, μόνον μετά από την κατακύρωση, εκτός αν συνάγεται κάτι άλλο από την προκήρυξη της δημοπρασίας.
Επομένως, εκείνος που προκηρύσσει, δεν δεσμεύεται να αποδεχθεί την πρόταση, ακόμη και αν αυτή πληροί τους όρους που έταξε, είναι δηλαδή ελεύθερος να αποκρούσει την προσφορά και να ματαιώσει τον πλειστηριασμό, ενδέχεται όμως να υπέχει ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ. Συνακόλουθα, η διακήρυξη δεν αποτελεί πρόταση για την κατάρτιση σύμβασης, αφού τέτοια (πρόταση), αποτελεί μόνο η προσφορά εκείνου που συμμετέχει στον διαγωνισμό, η δε συνεπεία της πλειοδοτικής δημοπρασίας αγορά ακινήτου, δεν τελειούται με μόνη την κατακύρωση, αλλά με την κατά τους όρους του νόμου κατάρτιση της σύμβασης με τη σύνταξη του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου και τη μεταγραφή του (ΟλΑΠ 37/2005, ΑΠ 892/2013, ΑΠ 1955/2009, ΑΠ 892/2013, ΑΠ 1955/2009).
Εξάλλου κατά το άρθρο 15 του ΠΔ 715/1979 που τιτλοφορείται "Ενστάσεις - πρακτικόν διεξαγωγής διαγωνισμού", "1. Κατά της νομιμότητος της διακηρύξεως, της συμμετοχής μειοδότου ή της νομιμότητος διενεργείας του διαγωνισμού χωρεί ένστασις. 2. Δικαίωμα ενστάσεως έχουν μόνον οι συμμετέχοντες εις τον διαγωνισμόν.
Αύται υποβάλλονται εγγράφως ενώπιον της Επιτροπής Διαγωνισμού, κατά την διάρκειαν του διαγωνισμού ή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από της λήξεως διενεργείας αυτού. 3. Η Επιτροπή διαγωνισμού αποφασίζει οριστικώς επί των ενστάσεων, δι' ητιολογημένης αποφάσεως αυτης. 4. Επί του κατά την παράγραφον 7 του προηγουμένου άρθρου πίνακος μειοδοτικού διαγωνισμού η Επιτροπή Διαγωνισμού συντάσσει πρακτικόν το οποίον μετά των προσφορών, των τυχόν υποβληθεισών ενστάσεων, των επ' αυτών αποφάσεων, ως και εκθέσεως αυτης περί του συμφέροντος ή μη των επιτευχθεισών τιμών, υποβάλλει εις το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ.
συλλογικόν όργανον, διά την λήψιν τελικής αποφάσεως περί της κατακυρώσεως του διαγωνισμού και κατά το άρθρο 31 του ιδίου ΠΔ 715/1979 που τιτλοφορείται "Συνέχισις διαγωνισμού διά προφορικής μειοδοσίας. Ενστάσεις", "1. Κατά την συνεδρίασιν της Επιτροπής, καθ' ην διεξάγεται η προφορική μειοδοσία, οι ιδιοκτήται, των οποίων τα ακίνητα εκρίθησαν κατάλληλα, μειοδοτούν προφορικώς επί της μικροτέρας εγγράφου προσφοράς, αι μειοδοτικαί δε αύται προσφοραί, εγγράφονται εις τον πίνακα μειοδοτικού διαγωνισμού κατά σειράν και εκφωνούνται μετά του ονόματος του μειοδότου. 2.
Η προφορική μειοδοτική προσφορά γίνεται δεκτή εφ' όσον είναι τουλάχιστον κατά δύο τοις εκατόν κατωτέρα της μικροτέρας ως άνω εγγράφου τοιαύτης, κατά το ποσοστόν δε τούτο εξακολουθεί η μειοδοσία μέχρι πέρατος του διαγωνισμού, απαραδέκτου ούσης πάσης προσφοράς κατά μικρότεραν ποσοστόν. Πάσα προσφορά είναι υποχρεωτική διά τον μειοδότην, η υποχρέωσις δε αύτη, μεταβαίνει αλληλοδιαδόχως από του πρώτου εις τους ακολούθους και επιβαρύνει οριστικώς τον τελευταίον μειοδότην. 3.
Εν περιπτώσει καθ' ην ήθελον γίνει κατά την διάρκειαν της προφορικής μειοδοσίας νέαι προσφοραί ως επιτευχθέν μίσθωμα θεωρείται το διά της μικροτέρας εγγράφου προσφοράς ζητούμενον, επί πλειόνων δε ίσων προσφορών, το αφορών εις το υπό της Επιτροπής του διαγωνισμού επιλεγόμενον μίσθιον. Κατά της νομιμότητος της διακηρύξεως, της συμμετοχής μειοδότου, ή της νομιμότητος διεξαγωγής του προφορικού διαγωνισμού, επιτρέπεται η υποβολή ενστάσεων, ενώπιον της Επιτροπής, ήτις και αποφαίνεται οριστικώς επί τούτων.
Αι εν λόγω ενστάσεις, υποβάλλονται, μόνον υπό των συμμετεχόντων εις τον προφορικόν μειοδοτικόν διαγωνισμόν, εγγράφως, κατά την διάρκειαν τούτου, ή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από της λήψεως της διενεργείας αυτού", ενώ κατά το άρθρο 32 του ιδίου ΠΔ 715/1979 που τιτλοφορείται "Κατακύρωσις διαγωνισμού ή επανάληψις αυτού". "1.
Μετά το πέρας της προφορικής μειοδοσίας, η Επιτροπή συντάσσει πρακτικόν διενεργείας του διαγωνισμού διά του οποίου προτείνει ητιολογημένως, εις το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικόν όργανον, την μίσθωσιν του ακινήτου, ή την επανάληψιν του διαγωνισμού. Το πρακτικόν τούτο, συνοδεύεται υπό της εκθέσεως της Επιτροπής, περί καταλληλότητος του ακινήτου, επισυναπτομένων και των προσφορών των μειοδοτών, των ενστάσεων και των επ' αυτών αποφάσεων της Επιτροπής. 2.
Το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικόν όργανον, εντός δέκα πέντε ημερών από της κατά τα ανωτέρω υποβολής του πρακτικού και της αποφάσεως της Επιτροπής, αποφασίζει περί κατακυρώσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού ή επαναλήψεως τούτου, εκτός εάν εξ ειδικών λόγων, επιβάλλεται αναβολή λήψεως της αποφάσεως επί εύλογον χρονικόν διάστημα.
Διά την επιλογήν του καταλληλοτέρου ακινήτου, η Επιτροπή διαγωνισμού και το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικόν όργανον, δεν δεσμεύονται εκ του τυχόν μικροτέρου μισθώματος ετέρου ακινήτου, δύνανται δε, κατόπιν ειδικώς ητιολογημένης αποφάσεώς των, να προτιμήσουν οιονδήποτε εκ των προσφερομένων προς μίσθωσιν ακινήτων. 3.
Εάν θεωρηθή, υπό του Διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου, ασύμφορον το επιτευχθέν αποτέλεσμα, ή ουδείς μειοδότης προσήλθεν, κατά τον διενεργηθέντα διαγωνισμόν, ο διαγωνισμός επαναλαμβάνεται. Ούτος, προκηρύσσεται υπό του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικού οργάνου διά περιληπτικής διακηρύξεως αναφερομένης εις τους όρους της αρχικής, τοιαύτης και περιεχούσης απαραιτήτως τους (α), (β), (γ), (ε) και (η) όρους της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του παρόντος.
Διά την διενέργειαν επαναληπτικού διαγωνισμού, απαιτείται η προ δέκα τουλάχιστον ημερών δημοσίευσις εις τας εφημερίδας και γνωστοποίησις της νέας διακηρύξεως κατά τα οριζόμενα εν τοις παραγράφοις 3 έως 6 του άρθρου 28 του παρόντος". Κατά το άρθρο 54 του αυτού ως άνω ΠΔ 715/1979, που τιτλοφορείται "Τρόπος διεξαγωγής διαγωνισμού - Ενστάσεις", "1.
Κατά την οριζομένην εις την διακήρυξιν ημέραν και ώραν συνεδριάσεως της Επιτροπής διαγωνισμού, συνέρχεται αύτη δημοσία εις τον προσδιορισμένον τόπον, προβαίνει εις εξέτασιν των υποβληθεισών προσφορών, αναγράφει πάσας τας υποβληθείσας προσφοράς εις το πρακτικόν του διαγωνισμού και αποφαίνεται διά ητιολογημένης αποφάσεως περί αποδοχής ή απορρίψεως αυτών, εφ' όσον αύται δεν πληρούν τους όρους της διακηρύξεως. 2.
Οι διαγωνιζόμενοι μειοδόται υποχρεούνται, επί ποινή απορρίψεως πάσης περί αποζημιώσεως αιτήσεών των, κατά του Ν.Π.Δ.Δ. να ζητούν εγγράφως και επί αποδείξει προ της υποβολής του πρακτικού εις το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικόν όργανον όσας διασαφήσεις θεωρούν αναγκαίας. Τας διασαφήσεις ταύτας οφείλει η Επιτροπή να ανακοινώνη εις τον τόπον της δημοπρασίας και να καταχωρίζη εις τα σχετικά πρακτικά μετά μνείας των ανακοινώσεων. 3.
Η επιτροπή διαγωνισμού μετ' επιτόπιον επίσκεψιν προκρίνει τα κατ' αρχήν κατάλληλα ακίνητα και μετά αναθέτει εις την Επιτροπήν εκτιμητων περί ης η παρ. 2 του άρθρου 52 του παρόντος Π. Δ/τος, όπως, εντός δεκαημέρου το βραδύτερον, προβή εις γενική εξέτασιν και εκτίμησιν αυτών. Η Επιτροπή Εκτιμητών μετ' επιτόπιον επίσκεψιν και σχετικήν έρευναν υποβάλλει εις την Επιτροπήν του διαγωνισμού ητιολογημέμην έκθεσιν περί της εν γένει καταστάσεως ενός εκάστου των προκριθέντων ακινήτων από απόψεως υγιεινής, καταλληλότητος, επαρκείας δι' ον προορίζονται σκοπόν και περί της μισθωτικής και αγοραίας αξίας αυτών. 4.
Η Επιτροπή του διαγωνισμού, βάσει της εκθέσεως των Εκτιμητών και μετά επιτόπιον επίσκεψιν και εξέτασιν των προκριθέντων ακινήτων, συνεδριάζουσα παρουσία πάντων των μελών αυτής και αποφασίζουσα κατά πλειοψηφίαν, συντάσσει ητιολογημένην απόφασιν αυτής περί καταλληλότητος ή μη τούτων, ως και της μη καταλληλότητος των αρχικώς κριθέντων παρ' αυτής.
Αντίγραφον της αποφάσεως ταύτης κοινοποιείται επί αποδείξει εις άπαντας τους συμμετασχόντας εις τον διαγωνισμόν, περίληψις δε ταύτης τοιχοκολλάται έξωθεν των γραφείων της εκδούσης την διακήρυξιν Υπηρεσίας του Νομικού προσώπου. 5. Κατά της αποφάσεως της προηγουμένης παραγράφου περί καταλληλότητος ή μη των προσφερομένων ακινήτων χωρεί ένστασις ενώπιον του διοικούντος το Ν.Π.Δ.Δ.
συλλογικού οργάνου, κατά τα οριζόμενα εις το β' εδάφιον της παρ. 3 του άρθρου 30 του παρόντος. 6. Κατά την εκδίκασιν των υποβληθεισών κατά τύ ανωτέρω, ενστάσεων, οι ιδιοκτήται των οποίων τα ακίνητα εκρίθησαν τελικώς κατάλληλα καλούνται όπως προσέλθουν καθ' ωρισμένην ημέραν και ώραν προς συνέχισιν του διαγωνισμού διά προφορικής μειοδοσίας επί της αρχικής προσφοράς.
Κατά την διεξαγωγήν της προφορικής μειοδοσίας, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 31 του παρόντος Π. Δ/τος. 7. Εάν, διά της κατά την παράγραφον 4 του παρόντος άρθρου αποφάσεως της Επιτροπής του διαγωνισμού, κριθή κατάλληλον εν και μόνον εκ των προσφερθέντων προς αγοράν ακινήτων, ο διαγωνισμός περατούται και τα πρακτικά υποβάλλονται προς έγκρισιν εις το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ.
συλλογικόν όργανον, εις την κρίσιν του οποίου εναπόκειται ή η επανάληψις του διαγωνισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 57 του παρόντος Π. Δ/τος ή η κατακύρωσις του αποτελέσματος του διαγωνισμού" και κατά το άρθρο 55 του αυτού ως άνω ΠΔ 715/1979, που τιλοφορείται "Κατακύρωσις διαγωνισμού", "Διά την κατακύρωσιν του διαγωνισμού εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 32 του παρόντος Π.Δ/τος".
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έτσι χρειάζονταν κατάλληλη συμπλήρωση ή ερμηνεία με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφαση του, αλλά και να προκύπτει έμμεσα από αυτή (ΑΠ 1651/2013). Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 78/2020, 2267/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Για να είναι συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1312/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013 ΑΠ 1206/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 641/2017 απόφαση του προαναφερθέντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων επί λέξει τα ακόλουθα: "...Η πρώτη εναγόμενη, η οποία είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια από το έτος 1995 (Ν. 2996/1995) και με διακεκριμένη νομική προσωπικότητα και ικανότητα διαδίκου από το έτος 2005 (Ν. 3373/2005), με τη με αριθμ. ...
διακήρυξη και σε εκτέλεση της από 2-4-2009 (συνεδρίαση 1537) απόφασης αυτής, προκήρυξε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό με σφραγισμένες προσφορές για την αγορά ακινήτου πλήρως διαμορφωμένου, προκειμένου να καλύψει την ανάγκη μεταστέγασης των υπηρεσιών της, υπό τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην εν λόγω διακήρυξη και προβλέπονται από το π.δ/μα 715/1979.
Πλέον συγκεκριμένα και σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης, α) το προσφερόμενο ακίνητο θα πρέπει να διαθέτει συνολική ωφέλιμη επιφάνεια 4.500-5.500 τ.μ περίπου, εξαιρουμένων των κοινόχρηστων χώρων (όρος 2.2 της διακήρυξης), β) ο προϋπολογισμός για την αγορά του ακινήτου, πλήρως διαμορφωμένου, ορίστηκε κατ'ανώτατο όριο στο ποσό των 14.000.000 ευρώ (όρος 3 της διακήρυξης), το οποίο με τη ρητά μνημονευόμενη στην προκήρυξη με αριθμ. 8009/16-12-2008 εγκριτική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης σε συνδυασμό με τη με αριθμ. ...
απόφαση της πρώτης εναγόμενης δεσμεύτηκε για τον σκοπό αυτό στον προϋπολογισμό του έτους 2009, γ) το προσφερόμενο ακίνητο, κατά την ημέρα υποβολής της προσφοράς, θα πρέπει να ανήκει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον συμμετέχοντα στον διαγωνισμό που υποβάλλει την προσφορά και να είναι ελεύθερο παντός πραγματικού ή νομικού ελαττώματος, όπως και κατά την ημέρα υπογραφής της μεταβιβαστικής της κυριότητας συμβολαίου και της μεταγραφής αυτού, θα πρέπει να είναι ελεύθερο από μίσθωση, παραχώρηση χρήσης ή κάθε διεκδίκηση (όρος 2.10 της διακήρυξης), δ) ως ημερομηνία λήξης παραλαβής των προσφορών ορίστηκε η 12η-6-2009 και ώρα 12.00 (όρος 5 της διακήρυξης), ε) οι προσφορές θα δεσμεύουν τους προσφέροντες για χρονική περίοδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής της προφορικής μειοδοσίας κατά τους ορισμούς του κεφαλαίου 8.4 της διακήρυξης, ενώ η πρώτη εναγόμενη θα δύναται να ζητήσει τη δέσμευση των προσφερόντων για την παράταση του χρόνου ισχύος των προσφορών τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και μέχρι την ολοκλήρωση του διαγωνισμού ή την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου (όρος 6 της διακήρυξης), στ) κάθε προσφορά θα πρέπει να περιλαμβάνει τρείς (3) σφραγισμένους υποφακέλους που θα φέρουν εξωτερικά τον τίτλο, "δικαιολογητικά", "τεχνικά στοιχεία" και "οικονομική προσφορά" (όρος 7 της διακήρυξης) και ζ) ο φάκελος με τον τίτλο "δικαιολογητικά", θα πρέπει να περιλαμβάνει, επί ποινή απόρριψης της προσφοράς ως απαράδεκτης, μεταξύ άλλων, 1) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, ότι το ακίνητο, έως την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου και μεταγραφής αυτού στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, θα παραμένει στην ιδιοκτησία του προσφέροντος και θα είναι ελεύθερο παντός πραγματικού και νομικού ελαττώματος, 2) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 με την οποία ο προσφέρων θα δηλώνει ότι έλαβε γνώση των όρων της προκήρυξης και ότι τους αποδέχεται πλήρως και ανεπιφύλακτα και 3) γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή εγγυητική επιστολή αναγνωρισμένης τράπεζας, για ποσό ίσο με το ένα εικοστό (1/20) του αιτούμενου τιμήματος του ακινήτου, ως εγγύηση, ότι οι διαγωνιζόμενοι θα συμμετάσχουν στον διαγωνισμό, θα υποβάλλουν εμπροθέσμως τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, θα προσέλθουν εντός της τασσόμενης προθεσμίας στη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας και θα παραδώσουν το ακίνητο ελεύθερο βαρών, η ως άνω δε εγγύηση θα επιστραφεί, σ' αυτόν μεν που κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός, μετά την παραλαβή του ακινήτου σύμφωνα με το κεφάλαιο 11 της διακήρυξης, στους δε λοιπούς συμμετάσχοντες στον διαγωνισμό, εντός πέντε (5) ημερών από την κατακύρωση του αποτελέσματος αυτού (όρος 7.1.1.
της διακήρυξης). Ακολούθως, ορίστηκε από την πρώτη εναγόμενη 5μελής επιτροπή (όρος 8.2 της διακήρυξης), αποτελούμενη από τους, Ι. Σ., Κ. Μ., Χ. Η., Ι. Κ. και Σ. Β., μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, προκειμένου να διενεργήσει τον διαγωνισμό, κατά τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 54 και 55 του π.δ/τος 715/1979, όπως αυτά διαμορφώθηκαν εν προκειμένω στον όρο 8.4 της διακήρυξης, σύμφωνα με τον οποίο:
α) κατά την οριζόμενη στο κεφάλαιο 5 της διακήρυξης ημέρα και ώρα διεξαγωγής του διαγωνισμού, η επιτροπή διαγωνισμού συνέρχεται δημοσίως στη διεύθυνση της πρώτης εναγόμενης, προβαίνει στην εξέταση των υποβαλλομένων προσφορών, αναγράφει όλες τις υποβαλλόμενες προσφορές στο πρακτικό του διαγωνισμού και αποφαίνεται με αιτιολογημένη απόφαση για την αποδοχή ή την απόρριψη τους, εφόσον αυτές δεν πληρούν τους όρους της διακήρυξης, β) η επιτροπή διαγωνισμού, μετά από επιτόπια επίσκεψη, προκρίνει τα κατ'αρχήν κατάλληλα ακίνητα και αναθέτει στην επιτροπή εκτιμητών, όπως εντός δέκα (10) ημερών το αργότερο, προβεί σε γενική εξέταση και εκτίμηση τους, γ) η επιτροπή εκτιμητών, μετά από επιτόπια επίσκεψη και σχετική έρευνα, υποβάλλει στην επιτροπή διαγωνισμού αιτιολογημένη έκθεση για την εν γένει κατάσταση καθενός από τα προκριθέντα ακίνητα, από απόψεως υγιεινής, καταλληλότητας, επάρκειας για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται και για τη μισθωτική και αγοραία αξία τους, δ) η επιτροπή διαγωνισμού, βάσει της ως άνω έκθεσης της επιτροπής εκτιμητών και μετά από επιτόπια επίσκεψη και εξέταση των προκριθέντων ακινήτων, συνεδριάζει παρουσία όλων των μελών της και αποφασίζει κατά πλειοψηφία, συντάσσει αιτιολογημένη απόφαση για την καταλληλότητα ή μη των ακινήτων, καθώς και για τη μη καταλληλότητα των αρχικώς κριθέντων από αυτήν.
Αντίγραφο της προαναφερόμενης απόφασης κοινοποιείται επί αποδείξει σε όλους τους συμμετάσχοντες στον διαγωνισμό, περίληψη δε αυτής τοιχοκολλείται σε εξωτερικό σημείο των γραφείων της πρώτης εναγόμενης, ε) κατά της ως άνω απόφασης περί της καταλληλότητας ή μη των προσφερομένων ακινήτων, χωρεί ένσταση ενώπιον της ολομέλειας της πρώτης εναγόμενης, κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 30 του π.δ/τος 715/1979, στ) κατά την εκδίκαση των υποβαλλομένων κατά τα ανωτέρω ενστάσεων, οι ιδιοκτήτες των οποίων τα ακίνητα κρίθηκαν τελικώς κατάλληλα, καλούνται όπως προσέλθουν κατά ορισμένη ημέρα και ώρα για συνέχιση του διαγωνισμού, δια προφορικής μειοδοσίας επί της αρχικής προσφοράς, εφαρμοζομένων προς τούτο αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 31 του π.δ/τος 715/1979, ζ) εάν, μετά την κατά το στοιχείο δ' ανωτέρω απόφαση της επιτροπής διαγωνισμού, κριθεί κατάλληλο ένα μόνο από τα προσφερθέντα για αγορά ακίνητα, ο διαγωνισμός περατώνεται και τα πρακτικά υποβάλλονται για έγκριση στην ολομέλεια της πρώτης εναγόμενης, στην κρίση της οποίας εναπόκειται, είτε η επανάληψη του διαγωνισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 του π.δ/τος 715/1979, είτε η κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού και η) για την κατακύρωση του διαγωνισμού, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 32 του π.δ/τος 715/1979.
Ματαιωθέντος του διαγωνισμού κατά την ορισθείσα ημερομηνία της 12ης-6-2009, ορίσθηκε νέα προθεσμία για την υποβολή των προσφορών έως την 30η-6-2009, κατά τη λήξη της οποίας η ενάγουσα, υπέβαλε τη με αριθμ. ... έγγραφη σφραγισμένη προσφορά της, με την οποία προσέφερε προς πώληση, ένα ακίνητο της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής της, συνολικής μικτής επιφάνειας υπέργειων και υπόγειων χώρων 6.286 τ.μ που βρίσκεται στο με αριθμ. ...
Ο.Τ του Δήμου Αθηναίων, κείμενο επί των οδών ..., ... και ..., στην περιοχή του .... Κατά την υποβολή της προσφοράς της και στον σχετικό υποφάκελο με την ένδειξη "δικαιολογητικά", η ενάγουσα συνυπέβαλε, μεταξύ άλλων, κατά τον όρο 7.1.1 αρ. 6,7 και 9 αντίστοιχα της διακήρυξης, α) την από 12-6-2009 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 με την οποία, ο νόμιμος αυτής εκπρόσωπος Α.
Μ. δήλωσε ότι, το προσφερόμενο ακίνητο, έως την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου και μεταγραφής αυτού στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, θα παραμείνει στην ιδιοκτησία της ενάγουσας και θα είναι ελεύθερο παντός πραγματικού και νομικού ελαττώματος, βάρους και διεκδίκησης και ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής του πωλητηρίου συμβολαίου δεν θα υφίστανται μισθωτικές δεσμεύσεις ή ληξιπρόθεσμες οφειλές, λογαριασμοί και πάσης φύσεως τέλη, β) την από 12-6-2009 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1096 με την οποία, ο νόμιμος αυτής εκπρόσωπος Α.
Μ. δήλωσε ότι, η ενάγουσα έλαβε γνώση των όρων της διακήρυξης για την αγορά ακινήτου και τους αποδέχεται πλήρως και ανεπιφύλακτα και γ) τη με αριθμ. ... εγγυητική επιστολή που εκδόθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 11-6-2009 για ποσό 700.000 ευρώ με την οποία, η εκδότρια τράπεζα, παραιτούμενη ρητά και ανεπιφύλακτα από την προβολή των ενστάσεων διαιρέσεως και διζήσεως καθώς και οποιασδήποτε άλλης ένστασης ή τυχόν δικαιώματος της που απορρέει από τα άρθρα 852-856, 862-864 και 866-869 του ΑΚ, εγγυήθηκε ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα, έναντι της πρώτης εναγόμενης και υπέρ της ενάγουσας, ευθυνόμενη με την τελευταία εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης με ανώτατο όριο ευθύνης το ως άνω ποσό, για τη συμμετοχή της ενάγουσας στον διαγωνισμό που θα λάμβανε χώρα στις 12-6-2009 αλλά και για τις τυχόν επαναλήψεις αυτού, σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης και των συμπληρωμάτων αυτής, αντίγραφο των οποίων δήλωσε ότι της είχε παραδοθεί, ως ακολούθως: "Η εγγύηση αυτή αφορά στη συμμετοχή του προσφέροντος στο διαγωνισμό και στην υποχρέωση εμπρόθεσμης προσκόμισης των τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου, εμπρόθεσμης προσέλευσης σύνταξης του σχετικού πωλητηρίου συμβολαίου σε περίπτωση επυλογής του προσφέροντος και παράδοσης του ακινήτου ελεύθερου βαρών και διεκδικήσεων και μισθωτικών σχέσεων.
Στην περίπτωση που, λόγω της παραπάνω εγγύησης, αποφασίσετε κατά την ελεύθερη και αδέσμευτη κρίση σας, την οποία θα μας γνωστοποιήσετε, ότι ο εν λόγω διαγωνιζόμενος, παρέβη οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του, που έχει αναλάβει με τη συμμετοχή του στον εν λόγω διαγωνισμό, σας δηλώνουμε ότι αναλαμβάνουμε με την παρούσα την υποχρέωση να σας καταβάλουμε αμέσως και χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση το ποσό της εγγύησης ολόκληρο ή μέρος αυτού, σύμφωνα με τις οδηγίες σας και μόλις μας το ζητήσετε και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός τριών (3) ημερών από τη γνωστοποίηση σε εμάς της σχετικής ειδοποίησης σας, χωρίς να απαιτείται για αυτή την πληρωμή οποιαδήποτε εξουσιοδότηση, ενέργεια ή συγκατάθεση εκ μέρους του παραπάνω διαγωνιζόμενου και χωρίς να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε τυχόν σχετική ένσταση, επιφύλαξη ή προσφυγή του διαγωνιζόμενου σε διαιτησία ή σε δικαστήρια με αίτημα τη μη κατάπτωση αυτής της εγγυητικής επιστολής ή τη θέση αυτής σε δικαστική μεσεγγύηση
Δηλώνουμε ακόμη, ότι η εγγύηση μας αυτή θα ισχύει μέχρι να εκπληρώσει ο διαγωνιζόμενος όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό και μέχρι το χρόνο που σχετικά ορίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού και σε κάθε περίπτωση μέχρι να μας επιστραφεί αυτή η Εγγυητική Επιστολή μαζί με έγγραφη δήλωση σας, που θα μας απαλλάσσει από αυτήν την εγγύηση...".
Στις 30-6-2009, ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για την παραλαβή προσφορών, συνεδρίασε η επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης και παρουσία του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, αποδέχθηκε ομόφωνα τα δικαιολογητικά του φακέλου συμμετοχής της τελευταίας, αποφάσισε τη διακοπή της συνεδρίασης για τις 6-7-2009 προκειμένου να προβεί σε ενδελεχή μελέτη του φακέλου τεχνικών στοιχείων και στην αποσφράγιση του φακέλου της οικονομικής της προσφοράς, ενώ απέρριψε ως μη αποδεκτή την προσφορά της εταιρείας με την επωνυμία "..." η οποία είχε υποβάλλει έγγραφη εκδήλωση ενδιαφέροντος, συνετάγη δε περί όλων των ανωτέρω, το με αριθμ. ...
πρακτικό του διαγωνισμού (όρος 8.4.α της διακήρυξης). Στις 6-7-2009 συνεδρίασε εκ νέου η επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης και παρουσία του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, αποδέχθηκε ομόφωνα τα δικαιολογητικά του φακέλου της τεχνικής προσφοράς της τελευταίας, αποσφράγισε την οικονομική της προσφορά η οποία ανήρχετο σε 14.000.000 ευρώ και αποφάσισε ομόφωνα να προβεί σε επιτόπια επίσκεψη του ακινήτου της προσφέρουσας (ενάγουσας) στις 9-7-2009, συνετάγη δε περί όλων των ανωτέρω το με αριθμ. ...
πρακτικό του διαγωνισμού (όρος 8.4.β της διακήρυξης). Και ενώ ο προαναφερόμενος διαγωνισμός ευρίσκετο κατά τα προεκτεθέντα σε πλήρη εξέλιξη, στις 10-7-2009, δηλαδή μόλις μια (1) ημέρα μετά την επιτόπια επίσκεψη που πραγματοποίησε η επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης στο προσφερθέν ακίνητο παρουσία των εκπροσώπων της ενάγουσας, η τελευταία υπέβαλε προς τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, ο οποίος της είχε αποστείλει τη με αριθμ.
πρωτ. ... πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη μίσθωση χώρων γραφείου, τη με αριθμ. πρωτ. ... προσφορά της, με την οποία προσέφερε προς εκμίσθωση, το ίδιο ακίνητο, το οποίο είχε προσφέρει προηγουμένως προς πώληση στην πρώτη εναγόμενη. Στις 21-7-2009 συνεδρίασε η επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης και με πλειοψηφία τριών προς δύο μελών, προέκρινε ως κατάλληλο το κτίριο της ενάγουσας (το οποίο από πλευράς εργασιών ήταν στο στάδιο των τούβλων) και ανέθεσε στην επιτροπή εκτιμητών τη γενική εξέταση και εκτίμηση του από άποψη καταλληλότητας, επάρκειας και αγοραίας αξίας, συνετάγη δε περί όλων των ανωτέρω το με αριθμ. ...
πρακτικό του διαγωνισμού (όρος 8.4.β της διακήρυξης). Την αμέσως επόμενη ημέρα και δη στις 22-7-2009 η πρώτη εναγόμενη απέστειλε προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο με την ένδειξη "εξ. επείγον", με το οποίο ζήτησε να ορισθεί Οικονομικός Έφορος ή υπάλληλος Οικονομικής Εφορίας, προκειμένου να συσταθεί και με τη συμμετοχή του, η προβλεπόμενη στον όρο 8.3 της διακήρυξης, επιτροπή εκτιμητών.
Σημειωτέον ότι η επιτροπή εκτιμητών, είναι όργανο διαφορετικό και μη υπαγόμενο στην επιτροπή διαγωνισμού, προβλέπεται προς υποβοήθηση του έργου της τελευταίας και αποτελείται από δύο μηχανικούς ή υπομηχανικούς της πρώτης εναγόμενης, ή εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, από μηχανικούς ή υπομηχανικούς του Δημοσίου ή άλλων Ν.Π.Δ.Δ και από έναν Οικονομικό Έφορο ή υπάλληλο της Οικονομικής Εφορίας της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται το προσφερθέν ακίνητο, οι οποίοι προτείνονται από τους προϊστάμενους των αρμόδιων υπηρεσιών (άρθρ. 52 παρ. 2 του π.δ/τος 715/1979).
Στις 30-7-2009 εγκρίθηκε με τη με αριθμ. ... απόφαση του Δ.Σ του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε η σύναψη σύμβασης μίσθωσης χώρων γραφείου και αποθηκευτικού χώρου με την ενάγουσα, η απόφαση δε αυτή ανακοινώθηκε στην τελευταία με το με αριθμ. πρωτ. 111808/5-8-2009 έγγραφο του ως άνω Οργανισμού. Στις 2-9-2009 κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγόμενη το με αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με το οποίο ορίστηκε ως εκπρόσωπος του και μέλος της επιτροπής εκτιμητών ο προϊστάμενος της KB' ΔΟΥ Αθηνών, ενώ την ίδια ημέρα και λόγω της πιεστικής ανάγκης της πρώτης εναγόμενης για τη μεταστέγαση των υπηρεσιών της, συγκροτήθηκε με τη με αριθμ.
πρωτ. ... απόφαση του τότε προέδρου αυτής Σ. Ζ., η επιτροπή εκτιμητών, αποτελούμενη από, την Α. Κ., πολιτικό μηχανικό, τον Γ. Γ., αρχιτέκτονα μηχανικό και την Β. Κ., προϊσταμένη της KB' ΔΟΥ Αθηνών. Την ίδια δε ημέρα (2-9-2009) ορίσθηκε με τη με αριθμ. 17/2009 πράξη του τότε Υπουργικού Συμβουλίου, ως νέος Πρόεδρος και εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, ο δεύτερος εναγόμενος.
Στα πλαίσια ανάληψης των καθηκόντων του και δη στις 14-9-2009, ο δεύτερος εναγόμενος, συνοδευόμενος από ομάδα υπηρεσιακών παραγόντων της πρώτης εναγόμενης, επισκέφθηκε το προσφερθέν ακίνητο προκειμένου να επιθεωρήσει τους χώρους του, ξεναγήθηκε προς τούτο από εκπροσώπους της ενάγουσας και έλαβε την διαβεβαίωση ότι η πορεία των εργασιών κατασκευής του εξελίσσεται σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές.
Παρά όμως τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις εκ μέρους της ενάγουσας, την ίδια ημέρα που πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη στο ακίνητο από τον δεύτερο εναγόμενο, δηλαδή στις 14-9-2009, η ενάγουσα κατάρτισε με τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε σύμβαση, δυνάμει της οποίας του εκμίσθωσε το εν λόγω ακίνητο επί της οδού ... για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών αντί μηνιαίου μισθώματος 93.092,32 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια και κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του Ν. 4002/2011 που επέβαλαν τη μείωση των δημοσίων μισθωμάτων, διαμορφώθηκε σε 90.000,66 ευρώ μηνιαίως (όπως τούτο προκύπτει από τις με αριθμ.
πρωτ... και ... βεβαιώσεις του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, και από την από 14-9-2009 σύμβαση μίσθωσης). Την αμέσως δε επόμενη ημέρα της υπογραφής του ως άνω μισθωτηρίου συμβολαίου, η ενάγουσα απέστειλε στην πρώτη εναγόμενη το από 15-9-2009 έγγραφο, με το οποίο, αποκρύπτοντας την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης, ζήτησε την επιστροφή της με αριθμ. ...
εγγυητικής επιστολής που συνυπέβαλε για τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό, ισχυριζόμενη ότι έχει παρέλθει ο χρόνος ισχύος της προσφοράς της. Ο ως άνω όμως αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας, τον οποίο επαναφέρει με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, επικαλούμενη τον όρο 6 της διακήρυξης και τη με αριθμ. 733/1993 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, διατεινόμενη ότι, ο χρόνος ισχύος της προσφοράς της, με αφετήριο χρονικό σημείο την 30η-6-2009 (ημ/α διεξαγωγής του διαγωνισμού) άλλως την 6η-7-2009 (ημ/α αποσφράγισης της οικονομικής της προσφοράς) έληξε την 1η-9-2009, καθόσον η πρώτη εναγόμενη δεν ζήτησε την παράταση του χρόνου ισχύος αυτής (προσφοράς), κρίνεται αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος.
Πλέον συγκεκριμένα, κατά τον σχετικό με αριθμ. 6 όρο της διακήρυξης, "οι προσφορές δεσμεύουν τους προσφέροντες για χρονική περίοδο εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής της προφορικής μειοδοσίας (κεφάλαιο 8.4)". Καθίσταται συνεπώς σαφές, χωρίς την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ότι ο ως άνω όρος τέθηκε μόνο για την περίπτωση κατά την οποία, προκρίθηκαν ως κατάλληλα περισσότερα τους ενός ακίνητα, οπότε για τη συνέχιση του διαγωνισμού ακολουθεί το στάδιο της προφορικής μειοδοσίας επί της αρχικής προσφοράς (όρος 8.4.στ της διακήρυξης), σε τρόπο ώστε, κάθε νέα προσφορά να αντικαθιστά την προηγούμενη και να ισχύει για χρονική περίοδο εξήντα (60) ημερών.
Στην εξεταζόμενη όμως περίπτωση, η ενάγουσα ήταν η μόνη που συμμετείχε στον διαγωνισμό και ως εκ τούτου, αφού δεν υπήρξε στάδιο προφορικής μειοδοσίας, ενεργοποιήθηκε αυτόματα ο όρος 8.4.ζ της διακήρυξης, στον οποίο παραπέμπει ο όρος 6 αυτής, σύμφωνα με τον οποίο, "αν μετά την κατά το στοιχ. δ' ανωτέρω απόφαση της επιτροπής διαγωνισμού, κριθεί κατάλληλο ένα μόνο από τα προσφερθέντα για αγορά ακίνητα, ο διαγωνισμός περατώνεται και τα πρακτικά υποβάλλονται για έγκριση στην ολομέλεια της Ε.Α (ενν.
την πρώτη εναγόμενη), στην κρίση της οποίας εναπόκειται, είτε η επανάληψη του διαγωνισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 του π.δ/τος 715/1979, είτε η κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού". Ως εκ τούτου, η προσφορά που υπέβαλε η ενάγουσα, την δέσμευε, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε στην αρχή της παρούσας, μέχρι την ματαίωση της κατακύρωσης.
Η κρίση άλλωστε αυτή του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από τη με αριθμ. 733/1993 γνωμοδότηση του ΝΣΚ σύμφωνα με την οποία, η προφορική μειοδοσία είναι υποχρεωτική και στην περίπτωση που ο διαγωνισμός διενεργείται με ένα και μόνο μειοδότη, αφενός μεν διότι, η ως άνω γνωμοδότηση με την οποία επιχειρείται ερμηνευτική προσέγγιση του π.δ/τος 715/1979 δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, αφετέρου δε διότι, στην εξεταζόμενη περίπτωση κατισχύει η διάταξη του με αριθμ. 8.4.ζ όρου της διακήρυξης, η οποία ρητά αποκλείει το στάδιο της προφορικής μειοδοσίας εφόσον το προσφερθέν και κριθέν ως κατάλληλο ακίνητο, είναι μόνο ένα.
Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον η ενάγουσα είχε την άποψη ότι η προσφορά της είχε λήξει, όφειλε, επιδεικνύοντας συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα, να ζητήσει την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής άμεσα και δη την 1η-9-2009 και όχι να αναμείνει πρώτα την κατάρτιση της σύμβασης με τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε και αμέσως μετά να ζητήσει, εκ του ασφαλούς κατά την άποψη της, την επιστροφή της (εγγυητικής επιστολής).
Αντίθετα, η ενάγουσα, εμμένοντας στην ως άνω θέση της, απέστειλε στην πρώτη εναγόμενη και νέο έγγραφο με ημερομηνία 16-11-2009, με το οποίο ζήτησε την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής, ισχυριζόμενη επιπλέον ότι, ο διαγωνισμός έχει αποβεί άγονος και η προσφορά της θεωρείται ως σιωπηρώς απορριφθείσα και μη ισχύουσα, τουλάχιστον από τις 10-9-2009, καθότι από τον χρόνο διενέργειας του διαγωνισμού (30-6-2009) παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα, άνω των τεσσάρων (4) μηνών, χωρίς αυτός να έχει περατωθεί με δική της υπαιτιότητα (πρώτης εναγόμενης), μολονότι η ίδια τήρησε όλες τις υποχρεώσεις της οι οποίες απέρρεαν από την διακήρυξη.
Με το αυτό δε ως άνω έγγραφο, η ενάγουσα, αποφεύγοντας επιμελώς, για μια ακόμη φορά, να γνωστοποιήσει την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, δήλωσε στην πρώτη εναγόμενη, ότι προέβη σε ολική ανακατασκευή του προσφερθέντος ακινήτου, με αποτέλεσμα, η πραγματική του κατάσταση να διαφέρει ουσιωδώς, από πλευράς τεχνικών προδιαγραφών, σε σχέση με το ακίνητο που περιγράφηκε στην τεχνική της προσφορά και να μην καλύπτει πλέον τις ανάγκες στέγασης αυτής (πρώτης εναγόμενης).
Σε απάντηση του ως άνω εγγράφου και ενώ στο μεταξύ είχε μεσολαβήσει επιτόπια επίσκεψη στο ακίνητο της ενάγουσας που πραγματοποιήθηκε από την επιτροπή εκτιμητών στις 24-10-2009 (όρος 8.4.γ της διακήρυξης) καθώς και η αποστολή αιτήματος στο Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών (με αριθμ. πρωτ. ...) για την εκτίμηση του προσφερθέντος ακινήτου (όρος 10 της διακήρυξης), η πρώτη εναγόμενη, δια του προέδρου αυτής δεύτερου εναγόμενου, απέστειλε στην ενάγουσα το με αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο, με το οποίο της δήλωσε, ότι ουδέποτε χαρακτηρίσθηκε ως άγονος ο διαγωνισμός, ούτε απορρίφθηκε σιωπηρά η προσφορά της καθόσον αυτή κρίθηκε παραδεκτή και πλήρης παρουσία του εκπροσώπου της (ενάγουσας) κατά τις συνεδριάσεις της επιτροπής διαγωνισμού στις 30-6-2009 και στις 6-7-2009, αλλά αντίθετα, ο διαγωνισμός βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και βαίνει προς ολοκλήρωση, το χρονικό δε διάστημα που μεσολάβησε από τις 30-6-2009 έως και τις 23-11-2009 κρίνεται εύλογο, ενόψει της αντικειμενικής δυσκολίας συγκρότησης της επιτροπής εκτιμητών, λόγω του χρόνου που απαιτήθηκε για την υπόδειξη από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών του Οικονομικού Εφόρου, μέλους αυτής και του αναγκαίου στη συνέχεια χρόνου για τη μελέτη των υποβληθέντων στοιχείων.
Προσέτι, η πρώτη εναγόμενη επισήμανε στην ενάγουσα, ότι η ίδια (ενάγουσα) ήταν σε πλήρη γνώση της πορείας του διαγωνισμού, τόσο από τις τηλεφωνικές επαφές των εκπροσώπων της με τα μέλη της επιτροπής διαγωνισμού, όσο και από τις επιτόπιες επισκέψεις του προέδρου της πρώτης εναγόμενης και των υπηρεσιακών αυτής παραγόντων, που έλαβαν χώρα πάντα με την παρουσία των εκπροσώπων της (ενάγουσας) και την κάλεσε να συμπράξει, στο μέτρο των υποχρεώσεων της που απέρρεαν από τη διακήρυξη, στην περάτωση της διαδικασίας και στην ολοκλήρωση του διαγωνισμού.
Ακολούθως, η επιτροπή εκτιμητών υπέβαλε στην πρώτη εναγόμενη το από 18-12-2009 πρακτικό (όρος 8.4.γ της διακήρυξης), με το οποίο, κατέληξε αιτιολογημένα στο συμπέρασμα ότι, το προσφερθέν ακίνητο είναι κατάλληλο για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται. Με βάση το ως άνω πρακτικό, η επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης, αποτελούμενη μεταξύ άλλων και από τους τρίτο και όγδοο των εναγομένων, συνεδρίασε στις 11-1-2010 και αφού έλαβε υπόψη τη μέχρι τότε πορεία του διαγωνισμού και ενημερώθηκε για τις ανταλλαγές επιστολών μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, έκρινε αιτιολογημένα ότι η προσφορά της ενάγουσας βρίσκεται σε ισχύ, αποφάσισε κατά πλειοψηφία (με τρείς ψήφους υπέρ και δύο κατά) περί της κατ' αρχήν καταλληλότητας του προσφερθέντος ακινήτου και περαιτέρω αποφάσισε να επισκεφθεί το εν λόγω ακίνητο στις 19-1-2010 και να ενημερωθεί προς τούτο η ενάγουσα, συνετάγη δε περί όλων των ανωτέρω το με αριθμ. ...
πρακτικό. Στη συνέχεια, η επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση της ενάγουσας, πραγματοποίησε επιτόπια επίσκεψη στο προσφερθέν ακίνητο και αφού διαπίστωσε ότι οι εργασίες αποπεράτωσης του είχαν ολοκληρωθεί, με το από 19-1-2010 πρακτικό αυτής, αποφάσισε κατά πλειοψηφία περί της καταλληλότητας του ακινήτου (όρος 8.4.δ της διακήρυξης), αντίγραφο δε του ως άνω πρακτικού, κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με το με αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο της πρώτης εναγόμενης. Στο στάδιο αυτό και περατωθέντος πλέον του διαγωνισμού, το προαναφερόμενο πρακτικό υποβλήθηκε προς έγκριση στην ολομέλεια της πρώτης εναγόμενης (όρος 8.4.ζ της διακήρυξης), η τελευταία δε, συγκροτηθείσα από τους δεύτερο έως και ένατο των εναγομένων, εξακολουθώντας να αγνοεί ότι το προσφερθέν ακίνητο είχε ήδη εκμισθωθεί στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, με το με αριθμ. ...
πρακτικό της, κατακύρωσε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στην ενάγουσα. Τέλος, η πρώτη εναγόμενη, με το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της, ανακοίνωσε στην ενάγουσα το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και την κάλεσε να προσκομίσει εντός δέκα (10) ημερών πλήρεις τίτλους ιδιοκτησίας του προσφερθέντος ακινήτου με πρόσφατα πιστοποιητικά ιδιοκτησίας, βαρών και μη διεκδικήσεως (όρος 9.1 της διακήρυξης) και περαιτέρω της γνωστοποίησε ότι, η πώληση και η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου, τελεί υπό την αίρεση της εκτίμησης αυτού από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών (ΣΟΕ), σύμφωνα με τον όρο 10 της διακήρυξης.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, ο ισχυρισμός της ενάγουσας που προέβαλε με τις προτάσεις της στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης και επαναφέρει με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου της υπό κρίση έφεσης, ότι η απόφαση της πρώτης εναγόμενης με την οποία κατακύρωσε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στην ίδια είναι μη νόμιμη, λόγω της παράλειψης του σταδίου της προφορικής μειοδοσίας, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγή (άρθρ. 224, 526 του ΚΠολΔικ)...
όπως άλλωστε ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού όπως προεκτέθηκε, οι όροι της διακήρυξης δεν προέβλεπαν στάδιο προφορικής μειοδοσίας επί μίας και μόνης προσφοράς, όπως εν προκειμένω. Ενόψει της διαμορφωθείσας ως άνω κατάστασης, η ενάγουσα, η οποία εξ ιδίας υπαιτιότητας είχε καταστήσει αδύνατη την πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου της και ως εκ τούτου δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της να προσκομίσει τους τίτλους ιδιοκτησίας του ακινήτου που είχε προσφέρει (όρος 9.1 της διακήρυξης), άσκησε αντ' αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της πρώτης εναγόμενης αλλά και σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, την από 10-2-2010 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 27044/2139/2010) αίτηση, με την οποία ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και δη, τη θέση της εγγυητικής επιστολής υπό δικαστική μεσεγγύηση, τον ορισμό ως μεσεγγυούχου του εκάστοτε διευθυντή της ΕΤΕ του καταστήματος Αγγελοπούλου από το οποίο αυτή εκδόθηκε και την προσωρινή απαγόρευση της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής.
Επί της ως άνω αίτησης, πριν από τη συζήτηση της οποίας η ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινής διαταγής, εκδόθηκε η με αριθμ. 5998/2010 απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε (αίτηση) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης εναγόμενης που πραγματοποιήθηκε στις 28-7-2010 με τη συμμετοχή των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, όγδοου και ένατου των εναγομένων, αποφασίστηκε ομόφωνα να κινηθεί η διαδικασία κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής και εξουσιοδοτήθηκε ο δεύτερος εναγόμενος να προβεί στις απαραίτητες προς τούτο ενέργειες, περί όλων δε των ανωτέρω συνετάγη το με αριθμ. ...
πρακτικό. Ακολούθως, με το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της πρώτης εναγόμενης, το οποίο συνυπέγραψαν ο δεύτερος εναγόμενος, πρόεδρος αυτής και η δέκατη εναγόμενη, γενική διευθύντρια αυτής, γνωστοποιήθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η έκδοση της με αριθμ. 5998/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και η απόφαση της πρώτης εναγόμενης για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και ζητήθηκε να κατατεθεί το ποσό αυτής (700.000 ευρώ) στον τραπεζικό λογαριασμό της Επιτροπής Ανταγωνισμού, λόγω του ότι η ενάγουσα είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ως συμμετέχουσα στον διαγωνισμό.
Στη συνέχεια δε, η ΕΤΕ, δοθέντος και του ότι η επίμαχη εγγυητική επιστολή είχε εκδοθεί με ρήτρα σε πρώτη ζήτηση, στις 24-9-2010 προχώρησε στην κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, κατέθεσε το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, με αντίστοιχη ισόποση χρέωση του λογαριασμού της ενάγουσας, στον οποίο χρεώθηκε επιπλέον και το ποσό των 16.800 ευρώ που αντιστοιχούσε στα έξοδα του αναλογικού χαρτοσήμου (2,4% επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής), περί όλων δε των ανωτέρω, ενημέρωσε την ενάγουσα με τη με αριθμ.
πρωτ. ... επιστολή της. Υπό τα εκτεθέντα, πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ενέργεια της πρώτης εναγόμενης να ζητήσει της κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής δεν ήταν ούτε καταχρηστική, ενέχουσα δηλαδή προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 του ΑΚ ορίων, ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου στον οικείο τομέα συναλλαγών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Πλέον συγκεκριμένα, η ενάγουσα, η οποία συμμετείχε στη διαδικασία του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού με την ελεύθερη βούλησή της και με την από 12-6-2009 υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της, δήλωσε προς την πρώτη εναγόμενη ότι είχε λάβει γνώση των όρων της διακήρυξης και τους αποδεχόταν ανεπιφύλακτα, παραβίασε υπαιτίως την απορρέουσα από τον όρο 2.10 της διακήρυξης υποχρέωσή της να διατηρεί το ακίνητο που προσέφερε ελεύθερο παντός πραγματικού ή νομικού ελαττώματος (ως τέτοιο δε νοείται και η μίσθωση κατ' άρθρο 514 του ΑΚ) από την ημέρα υποβολής της προσφοράς της έως και την ημέρα υπογραφής του μεταβιβαστικού της κυριότητας συμβολαίου, όπως άλλωστε είχε προς τούτο ρητά δεσμευτεί με την από 12-6-2009 υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της, καθώς ήδη από τις 14-9-2009 είχε καταστήσει τη μεταβίβαση του ακινήτου της αδύνατη, λόγω της εκμίσθωσης αυτού προς τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών.
Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας ότι ο χρόνος ισχύος της προσφοράς της, με αφετήριο χρονικό σημείο την 30η-6-2009 (ημ/α διεξαγωγής του διαγωνισμού) άλλως την 6η-7-2009 (ημ/α αποσφράγισης της οικονομικής της προσφοράς) έληξε την 1η-9-2009 και ως εκ τούτου σύννομα προέβη στην κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, ανεξαρτήτως του ότι κρίθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν αναιρεί την ευθύνη της για την παράβαση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με βάση τους όρους της διακήρυξης, αφού σε κάθε περίπτωση, όφειλε να ζητήσει και την άποψη της επιτροπής διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης για το θέμα αυτό, έτσι ώστε να είναι βεβαία ότι είχε αποδεσμευτεί από τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό.
Δεν είχε όμως εξ αρχής πρόθεση η ενάγουσα να ανακινήσει το ως άνω ζήτημα, αφού ήδη από τις 10-7-2009, δηλαδή δέκα (10) μόλις ημέρες από την έναρξη της διενέργειας του διαγωνισμού (30-6-2009) και την αποδοχή της προσφοράς της, διενήργησε παράλληλες διαπραγματεύσεις με τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε στον οποίο κατέθεσε πλήρη φάκελο προσφοράς, προκειμένου να επιτύχει την εκμίσθωση του ακινήτου της.
Η ενέργεια δε αυτή της ενάγουσας δεν ήταν "πλήρως δικαιολογημένη" όπως η ίδια διατείνεται, ισχυριζόμενη ότι κατά την επιτόπια επίσκεψη που πραγματοποίησαν τα μέλη της επιτροπής διαγωνισμού στο προσφερθέν ακίνητο στις 9-7-2009, τρία από αυτά (μέλη) ανέφεραν στον επιβλέποντα μηχανικό αυτής Κ. Δ. ότι διατηρούσαν επιφυλάξεις σχετικά με την καταλληλότητα του κτιρίου και ότι η επιτροπή εκτιμητών δεν είχε ακόμη συσταθεί, αφού γνώριζε ότι η προσφορά που υπέβαλε στην επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης, την δέσμευε μέχρι την ματαίωση της κατακύρωσης.
Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ως βάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η προσφορά που υπέβαλε προς τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, δεν είχε την έννοια της προσφοράς αλλά της απάντησης στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που της απηύθυνε ο τελευταίος, ότι δεν ήταν δεσμευτική και ότι τελούσε υπό την αίρεση της μη ευόδωσης του διαγωνισμού που είχε προκηρύξει η πρώτη εναγόμενη.
Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η με αριθμ. πρωτ. ... προσφορά της ενάγουσας, υποβλήθηκε στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε χωρίς αίρεση ή όρο και μάλιστα μία (1) μόλις ημέρα μετά την εκ μέρους της παραλαβή της με αριθμ. πρωτ. ... πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος που της απέστειλε ο ως άνω Οργανισμός, έφερε όλα τα στοιχεία της προσφοράς (και όχι της απάντησης), αφού περιελάμβανε φάκελο με τα τεχνικά στοιχεία του προσφερθέντος ακινήτου καθώς και φάκελο οικονομικής προσφοράς, ο μόνος δε όρος που τέθηκε από την πλευρά του μισθωτή και τούτο μετά τις 5-8-2009, οπότε είχε προκριθεί ως κατάλληλο το ακίνητο της ενάγουσας και της είχε γνωστοποιηθεί εγγράφως η σχετική με αριθμ.
πρωτ. ... απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού, αφορούσε το χρόνο παράδοσης του μισθίου που ορίστηκε για την 31η-12-2009. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα διαλαμβανόμενα στο από 23-10-2012 έγγραφο του τότε Προέδρου του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε Ξ. Β. που προσκομίζει η ενάγουσα, στο οποίο αναφέρεται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ζήτησε να καταρτισθεί η σύμβαση μίσθωσης με τον ως άνω Οργανισμό κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2009 "δεδομένου ότι υπήρχαν κάποιες δεσμεύσεις", αλλά αντίθετα, ενισχύουν την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ενάγουσα, επιθυμούσε να καταρτίσει την εν λόγω σύμβαση τον μήνα Σεπτέμβριο, ώστε με την δικαιολογία της λήξης ισχύος της προσφοράς που είχε υποβάλει στην πρώτη εναγόμενη, να ζητήσει την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής.
Εξάλλου, η καθυστέρηση της πρώτης εναγόμενης να ορίσει έγκαιρα την επιτροπή εκτιμητών κατά παράβαση του όρου 8.3 της διακήρυξης η οποία ορίστηκε τελικά στις 2-9-2009 και συγκροτήθηκε αυθημερόν και περαιτέρω, η καθυστέρηση της ως άνω επιτροπής να διενεργήσει εντός δέκα (10) ημερών από τη σύσταση της αυτοψία στο προσφερθέν ακίνητο η οποία τελικά έλαβε χώρα στις 24-10-2009, συνιστούν μεν παρατυπίες του διαγωνισμού, όπως βάσιμα η ενάγουσα ισχυρίζεται, πλην όμως δεν καθιστούν καταχρηστική ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη την ενέργεια της πρώτης εναγόμενης να ζητήσει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, καθότι οι ως άνω παραλείψεις συνδέονται με τη νομιμότητα διενέργειας του διαγωνισμού, κατά της οποίας χωρεί ένσταση (άρθρ. 15 παρ. 1 του π.δ/τος 715/1979) από τους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό η οποία υποβάλλεται εγγράφως ενώπιον της επιτροπής διαγωνισμού, κατά τη διάρκεια αυτού ή εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη λήξη διενέργειας αυτού (άρθρ. 15 παρ. 2 του π.δ/τος 715/1979).
Στην προκείμενη όμως περίπτωση, η ενάγουσα ουδεμία ένσταση υπέβαλε ενώπιον της επιτροπής διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης, με αποτέλεσμα, ο διαγωνισμός να θεωρείται καθ' όλα έγκυρος. Τα ανωτέρω ισχύουν και αναφορικά με τον ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι η πρώτη εναγόμενη της αποστέρησε τη δυνατότητα να υποβάλει ένσταση κατά του από 19-1-2010 πρακτικού της επιτροπής διαγωνισμού με το οποίο κρίθηκε κατάλληλο το ακίνητο που είχε προσφέρει, καθότι, το ως άνω πρακτικό της κοινοποιήθηκε στις 22-1-2010 και μέχρι τις 29-1-2010, οπότε της κοινοποιήθηκε η απόφαση της ολομέλειας της πρώτης εναγόμενης για την κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού στην ίδια, είχε το χρονικό περιθώριο να υποβάλλει την ένσταση που επιθυμούσε και την οποία όφειλε να ασκήσει εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την κοινοποίηση σ' αυτή της έκθεσης περί καταλληλότητας (άρθρ. 30 παρ. 3 του π.δ/τος 715/1979).
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι την έκθεση εκτίμησης του προσφερθέντος ακινήτου η οποία εκδόθηκε από το ΣΟΕ στις 15-4-2010 όφειλε η πρώτη εναγόμενη να έχει εξασφαλίσει πριν από την κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού (21-1-2010), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθότι η εκτίμηση του ΣΟΕ δεν ήταν προαπαιτούμενο της κατακύρωσης του διαγωνισμού αλλά της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου (όρος 10 της διακήρυξης).
Σε κάθε δε περίπτωση, όλοι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της ενάγουσας που αφορούν τη νομιμότητα διενέργειας του διαγωνισμού, δεν ασκούν έννομη επιρροή, καθότι, από τις 30-6-2009 οπότε έγινε δεκτή η προσφορά της ενάγουσας από την επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης έως τις 24-10-2009 οπότε η επιτροπή εκτιμητών διενήργησε αυτοψία στο προσφερθέν ακίνητο και έως τις 15-4-2010 οπότε εκδόθηκε η έκθεση εκτίμησης του ως άνω ακινήτου από το ΣΟΕ, η ενάγουσα είχε παραβεί προ πολλού τις συμβατικές της υποχρεώσεις και είχε ήδη καταστήσει αδύνατη τη μεταβίβαση του ακινήτου της στην πρώτη εναγόμενη, αφού στις 14-9-2009 είχε προβεί στην εκμίσθωση του.
Από τα προαναφερόμενα δε πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται περαιτέρω ότι, ουδέποτε η πρώτη εναγόμενη δημιούργησε στην ενάγουσα την πεποίθηση ότι ο διαγωνισμός δεν επρόκειτο να ολοκληρωθεί, όπως η τελευταία αβάσιμα ισχυρίζεται με την αιτιολογία ότι, η όλη διαδικασία καθυστερούσε υπέρμετρα και εκ του λόγου τούτου, έχοντας διαβλέψει ότι δεν επρόκειτο να συναφθεί σύμβαση με την πρώτη εναγόμενη, άδραξε την επιχειρηματική ευκαιρία που της παρουσιάστηκε και εκμίσθωσε το ακίνητο της στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.
Και τούτο, διότι, όπως προεκτέθηκε, το χρονικό διάστημα από τις 30-6-2009, οπότε έγινε αποδεκτή η προσφορά της ενάγουσας, έως και το κομβικό χρονικό σημείο της 14ης-9-2009, οπότε η ενάγουσα προέβη στην κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης με τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε και συνακόλουθα κατέστησε πλέον αδύνατη τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου της, κρίνεται εύλογο με βάση τα κρατούντα στις περιπτώσεις διενέργειας δημόσιων διαγωνισμών, σε κάθε δε περίπτωση, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις διεξαγωγής του διαγωνισμού, το ως άνω χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μακροχρόνια αδράνεια της πρώτης εναγόμενης, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η τελευταία εκδήλωσε μέχρι τότε (14-9-2009) οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά που να ήταν ικανή να δημιουργήσει στην ενάγουσα την εύλογη πεποίθηση ότι εγκατέλειψε τον διαγωνισμό.
Επομένως, δεν συντρέχουν εν προκειμένω ειδικές περιστάσεις που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, δικαιούχου του δικαιώματος που ασκήθηκε, ώστε να μη δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, καθόσον η πρώτη εναγόμενη, όχι μόνο δεν άφησε ποτέ να νοηθεί (έστω και σιωπηρά) ότι δεν θα διενεργούσε τον διαγωνισμό, αλλά αντίθετα, με θετικές της ενέργειες, κατέστησε σαφές το αντίθετο.
Μόνο δε το γεγονός ότι στο παρελθόν, η πρώτη εναγόμενη, υπό περιστάσεις που δεν προέκυψαν, είχε ολοκληρώσει εντός τριών (3) μηνών τον δημόσιο διαγωνισμό που είχε προκηρύξει για την αγορά του ακινήτου στον οποίο στεγάζονταν, δεν καθιστά άνευ ετέρου καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της να ζητήσει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, όπως η ενάγουσα αβάσιμα ισχυρίζεται.
Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ως βάσιμος και ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ενώ εκείνη είχε ενημερώσει τρείς φορές την πρώτη εναγόμενη και δη στις 15-9-2009 και στις 16-11-2009 με τις έγγραφες επιστολές της αλλά και με προφορική δήλωση προς το ΣΟΕ στα μέσα Νοεμβρίου του έτους 2009 που ζήτησε την άδεια να εκτιμήσει το ακίνητο, ότι δεν την ενδιέφερε πλέον η πώληση του ακινήτου της το οποίο είχε τεχνικά διαφοροποιηθεί σε σχέση με το αρχικά προσφερθέν, εν τούτοις η πρώτη εναγόμενη προχώρησε στην ολοκλήρωση του διαγωνισμού προσχηματικά και μόνο για εισπρακτικούς λόγους.
Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα, μολονότι γνώριζε ότι η προσφορά που υπέβαλε στην επιτροπή διαγωνισμού της πρώτης εναγόμενης την δέσμευε μέχρι την ματαίωση της κατακύρωσης, επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την έννοια της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας κατά την αντίληψη του έμφρονα συναλασσόμενού (άρθρ. 197 του ΑΚ) που επιβάλλει την υποχρέωση διαφώτισης του αντισυμβαλλόμενου μέρους, απέφυγε επιμελούς να ενημερώσει την πρώτη εναγόμενη για την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης με τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε, αλλά εμμένοντας στη θέση ότι η ισχύς της προσφοράς της έχει λήξει και ότι ο διαγωνισμός έχει αποβεί άγονος, ζητούσε μετ' επιτάσεως την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής.
Συνακόλουθα, η πρώτη εναγόμενη, αγνοώντας την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης και βασιζόμενη στην από 18-12-2009 έκθεση της επιτροπής εκτιμητών, η οποία σημειωτέον αποτελεί ανεξάρτητο όργανο μη υπαγόμενο στην επιτροπή του διαγωνισμού, δυνάμει της οποίας (έκθεσης) το προσφερθέν κτίριο κρίθηκε κατάλληλο, σύννομα, με βάση τους όρους της διακήρυξης και του π.δ/τος 715/1979, προέβη στην κατακύρωση του διαγωνισμού στην ενάγουσα.
Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν κρίνεται και ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι η πρώτη εναγόμενη δεν είχε, ούτε τη βούληση, αλλά ούτε και τα οικονομικά μέσα να προβεί στην αγορά του προσφερθέντος ακινήτου. Πλέον συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 703/1977 που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 42 του Ν. 3105/2003 και υπό την ισχύ του οποίου διενεργήθηκε ο διαγωνισμός, η σύμβαση αγοράς ακινήτου για τη στέγαση των υπηρεσιών της πρώτης εναγόμενης, δεν καταρτίζεται από την ίδια, αλλά από τον Υπουργό Ανάπτυξης, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποκτά την κυριότητα του ακινήτου προς χρήση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με τίμημα το οποίο καταβάλλεται από τους πόρους της τελευταίας.
Προς τούτο και σε σχέση με την εξεταζόμενη περίπτωση, στις 16-12-2008 εκδόθηκε η με αριθμ. ... εγκριτική απόφαση του τότε Υπουργού Ανάπτυξης, με βάση την οποία, σε συνδυασμό με τη με αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δεσμεύτηκε, για τον σκοπό αγοράς κτιρίου, στον προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2009 της πρώτης εναγόμενης, το ποσό των 14.000.000 ευρώ (άρθρ. 50 παρ. 1, 2 του π.δ/τος 715/1979).
Ειδικότερα, για τον ως άνω σκοπό ενισχύθηκε ο κωδικός αριθμός εξόδου (ΚΑΕ) 7241 ("αγορά οικοπέδων και κτιρίων") του προϋπολογισμού του ως άνω οικονομικού έτους κατά το ποσό των 12.000.000 ευρώ με ταυτόχρονη ισόποση αύξηση του κωδικού εσόδων (ΚΑΕ) 6111 ("ταμειακό υπόλοιπο"), ενώ υπήρχε ήδη εγκεκριμένο στον προϋπολογισμό και το ποσό των 5.000.000 ευρώ.
Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την πρώτη εναγόμενη ισοζύγια λογιστικής του κρίσιμου χρονικού διαστήματος από 1-9-2009 έως και 31-7-2010, προκύπτει ότι, τα χρηματικά της διαθέσιμα, μετά την αφαίρεση των πάσης φύσεως δαπανών της, υπερέβαιναν σταθερά το προσφερθέν από την ενάγουσα τίμημα των 14.000.000 ευρώ, αφού αυτά ανήρχοντο, στις 30-9-2009 στο ποσό των 20.559.127,73 ευρώ, στις 31-10-2009 στο ποσό των 15.660.577,16 ευρώ, στις 30-11-2009 στο ποσό των 15.955.223,93 ευρώ, στις 31-12-2009 στο ποσό των 16.168.168,32 ευρώ, στις 31-1-2010 στο ποσό των 16.290.043,70 ευρώ, στις 28-2-2010 στο ποσό των 16.162.192,50 ευρώ, στις 31-3-2010 στο ποσό των 16.741.531,73 ευρώ, στις 30-4-2010 στο ποσό των 16.806.450,70 ευρώ, στις 31-5-2010 στο ποσό των 16.663.931,66 ευρώ, στις 30-6-2010 στο ποσό των 16.813.859,06 ευρώ και στις 31-7-2010 στο ποσό των 17.709.496,29 ευρώ.
Επομένως, η πρώτη εναγόμενη, λόγω της κατά τα προεκτεθέντα επιτακτικής ανάγκης εξεύρεσης κτιρίου για τη στέγαση των υπηρεσιών της, διατηρούσε καθ' όλο το χρόνο διεξαγωγής του διαγωνισμού τόσο τη σταθερή βούληση όσο και την οικονομική δυνατότητα να προβεί στην αγορά του προσφερθέντος ακινήτου, με τη διαρκή δέσμευση του τιμήματος των 14.000.000 ευρώ, ενώ ουδέποτε τα χρηματικά της διαθέσιμα μειώθηκαν κάτω του ποσού των 15.660.577,16 ευρώ, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ενάγουσα.
Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, σε εκτέλεση της με αριθμ. Β2/17-8-2009 απόφασης των τότε Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης εγκρίθηκε κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 703/1977 η απόδοση στο Δημόσιο ποσού 5.600.997 ευρώ από το οικονομικό αποτέλεσμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού της διετίας 2007-2008, αφού και μετά την εκταμίευση του ποσού αυτού στις 21-10-2009 και την απόδοση του προς το Ελληνικό Δημόσιο, ως πλεόνασμα των διαχειριστικών χρήσεων 2007-2008, τα χρηματικά διαθέσιμα της πρώτης εναγόμενης στις 31-10-2009 ανήρχοντο, όπως προεκτέθηκε, στο συνολικό ποσό των 15.660.577,16 ευρώ.
Ούτε άλλωστε ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος, με τη με αριθμ. πρωτ... επιστολή του προς τον τότε Υπουργό Ανάπτυξης, είχε ζητήσει τον περιορισμό του ως άνω ποσού (5.600.997 ευρώ) στο ποσό των 2.300.000 ευρώ, αφού όπως προεκτέθηκε, η πρώτη εναγόμενη διατηρούσε καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα επαρκή χρηματικά διαθέσιμα για την κάλυψη της αγοράς του ακινήτου της ενάγουσας, όπως τούτο εμφαίνεται και στους ισολογισμούς αυτής (πρώτης εναγόμενης), από τους οποίους προκύπτει ότι, τα χρηματικά της διαθέσιμα, κατά την οικονομική χρήση του έτους 2008 ανήρχοντο σε 14.569.001,43 ευρώ, για την οικονομική χρήση 2009 ανήρχοντο σε 16.168.168,32 ευρώ και για την οικονομική χρήση 2010 ανήρχοντο σε 20.823.436,18 ευρώ.
Εξάλλου, από το γεγονός ότι με τη διάταξη του άρθρου 233 παρ. 3 του Ν. 4072/2012 θεσπίστηκε νομοθετικά η υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης να διαθέσει ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού ποσοστό 80% από το συσσωρευμένο πλεόνασμα που δημιούργησε κατά την οικονομική χρήση του έτους 2011, δεν προκύπτει η χρονικά προγενέστερη αδυναμία της προς καταβολή του τιμήματος του προσφερθέντος ακινήτου, όπως η ενάγουσα αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού κατά ρητή πρόβλεψη της ως άνω διάταξης, για τον υπολογισμό του πλεονάσματος δεν θα συνυπολογίζεται το ποσό που έχει ήδη καταχωρηθεί στον προϋπολογισμό της πρώτης εναγόμενης για την αγορά κτιρίου, όπως τούτο άλλωστε ρητά προκύπτει και από τη σχετική εισηγητική έκθεση.
Η αναφορά δε στην τελευταία ότι, για την οριστική αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος της πρώτης εναγόμενης πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα αγοράς ενός παλαιού κτιρίου που βρίσκεται ακριβώς σε επαφή με το υπάρχον το οποίο στεγάζει τις υπηρεσίες της, δεν αποδεικνύει την ανυπαρξία βούλησης της πρώτης εναγόμενης να αγοράσει το ακίνητο που της προσέφερε η ενάγουσα, όπως η τελευταία αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά αντίθετα, αποδεικνύει ότι η σχετική επιτακτική ανάγκη στέγασης των υπηρεσιών της πρώτης εναγόμενης είχε δημιουργηθεί προ πολλού, για την αντιμετώπιση της οποίας άρχισε να εξετάζει εναλλακτικές λύσεις, όταν πλέον η ενάγουσα είχε καταστήσει αδύνατη τη μεταβίβαση της κυριότητας του προσφερθέντος ακινήτου της.
Τέλος, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η πρώτη εναγόμενη, δια του προέδρου αυτής δεύτερου εναγόμενου, στα πλαίσια εκδίκασης στις 12-5-2010 της εναντίον της αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με το από 18-5-2010 σημείωμα που κατέθεσε, απέκρυψε δολίως το αποτέλεσμα της από 15-4-2010 έκθεσης του ΣΟΕ με βάση την οποία η αξία του προσφερθέντος ακινήτου εκτιμήθηκε στο ποσό των 9.605.000 ευρώ, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να εκδοθεί ευνοϊκή υπέρ αυτής (πρώτης εναγόμενης) απόφαση έτσι ώστε να ζητήσει στη συνέχεια την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, καθόσον γνώριζε ότι, λόγω του ύψους της εκτίμησης του ακινήτου το οποίο υπολείπονταν κατά το ποσό των 4.395.000 ευρώ σε σχέση με το προσφερθέν τίμημα των 14.000.000 ευρώ, η επίμαχη εγγυητική επιστολή δεν κάλυπτε πλέον κανένα υπαρκτό δικαίωμα της και η παρακράτηση αυτής ήταν άνευ αντικειμένου, κρίνεται απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τον όρο 10 της διακήρυξης, η εκτίμηση του ΣΟΕ δεν ήταν προαπαιτούμενο της κατακύρωσης του διαγωνισμού αλλά της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας του προσφερθέντος ακινήτου, δεν κατέλυε κανένα νόμιμο δικαίωμα της πρώτης εναγόμενης και αποτελούσε το υπόβαθρο για περαιτέρω διαπραγματεύσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, αφού κατά τη ρητή διατύπωση του ως άνω όρου, "το οριστικό τίμημα αγοράς του ακινήτου, θα διαμορφωθεί βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων (ενν.
την έκθεση του ΣΟΕ) και κατόπιν διαπραγματεύσεων με τον πωλητή". Τα ανωτέρω, γνώριζε ασφαλώς η ενάγουσα, αφού στη σελίδα 13 της αίτησης της για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ανέφερε επί λέξει, "Πράγματι και η άνω προκήρυξη προβλέπει στον όρο 10 αυτής την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου από το Σώμα των Ορκωτών Εκτιμητών, μετά την κατακύρωση του διαγωνισμού και πριν την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, οπότε και σε κάθε περίπτωση παρέλκει η διαδικασία της Επιτροπής Εκτιμητών".
Σε κάθε δε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι, η πρώτη εναγόμενη έλαβε γνώση του περιεχομένου της από 15-4-2010 έκθεσης εκτίμησης του ΣΟΕ μετά την εκδίκαση της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων και δη στις 3-6-2010, οπότε και έλαβε στην κατοχή της αντίγραφο αυτής, κατά την εξόφληση του με αριθμ. ... τιμολογίου παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε το ΣΟΕ με το με αριθμ. ...
γραμμάτιο είσπραξης ποσού 12.523,85 ευρώ. Αντίθετη κρίση, δεν μπορεί να συναχθεί από το παραδεκτά προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα (κατ' άρθρ. 529 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ) με ημερομηνία 15-4-2010 διαβιβαστικό έγγραφο του ΣΟΕ που υπογράφει ο τότε γενικός διευθυντής αυτού Π. Κ., με το οποίο, απευθύνεται στην πρώτη εναγόμενη και της γνωστοποιεί το ποσό που πρέπει να καταβάλει για την κατάρτιση της έκθεσης εκτίμησης, η οποία φέρεται ως συνημμένη στο ως άνω έγγραφο, καθότι τούτο, δεν φέρει υπηρεσιακή σφραγίδα με αριθμό πρωτοκόλλου από την οποία να προκύπτει η λήψη του από την πρώτη εναγόμενη.
Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από το από 4-1-2012 έγγραφο του ΣΟΕ που επίσης φέρει την υπογραφή τότε γενικού διευθυντή αυτού Π. Κ., στο οποίο αναφέρεται ότι, η αποτίμηση της αξίας του προσφερθέντος ακινήτου ολοκληρώθηκε στις 15-4-2010 με τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης, αντίγραφο της οποίας παρέλαβε η πρώτη εναγόμενη στις 3-6-2010, μετά την εξόφληση της σχετικής δαπάνης εκτίμησης, κατά πάγια τακτική που εφαρμόζεται με απόφαση του εποπτικού συμβουλίου του ΣΟΕ, σύμφωνα με την οποία, δεν παραδίδεται ανεξόφλητο εκτιμητικό έργο.
Τα διαλαμβανόμενα βέβαια στο ανωτέρω έγγραφο, αναίρεσε εκ των υστέρων ο Π. Κ. με τη με αριθμ. 7227/2014 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ισχυριζόμενος, ως ιδιώτης πλέον, ότι μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον δεύτερο εναγόμενο περί τα μέσα Απριλίου του έτους 2010, του γνωστοποίησε το αποτέλεσμα της έκθεσης εκτίμησης, κατά παρέκκλιση της πάγιας τακτικής που ακολουθούσε το ΣΟΕ για τη μη ανακοίνωση του αποτελέσματος ανεξόφλητου εκτιμητικού έργου, καθότι "στις περιπτώσεις που πελάτης του Σώματος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο ή ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, τα αποτελέσματα ήταν ανακοινώσιμα".
Ανεξαρτήτως δε του ότι, η ως άνω ένορκη βεβαίωση, η οποία τελεί σε πλήρη αντίθεση με τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω έγγραφο του ΣΟΕ το οποίο συνετάγη στα πλαίσια άσκησης της δημόσιας λειτουργίας που του έχει ανατεθεί, ελέγχεται από το Δικαστήριο τούτο τουλάχιστον ως ανεπαρκής για το σχηματισμό αντίθετης δικανικής κρίσης, η γνωστοποίηση του αποτελέσματος της έκθεσης εκτίμησης του ΣΟΕ στο δικαστήριο που δίκαζε την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι η πρώτη εναγόμενη ήταν σε θέση να υπολογίσει την εκτιμηθείσα αξία του προσφερθέντος ακινήτου από το ύψος της αμοιβής του ΣΟΕ (αφού η αμοιβή, υπολογίζεται μαθηματικά, ως ποσοστό της εκτιμηθείσας αξίας), ουδεμία έννομη επιρροή θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, αφού όπως προεκτέθηκε, η εκτίμηση του ΣΟΕ δεν ήταν προαπαιτούμενο της κατακύρωσης του διαγωνισμού αλλά της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας του προσφερθέντος ακινήτου.
Στο σημείο δε αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν υποχρεωμένη να αναμείνει την έκβαση της δίκης επί των αιτηθέντων ασφαλιστικών μέτρων για να ζητήσει από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, αφού η τελευταία είχε εκδοθεί με ρήτρα σε πρώτη ζήτηση και η εκδότρια Τράπεζα είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό της εγγύησης εντός τριών (3) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος, μη δυνάμενη να αρνηθεί την καταβολή, ακόμη και εάν ο διαγωνιζόμενος και εν προκειμένου η ενάγουσα είχε προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια με αίτημα τη μη κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής ή τη θέση αυτής υπό δικαστική μεσεγγύηση.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι, η αρχική της προσφορά σε σχέση με το τίμημα του ακινήτου ύψους 14.000.000 ευρώ αλλά και η αντίστοιχη αποδοχή της πρότασης αυτής εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης είχαν αποσβεσθεί, λόγω του ότι το ΣΟΕ εκτίμησε το ακίνητο στο ποσό των 9.605.000 ευρώ και ως εκ τούτου η επίμαχη εγγυητική επιστολή κάλυπτε μόνο την αρχική της προσφορά, κρίνεται αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος, καθότι η παρασχεθείσα εκ μέρους της Εθνικής Τράπεζας εγγύηση, κάλυπτε όλη τη διαδικασία του διαγωνισμού, έως και την κατάρτιση του μεταβιβαστικού της κυριότητας του ακινήτου που προσφέρθηκε συμβολαίου και συνακόλουθα και το ενδιάμεσο στάδιο των διαπραγματεύσεων για το ύψος του οριστικού τιμήματος, σύμφωνα με τον όρο 10 της διακήρυξης.
Με βάση όλα τα προαναφερόμενα, δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με τις ΑΚ 914, 919, 281 και 330 και συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη, δια του δεύτερου αυτής εναγόμενου, δολίως και με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τους όρους της διακήρυξης, προέβη στην είσπραξη του ποσού της επίμαχης εγγυητικής επιστολής με αποτέλεσμα την αντίστοιχη ισόποση ζημία της ενάγουσας, όπως η τελευταία αβάσιμα ισχυρίζεται...
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ήταν εκείνη η οποία αθέτησε υπαιτίως τις ανειλημμένες με βάση τη με αριθμ. ... διακήρυξη υποχρεώσεις της κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αφού ήδη από τις 14-9-2009 είχε προβεί στην εκμίσθωση του προσφερθέντος ακινήτου της στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε και έτσι, είχε καταστήσει ανέφικτη την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στην πρώτη εναγόμενη, ενεργοποιώντας με τη συμπεριφορά της αυτή, την κατά τον όρο 9.2 της διακήρυξης, ρητά προβλεπόμενη συνέπεια της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής η οποία κάλυπτε την όλη συμμετοχή της στο διαγωνισμό, ο οποίος, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε στην αρχή της παρούσας, δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί με μόνη την κατακύρωση, αλλά με την κατά τους όρους του νόμου και της διακήρυξης κατάρτιση της σχετικής σύμβασης.
Συνακόλουθα, η πρώτη εναγόμενη, η οποία έλαβε γνώση για την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, το πρώτον στις 10-2-2010 και στα πλαίσια της συζήτησης της έκδοσης προσωρινής διαταγής που ζήτησε η ενάγουσα, κατ' ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της αιτήθηκε την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης, τους οποίους ανεπιφύλακτα είχε αποδεχθεί η ενάγουσα.
Πρέπει συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση που θεμελιώνεται στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά τις προαναφερόμενες κατά περίπτωση αιτιολογίες της παρούσας...", ενώ ως προς την προαναφερθείσα επικουρική βάση της ασκηθείσης αγωγής έγιναν δεκτά από το Εφετείο επί λέξει τα εξής: "...Προσέτι, απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κρίνεται η αγωγή και ως προς την επικουρική αυτής βάση που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως άλλωστε ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, καθότι η εκ μέρους της ενάγουσας υπαίτια παραβίαση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τους όρους της με αριθμ. ...
διακήρυξης, αποτελεί νόμιμη αιτία κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής και διατήρησης εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης του ποσού αυτής, απορριπτόμενου στο σημείο αυτό ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού ενδέκατου επικουρικού λόγου της υπό κρίση έφεσης...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο όπως ήδη αναφέρθηκε, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, με συμπλήρωση των αιτιολογιών της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ αλλά και του ΠΔ 715/1979 (βλ. σχετικώς ΑΠ 1308/2018 και ΑΠ 467/2016), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και τούτο γιατί, ενόψει των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως άνω πραγματικών περιστατικών, δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα αυτής (της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 914, 919, 281 και 288 και συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη δια του δευτέρου αυτής εναγομένου, δολίως και με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τους όρους της διακήρυξης, προέβη στην είσπραξη του ποσού της προαναφερθείσης εγγυητικής επιστολής με αποτέλεσμα την αντίστοιχη ισόποση ζημία της ενάγουσας, όπως η τελευταία αβασίμως ισχυρίζεται.
Αντίθετα μάλιστα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ήταν εκείνη, η οποία αθέτησε υπαιτίως τις ανειλημμένες με βάση την ως άνω υπ' αριθμ. ... διακήρυξη υποχρεώσεις της κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αφού ήδη από 14-9-2009 είχε προβεί στην εκμίσθωση του προσφερθέντος ακινήτου της στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε και έτσι, είχε καταστήσει ανέφικτη την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στην πρώτη εναγόμενη, ενεργοποιώντας με την συμπεριφορά της αυτή, την κατά τον όρο 9.2 της διακήρυξης, ρητά προβλεπόμενη συνέπεια της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, η οποία σημειωτέον κάλυπτε την όλη συμμετοχή της στο διαγωνισμό, που σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί με μόνη την κατακύρωση, αλλά με την κατά τους όρους του νόμου και της διακήρυξης κατάρτιση της σχετικής σύμβασης.
Επομένως, η πρώτη εναγόμενη (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία έλαβε γνώση για την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, το πρώτον στις 10-2-2010 και στα πλαίσια της συζήτησης της έκδοσης προσωρινής διαταγής που ζήτησε η ενάγουσα κατ' ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της αιτήθηκε την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης, τους οποίους ανεπιφύλακτα είχε αποδεχθεί η ενάγουσα.
Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, δεν υπήρξε αντισυμβατική ούτε και παράνομη κατά τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ λόγω αντίθεσης αυτής προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή λόγω άσκησης από την πρώτη αναιρεσίβλητη του παραπάνω σχετικού δικαιώματος κατά τρόπο που να υπερβαίνει τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και συνακόλουθα, αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) δεν υπέχει υποχρέωση να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ούτε αποζημίωση αλλά ούτε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι με τις ως άνω παραδοχές που έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τους σχετικούς όρους της σύμβασης ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτών, οπότε δεν συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Εξάλλου ως προς την επικουρική βάση ορθώς απεφάνθη το Εφετείο κατά τους ορισμούς της σχετικής διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, ότι η εκ μέρους της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) υπαίτια παραβίαση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τους όρους της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. ... διακήρυξης, αποτελεί νόμιμη αιτία κατάπτωσης της παραπάνω εγγυητικής επιστολής και διατήρησης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης (και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) του ποσού αυτής.
Περαιτέρω με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου δικαιολογούσαν την απόρριψη της ένδικης αγωγής λόγω της ως άνω αναλυτικώς περιγραφομένης επιδειχθείσης συμπεριφοράς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Επομένως, οι έξι πρώτοι κατά σειράν λόγοι, ο ένατος λόγος, ο δέκατος λόγος, ο ενδέκατος λόγος, ο δέκατος τέταρτος λόγος, ο δέκατος έβδομος και ο εικοστός δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου, με τους οποίους αποδίδεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Εξάλλου ο δέκατος τρίτος λόγος, ο δέκατος πέμπτος λόγος και ο δέκατος όγδοος λόγος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αόριστοι, αφού δεν αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αλλά και η σύνδεση των σχετικών παραδοχών του Εφετείου με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ δεν εξειδικεύεται το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου και συγκεκριμένα, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες ακριβώς είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση αλλά και από πού αυτή προκύπτει, οπότε και για τους λόγους αυτούς οι προαναφερθέντες λόγοι τυγχάνουν αόριστοι και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι από το προαναφερθέν περιεχόμενο της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει η επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αλλά ούτε του άρθρου 25 του Συντάγματος, οπότε οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος και ο δέκατος τέταρτος ως προς την παραπάνω αιτίαση τυγχάνουν αβάσιμοι, ενώ επίσης δεν εφαρμόσθηκε από το Εφετείο, ούτε ήταν εφαρμοστέο, στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του, το άρθρο 56 του ΠΔ 715/1979 και για τον ίδιον λόγον τυγχάνει αβάσιμος και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος κατά το παραπάνω μέρος του, επί πλέον δεν εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο και τα άρθρα 3, 53 και 56 του ΠΔ 715/1979, όπως και η Οδηγία ΕΟΚ 93/36 αλλά και το Παράρτημα 4 περί χρόνου ισχύος προσφοράς (ενσωμάτωση με το ΠΔ 394/1996), όπως επί λέξει αναφέρεται στο κυρίως δικόγραφο και ως εκ τούτου και ο σχετικός έκτος λόγος είναι επίσης αβάσιμος κατά το παραπάνω μέρος.
Ούτε εφαρμόσθηκαν ακόμη από το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τα άρθρα 30, 52 και 53 του ΠΔ 715/1979, καθόσον δεν έπρεπε και συνεπώς, για τον ίδιον λόγον είναι αβάσιμος κατά το σχετικό μέρος του και ο ένατος αναιρετικός λόγος αλλά ούτε το άρθρο 54 του ΠΔ 715/1979 και το άρθρο 39 του Ν. 1041/1980 εφαρμόσθηκε, καθώς και αυτό δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, εν προκειμένω, οπότε και ο σχετικός δέκατος αναιρετικός λόγος ως προς το μέρος του αυτό τυγχάνει ομοίως αβάσιμος.
Ακόμη δεν εφαρμόσθηκαν ούτε ήταν εφαρμοστέες, από το Εφετείο, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (απεναντίας μάλιστα το Δικαστήριο δέχθηκε επί λέξει όπως ήδη αναφέρθηκε ότι "...καθίσταται συνεπώς σαφές, χωρίς την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ...") και συνεπώς, τόσον ο ενδέκατος, όσον και ο δέκατος τέταρτος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ κατά το σχετικό μέρος τους είναι επίσης αβάσιμοι, αλλά ούτε και τα άρθρα 405, 408, 409 ΑΚ εφαρμόσθηκαν από το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και συνεπώς ο σχετικός δέκατος έβδομος λόγος επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως προς το μέρος του αυτό είναι επίσης αβάσιμος.
Εξάλλου η αναιρεσείουσα προσδίδει ακόμη στην ως άνω προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με τον πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, "συμπληρωματικό στον 6ο λόγο αναιρετικό λόγο", λόγω παραβίασης του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, Οδηγίας 2004/18 (παράρτημα VII Α), όπως αναφέρεται στο σχετικό δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που όμως τυγχάνει απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύονται οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ουσιαστικοί κανόνες δικαίου, ενώ με τον δεύτερον πρόσθετο αναιρετικό λόγο προσδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 19 πλημμέλεια, που, για την ταυτότητα του λόγου, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αόριστος.
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση δικονομικής (και όχι ουσιαστικής) διάταξης (ΑΠ 36/2011).
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010), ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3994/2011, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".
Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση, με την ποινή του απαραδέκτου, της μεταβολής της βάσης της αγωγής στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011), ενώ αντιθέτως επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή διορθώσει με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, όσα γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή αρκεί να μη μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής του (ΑΠ 1374/2020, ΑΠ 389/2010).
Με τον έβδομο λόγο του κυρίως δικογράφου από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επιτρεπτά ερευνάται στο σημείο αυτό, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο καθόσον δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "...ο ισχυρισμός της ενάγουσας που προέβαλε με τις προτάσεις της στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης και επαναφέρει με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου της υπό κρίση έφεσης, ότι η απόφαση της πρώτης εναγόμενης με την οποία κατακύρωσε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στην ίδια είναι μη νόμιμη, λόγω της παράλειψης του σταδίου της προφορικής μειοδοσίας, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (άρθρ. 224, 526 του ΚΠολΔικ)...".
Ο προαναφερθείς όμως ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ότι η σχετική απόφαση της πρώτης εναγόμενης (και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), με την οποία κατακύρωσε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στην ίδια είναι μη νόμιμη, λόγω της παράλειψης του σταδίου της προφορικής μειοδοσίας, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 78/2011) και ως εκ τούτου το Εφετείο με την εν λόγω παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασής του δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και επομένως, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τυγχάνει αβάσιμος.
Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005) και θα πρέπει, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, 1446/2003, ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό την μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στην συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά όμως τον απέρριψε ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ ΑΠ 1274/2018, 1647/2018, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο σχετικός αυτός λόγος αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, όπως ήδη αναφέρθηκε και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1386/2015).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 156/2012).
Για την ευδοκίμηση όμως του παρόντος λόγου αναίρεσης απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, όχι μόνον στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.
Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία (σιωπηρή απόρριψη) ως προς όλα τα αιτήματα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 528/2009, ΑΠ 1586/2008). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.
Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 88/2021, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 723/2020, ΑΠ 383/2017).
Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον αμέσως προηγουμένως αναφερθέντα ισχυρισμό της, που προέβαλε με τις προτάσεις της στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, ότι δηλαδή η απόφαση της πρώτης εναγόμενης με την οποία κατακύρωσε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού στην ίδια είναι μη νόμιμη, λόγω της παράλειψης του σταδίου της προφορικής μειοδοσίας, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγή (άρθρ. 224, 526 του ΚΠολΔικ)..., διέλαβε ακολούθως και την επάλληλη σκέψη ότι αυτός (δηλαδή ο παραπάνω προταθείς ισχυρισμός της) τυγχάνει "σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού όπως προεκτέθηκε, οι όροι της διακήρυξης δεν προέβλεπαν στάδιο προφορικής μειοδοσίας επί μίας και μόνης προσφοράς, όπως εν προκειμένω", λαμβάνοντας με τον τρόπον αυτόν "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, υποπίπτοντας έτσι (κατά τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και επικουρικώς ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και έτσι υπέπεσε στην προβλεπομένη από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Εφόσον όμως ο ως άνω προταθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κρίθηκε από το Εφετείο και μάλιστα απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, γιατί θεωρήθηκε ότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι αποδιδόμενες με τον παρόντα όγδοο αναιρετικό λόγο πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίζεται μόνον στην ως άνω επάλληλη αιτιολογία και συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω με τον δέκατον έκτο από τον άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, αφ' ενός μεν, με το πρώτος σκέλος, την αιτίαση ότι δεν εκτιμήθηκε ούτε αξιολογήθηκε ο έκτος λόγος της ασκηθείσης εφέσεώς της και συγκεκριμένα, αποδίδει την αιτίαση για "εσφαλμένη ερμηνεία ΠΔ 715/1979, εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων παράλειψη έκδοσης απόφασης έκπτωσης, έλλειψη αναφοράς σε οιαδήποτε συγκεκριμένη παράβαση εκ μέρους μας και σε οιαδήποτε ζημία της αντιδίκου, παραβίαση συμβατικού κειμένου της εγγυητικής μας επιστολής", καθόσον - πάντα κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας - η "αναιρεσιβαλλόμενη δεν απάντησε στον ισχυρισμό ότι η κατάπτωση της εγγυητική επιστολής ήταν παράνομη επειδή δεν κάλυπτε καμία απολύτως ζημία της πρώτης αντιδίκου...", όπως επί λέξει αναφέρεται στο κυρίως αναιρετήριο αλλά και στο ότι δεν κήρυξε αυτήν (την αναιρεσείουσα) έκπτωτη προτού καταπέσει η εγγυητική επιστολή", αφ' ετέρου δε, με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση "για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, η 1η αντίδικος κατακύρωσε ένα εντελώς διαφορετικό κτίριο από αυτό που της είχαμε προσφέρει", επειδή η πρώτη αναιρεσίβλητη ενεργώντας καταχρηστικά "κατακύρωσε το διαγωνισμό, την 21-1-2010", παρότι γνώριζε ότι το παραπάνω ακίνητο είχε εν τω μεταξύ διαμορφωθεί εκ μέρους της (δηλαδή της αναιρεσείουσας) και ως εκ τούτου δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις της σχετικής προς τούτο υποβληθείσης προσφοράς της.
Περαιτέρω με τον δέκατον ένατο αναιρετικό λόγο από το αυτό ως άνω άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον προαναφερθέντα υποβληθέντα ισχυρισμό της και ειδικότερα, ότι η κατάπτωση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής δεν κάλυψε κάποια ζημία της πρώτης αναιρεσιβλήτου.
Εκτός του ότι οι αμέσως προηγουμένως αναφερθέντες δύο αναιρετικοί λόγοι (δέκατος έκτος και δέκατος ένατος) τυγχάνουν απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί με το πρόσχημα της παραπάνω επικαλουμένης πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν από την προσβαλλομένη απόφαση και τούτο συνάγεται από το προαναφερθέν εκτιθέμενο περιεχόμενό της και συνεπώς, οι ως άνω σχετικοί από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, τυγχάνουν επί πλέον και αβάσιμοι.
Εξάλλου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Επιπλέον, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν προσδίδεται στο έγγραφο ορισμένη έννοια, χωρίς να αλλοιώνεται το περιεχόμενό του. Εξάλλου, παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο επίσης θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 721/2018, 1434/2017, ΑΠ 1029/1988).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από την σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ενώ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 8/2021).
Με τον δωδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο, αφ' ενός μεν, του όρου 2.10 της έγγραφης διακήρυξης, αφ' ετέρου δε, της από 12/9/2009 υπεύθυνης δήλωσης του νομίμου εκπροσώπου της. Ο αναιρετικός όμως αυτός λόγος αβάσιμος, αφού το Εφετείο, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και χωρίς να εξαίρονται ιδιαιτέρως τα εν λόγω έγγραφα κατά το σχηματισμό του σχετικού πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος χωρίς να αλλοιώσει ούτε να παραμορφώσει το περιεχόμενό τους, δέχθηκε επί λέξει, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα εξής για το σχετικό αυτό θέμα: "Πλέον συγκεκριμένα, η ενάγουσα, η οποία συμμετείχε στη διαδικασία του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού με την ελεύθερη βούλησή της και με την από 12-6-2009 υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της, δήλωσε προς την πρώτη εναγόμενη ότι είχε λάβει γνώση των όρων της διακήρυξης και τους αποδεχόταν ανεπιφύλακτα, παραβίασε υπαιτίως την απορρέουσα από τον όρο 2.10 της διακήρυξης υποχρέωσή της να διατηρεί το ακίνητο που προσέφερε ελεύθερο παντός πραγματικού ή νομικού ελαττώματος (ως τέτοιο δε νοείται και η μίσθωση κατ' άρθρο 514 του ΑΚ) από την ημέρα υποβολής της προσφοράς της έως και την ημέρα υπογραφής του μεταβιβαστικού της κυριότητας συμβολαίου, όπως άλλωστε είχε προς τούτο ρητά δεσμευτεί με την από 12-6-2009 υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της, καθώς ήδη από τις 14-9-2009 είχε καταστήσει τη μεταβίβαση του ακινήτου της αδύνατη, λόγω της εκμίσθωσης αυτού προς τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών...".
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνον εάν από την γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 13-14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 493/2015).
Στην κρινομένη υπόθεση η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του και συγκεκριμένα, με τον εικοστό λόγο του κυρίως δικογράφου ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το από 19-1-2010 πρακτικό καταλληλότητας της σχετικής Επιτροπής Διαγωνισμού και επί πλέον, με τον εικοστό πρώτο αναιρετικό λόγο του ιδίου κυρίως δικογράφου, ότι επίσης παρέλειψε (το Εφετείο) να λάβει υπόψη την σχετική με την αγορά κτηρίου προκήρυξη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) αλλά και την σχετική από 26-4-2007 απόφαση κατακύρωσης.
Από τις προαναφερθείσες όμως αιτιολογίες της εν λόγω προσβαλλομένης αποφάσεως και δη ότι σχημάτισε το αποδεικτικό της πόρισμα "...και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν...", σε συνδυασμό με όλο το σκεπτικό της, με βάση το οποίο κατέληξε στο ανωτέρω διατακτικό της, προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα προαναφερθέντα έγγραφα και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι και πρέπει να απορριφθούν.
Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού ή πρόσθετου λόγου, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως αλλά και οι από 16-9-2021 πρόσθετοι αυτής λόγοι κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 641/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης αναιρεσιβλήτου Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής με την επωνυμία "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ", να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεώς της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού προς τούτο υποβληθέντος του αιτήματός της (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την συζήτηση της κρινομένης από 20-3-2018 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 16-9-2021 προσθέτων αυτής λόγων ως προς τον δεύτερον, τον τρίτον, τον τέταρτον, τον πέμπτον, τον έκτον, τον έβδομον, τον όγδοον, τον ένατον, την δεκάτη και την ενδεκάτη των αναιρεσιβλήτων (Δ. Κ., Ι. Μ., Α. Κ., Δ. Λ., Ν. Τ., Β. Ν., Δ. Δ., Δ. Α., Δ. Ξ. και Α. Μ. Τ. αντιστοίχως).
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υποθέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-3-2018 αίτηση και τους από 16-9-2021 προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. υπ' αριθμ. 641/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης αναιρεσιβλήτου.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ