Legislator Case Law & Legislation
1669/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal and remands case to lower court to decide on wage dispute claims.

Case Number 1669/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against the First Instance Court's decision accepting a lawsuit filed by an individual. The State argued that the claims regarding wage differences and compensation for moral damage were legally inadmissible. Consequently, the Court rejected the appeal's grounds for annulment, upheld the lower court's acceptance of the suit, and remanded the case for a new trial on these specific issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a decision and remand the case for retrial when the appeal is allowed, leaving the lower court to adjudicate the merits of the original claim.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Supreme Court annulment remand for retrial wage dispute claims moral damage compensation legal admissibility court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 item a of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice dated 8-12-1992/20-1-1993
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1669 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1669/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεωργίου Σινάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 3098/8-6-2010. Εκδόθηκαν η 810/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 6684/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2015 και με αριθμό κατάθεσης 350/7-4-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη ανέγνωσε την από 9-3-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επέσπευσε τη συζήτηση. Αν την επέσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επέσπευσε ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-5-2017, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 7-11-2017 και κατ' αυτήν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (20-3-2018), επέσπευσε η αναιρεσίβλητη, Ε. Μ., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της αίτησης, με την επ' αυτού πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο, το οποίο επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας, Ρ.

Τ., επί του οποίου υπάρχει σχετική με την επίδοσή του επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Θ. Σ.. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-3-2018), η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επομένως, εφόσον τη συζήτηση της υπόθεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο επέσπευσε η τελευταία και ενόψει του ότι, κατ' άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 575 παρ.1 εδ. β'), κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν απαιτείται, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη αναβολή, επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους (ΑΠ 150/2018), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

2. Κατά το άρθρο 652 ΑΚ, ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίσει κάθε τι που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησής του, προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από τους όρους της σύμβασης, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και από το νόμο.

Συνεπώς, κάθε τροποποίηση όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν επιτρέπεται σε αυτόν από τη σύμβαση ή από το νόμο, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης σε βάρος του εργαζομένου. Η μεταβολή αυτή, όμως, δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της σύμβασης, ούτε υποχρεώνει τον εργαζόμενο να την αποδεχθεί ή να αποχωρήσει από την υπηρεσία του, αλλά εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, του παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή, κατά το άρθρο 7 του ν. 2112/1920, ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, εάν δε η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, οπότε δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 και ειδικότερα το άρθρο 7 αυτού, του παρέχεται το δικαίωμα να την καταγγείλει, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η παράβαση του όρου της σύμβασης και να ζητήσει, κατ' άρθρο 673 ΑΚ, από τον αθετήσαντα τους όρους της σύμβασης εργοδότη την καταβολή αποζημίωσης, που συνίσταται στους μισθούς κατά το από της καταγγελίας και μέχρι τη λήξη της σύμβασης χρονικό διάστημα (ΑΠ 907/2004, ΑΠ 94/1995).

Εκτός αυτών, ο εργαζόμενος απέναντι στη μονομερή βλαπτική μεταβολή μπορεί να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας).

Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 673 ΑΚ συνάγεται ότι αξίωση αποζημίωσης έχει ο εργαζόμενος, όταν η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε εγκύρως από αυτόν για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο ή οφειλόμενο σε αθέτηση της σύμβασης από μέρος του εργοδότη. Αντίθετα, όπως συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 349 παρ.1, 350, 655, 656 εδ.

α' και 672 ΑΚ, αν η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγέλθηκε πρόωρα από τον εργοδότη, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο μισθωτός, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, έχει δικαίωμα να απαιτήσει όχι αποζημίωση (κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 ΑΚ), αλλά μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης χρονικό διάστημα (ΑΠ 509/1996).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ συνάγεται ότι, αν η βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 363/2015).

3. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 58/2015).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), με την ένδικη, από 4-6-2010 και με αριθμό κατάθεσης ../8-6-2010, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι, με την 114000/Δ2/17-9-2009 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον, την 18-9-2009, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της, ως αναπληρώτρια καθηγήτρια, κατά το σχολικό έτος 2009-2010, στο ..., με ειδίκευση στο μουσικό όργανο όμποε.

Ότι άρχισε να εργάζεται στο πιο πάνω σχολείο από 18-9-2009, καλύπτοντας εβδομαδιαίως εννέα (9) ώρες διδασκαλίας στη μουσική ειδίκευση όμποε, τέσσερις (4) ώρες διδασκαλίας σε μαθήματα γενικότερης μουσικής παιδείας σε παιδιά που δεν συμμετείχαν στο μάθημα των θρησκευτικών και τρεις (3) ώρες ασκούσε διοικητικά καθήκοντα.

Ότι παρείχε τις υπηρεσίες της μέχρι την 10-3-2010, οπότε, με την 20780/Δ2/23-2-2010 υπουργική απόφαση, που επιδόθηκε σε αυτήν την 11-3-2010, παράνομα και καταχρηστικά, ανακλήθηκε η απόφαση πρόσληψής της, με το αιτιολογικό ότι οι παρεχόμενες ώρες διδασκαλίας της στη μουσική εκπαίδευση όμποε, ήταν μόνο εννέα (9) και δεν δικαιολογούσαν το διορισμό προσωρινού αναπληρωτή εκπαιδευτικού.

Ότι, με την 282Φ/10-3-2010 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, που αφορούσε την ανάκληση της πρόσληψής της, της παρείχετο η δυνατότητα να προσληφθεί ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός αναδρομικά από την 17-9-2009 στο ίδιο ... και με την ίδια μουσική ειδίκευση. Ότι προέβαλε την αντίθεσή της στη μεταβολή αυτή των όρων εργασίας της, αρνούμενη να την αποδεχθεί και ότι, την 12-3-2010, της απαγορεύθηκε να προσέλθει στο πιο πάνω σχολείο για να αναλάβει υπηρεσία, σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους εργασίας.

Ότι, αφού υπέβαλε την από 15-3-2010 αίτηση θεραπείας, αποδέχθηκε να προσληφθεί ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός, υπογράφοντας, την 16-3-2010, σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο ίδιο σχολείο και με την ίδια μουσική ειδίκευση μέχρι τη λήξη του σχολικού έτους, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ως προς την αλλαγή των όρων της εργασιακής της σύμβασης, θεωρώντας την ως βλαπτική μεταβολή, καθόσον οι αποδοχές της ως ωρομίσθιας υπολείπονταν αυτών της αναπληρώτριας εκπαιδευτικού και οι ώρες εργασίες της δεν υπερέβαιναν τις εννέα (9) εβδομαδιαίως.

Ότι η ως άνω μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ασκήθηκε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου και ότι, εξαιτίας της παράνομης αυτής συμπεριφοράς των οργάνων του, υπέστη περιουσιακή ζημία κατά το ποσό που μειώθηκαν οι αποδοχές της, καθώς και προσβολή της προσωπικότητάς της.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει α) το ποσό των 6.590,88 ευρώ για μισθολογικές διαφορές, κατά το χρονικό διάστημα από 10-3-2010 μέχρι τη λήξη της σύμβασης την 30-6-2010, μεταξύ των υπέρτερων αποδοχών που ελάμβανε ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός και των καταβληθεισών μετά την ως άνω μεταβολή ως ωρομίσθιας, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό και β) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 810/2012 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.590,88 ευρώ για διαφορές αποδοχών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Μετά την άσκηση έφεσης κατ' αυτής εκ μέρους του εναγομένου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη 6684/2013 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.

5. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ανωτέρω 6684/2013 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), σε εκτέλεση της 114000/Δ2/17-9-2009 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για το διδακτικό έτος 2009-2010, στο ..., το οποίο είναι πειραματικό σχολείο, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός, με ειδίκευση στο μουσικό όργανο όμποε.

Ότι εργάσθηκε στο ως άνω Μουσικό Γυμνάσιο από 18-9-2009, καλύπτοντας εβδομαδιαίως εννέα (9) ώρες διδασκαλίας στη μουσική ειδίκευση όμποε, τέσσερις (4) ώρες [δύο κάθε Τετάρτη και δύο κάθε Παρασκευή] γενικής παιδείας σε παιδιά που δεν συμμετείχαν στο μάθημα των θρησκευτικών και τρεις (3) ώρες [κάθε Τρίτη] ασκούσε διοικητικά καθήκοντα.

Ότι τις άνω υπηρεσίες η ενάγουσα παρείχε μέχρι την 10-3-2010, οπότε, με την 20780/Δ2/23-2-2010 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, που της ανακοινώθηκε την 10-3-2010 με το Φ16/2040/3-3-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης ΔΕ Ανατολικής Αττικής, ανακλήθηκε η απόφαση περί πρόσληψής της, με την αιτιολογία ότι οι ώρες διδασκαλίας στη μουσική ειδίκευση στο εν λόγω ...

ανέρχονται μόνο στις εννέα (9) εβδομαδιαίως και, σύμφωνα με το ν. 1566/1985, δεν δικαιολογούν την πρόσληψη αναπληρωτή εκπαιδευτικού, αλλά ωρομίσθιου εκπαιδευτικού, εφόσον ο αριθμός των ωρών διδασκαλίας δεν ανερχόταν στο ήμισυ τουλάχιστον των ωρών της υποχρεωτικής διδασκαλίας, που ισχύει για τους πρωτοδιόριστους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που έχουν υπηρεσία μέχρι έξι (6) ετών, δηλαδή τις έντεκα (11) ώρες.

Ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την εξέλιξη αυτή και ότι την 12-3-2010, επειδή της απαγορεύθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο Μουσικό Γυμνάσιο σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, με το 314Φ/12-3-2010 έγγραφό της προς τον Διευθυντή αυτού, ζήτησε να της γνωστοποιηθούν οι λόγοι της άρνησής του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της.

Ότι ο τελευταίος, με το 1385/18-3-2010 έγγραφό του, απάντησε ότι ενήργησε, συμμορφούμενος με την ως άνω υπουργική απόφαση και την προσκάλεσε, αν επιθυμούσε, να αποδεχθεί την πρόσληψή της ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός στη διδασκαλία του ίδιου μουσικού οργάνου. Ότι τελικά η ενάγουσα και, αφού προηγουμένως υπέβαλε την 2812/15-3-2010 αίτηση θεραπείας προς τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αποδέχθηκε την πρόσληψή της ως ωρομίσθιας εκπαιδευτικού, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της για τη μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, και υπέγραψε την από 4-3-2010 έγγραφη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για χρονική διάρκεια αναδρομικά από 17-9-2009 έως 21-6-2010, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο ίδιο σχολείο, ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός στη διδασκαλία του μουσικού οργάνου όμποε, για εννέα (9) ώρες συνολικά εβδομαδιαίως.

Ότι από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, παρά το νόμο, τροποποιήθηκαν από το εναγόμενο οι όροι της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας από παροχή υπηρεσίας ως προσωρινής αναπληρώτριας εκπαιδευτικού σε εκείνη της ωρομίσθιας εκπαιδευτικού, μολονότι αυτή κάλυπτε εβδομαδιαίως δεκατρείς (13) ώρες μουσικής διδασκαλίας, εκ των οποίων εννέα (9) ώρες στη μουσική ειδίκευση του όμποε και τέσσερις (4) σε μαθήματα γενικότερης μουσικής παιδείας, οι οποίες ώρες, σύμφωνα με το νόμο, υπερέβαιναν το ήμισυ των ωρών υποχρεωτικής διδασκαλίας του πρωτοδιόριστου εκπαιδευτικού του οικείου κλάδου και βαθμίδας εκπαίδευσης, ήτοι τις έντεκα (11) ώρες εβδομαδιαίως, που προβλέπονται από το νόμο ως ανώτατο όριο για το διορισμό ωρομισθίου εκπαιδευτικού.

Ότι μόνο οι εννέα (9) ώρες διδασκαλίας αμιγώς στη μουσική εκπαίδευση του μουσικού οργάνου όμποε, που παρείχε εβδομαδιαίως η ενάγουσα στο ως άνω σχολείο, ενόψει του ότι αυτό είναι πειραματικό, το εβδομαδιαίο ωράριο υποχρεωτικής διδασκαλίας των πρωτοδιόριστων εκπαιδευτικών με υπηρεσία μέχρι έξι (6) έτη, είναι μειωμένο κατά πέντε (5) ώρες, ήτοι ανέρχεται στις δεκαέξι (16) ώρες και συνεπώς των ωρομισθίων καθηγητών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ήμισυ αυτών, ήτοι τις οκτώ (8) ώρες, τις οποίες, όμως, υπερέβαινε κατά μία ώρα η ενάγουσα και δεν δικαιολογείτο η πρόσληψή της ως ωρομίσθιας.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, οι πραγματοποιούμενες από την ενάγουσα εννέα (9) ώρες διδασκαλίας, εβδομαδιαίως, στη μουσική εκπαίδευση του όμποε, υπερέβαιναν το ήμισυ του υποχρεωτικού εβδομαδιαίου ωραρίου (8 ωρών), που προβλέπεται ως ανώτατο όριο των ωρών υποχρεωτικής εβδομαδιαίας διδασκαλίας για τον ωρομίσθιο εκπαιδευτικό.

Ότι κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η τροποποίηση των όρων της αρχικής εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας με την από 4-3-2010 δεύτερη σύμβαση, οι οποίες αποτελούν μία ενιαία σύμβαση, από αναπληρώτρια εκπαιδευτικό σε ωρομίσθια εκπαιδευτικό στη μουσική εκπαίδευση όμποε επί εννέα (9) ώρες, συνολικά, εβδομαδιαίως, συνιστά μονομερή, βλαπτική μεταβολή, αφού οι αποδοχές που καταβάλλονταν στην ενάγουσα πριν τη μεταβολή, υπερέβαιναν εκείνες που της καταβάλλονταν ως ωρομίσθια εκπαιδευτικό.

Ότι η μεταβολή αυτή έγινε μονομερώς από το εναγόμενο, χωρίς σχετικό δικαίωμα από τη σύμβαση εργασίας, παρά το νόμο και χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, η οποία υπέγραψε μεν τη δεύτερη από 4-3-2010 σύμβαση ορισμένου χρόνου και άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της με τους νέους όρους εργασίας, δεν αποδέχθηκε όμως, την ως άνω μεταβολή.

Ότι η ενάγουσα, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 11-3-2010 έως 30-6-2010, δικαιούνται να λάβει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των υπέρτερων που ελάμβανε ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός και αυτών που έλαβε ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 6.590,88 ευρώ, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής.

Ότι, υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, προσβλήθηκε η προσωπικότητά της και η επαγγελματική της υπόληψη και αξιοπρέπεια και υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 1.000 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, όπως ήδη αναφέρθηκε, απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή στην έκταση που αναφέρεται ανωτέρω.

6. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεχόμενο την αγωγή ως νόμιμη κατά το μέρος που αφορά τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, με μόνη την επίκληση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου, χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 672 και 673 ΑΚ, δηλαδή της καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της ενάγουσας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω στη δεύτερη σκέψη.

Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης έχει ο εργαζόμενος όταν η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγέλθηκε εγκύρως από αυτόν για σπουδαίο λόγο, ενώ αν καταγγέλθηκε από τον εργοδότη πρόωρα, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, τότε, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, έχει δικαίωμα να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας μέχρι τη λήξη της σύμβασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η τροποποίηση των όρων της ορισμένου χρόνου εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, συνιστά βλαπτική μεταβολή, έγινε μονομερώς από τον εργοδότη, χωρίς σχετικό δικαίωμα από τη σύμβαση και παρά το νόμο και χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας, η οποία υπέγραψε μεν τη δεύτερη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της με ωριαία αντιμισθία, επί εννέα ώρες εβδομαδιαίως, δεν αποδέχθηκε, όμως, την ως άνω μεταβολή, επιφυλαχθείσα των σχετικών δικαιωμάτων της και βάσει αυτών κρίθηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει τις διαφορές αποδοχών, ως προς τις οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ζημιώθηκε η ενάγουσα.

Όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την επιδίκαση των ως άνω μισθολογικών διαφορών, διότι η ενάγουσα, αφού δεν προέβη σε καταγγελία της ορισμένου χρόνου εργασιακής σύμβασής της για σπουδαίο λόγο, δεν είχε αξίωση αποζημίωσης κατά τα άρθρα 297, 298, 672 και 673 ΑΚ, ούτε καταφάσκεται ευθύνη από αδικοπραξία, ώστε να γεννάται αξίωση αποζημίωσης.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεχθείσα ότι, υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, προσβλήθηκε η προσωπικότητά της και η επαγγελματική της υπόληψη και αξιοπρέπεια και υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 105 εδ.

α' ΕισΝΑΚ, 57, 914 και 932 ΑΚ. Ειδικότερα, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας (ήτοι μείωση της υπόληψής της ή απαξίωση της επαγγελματικής δραστηριότητάς της), ούτε καταφάσκεται ευθύνη από αδικοπραξία, ώστε να υφίσταται υποχρέωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνονται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 του άρθρου τρίτου του ν. 4335/2015), είναι βάσιμοι.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αίτησης, η δε έρευνα των λοιπών αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στους ίδιους λόγους, καθίσταται περιττή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της έφεσης. Στο μονομελές εφετείο, μετά από έφεση του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το μέρος που η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της.

Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τα κεφάλαια που αφορούν διαφορές αποδοχών και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (ανωτέρω αριθ.5) και κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά, δεν γεννάται υποχρέωση καταβολής μισθολογικών διαφορών, ούτε θεμελιώνεται ευθύνη από αδικοπραξία.

Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η 810/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή, και να απορριφθεί αυτή ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια (που αφορούν την επιδίκαση διαφορών αποδοχών και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την παρ.2 της 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6684/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατώντας την υπόθεση και Δικάζοντας επί της έφεσης.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 810/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Δικάζοντας εκ νέου επί της από 4-6-2010 και με αριθμό κατάθεσης 3098/8-6-2010 αγωγής.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς τα κεφάλαια που αφορούν διαφορές αποδοχών και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή εννιακοσίων (900) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της όλης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ