Legislator Case Law & Legislation
1669/2017 AI generated

1669/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1669/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1669/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απολλοτριούμενου τμήματος".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1669 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1669/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ο. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διαμαντούλα Αλεξανδροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 133/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 3-4-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2009 μη οριστική (ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο) και 157/2013 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 8-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 26-5-2014 (αρ. εκθ. καταθ. …/2014) αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 157/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 17 αρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση... 4.

Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες της διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του...", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή, η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφελείας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του και κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και τη δικαστική δαπάνη.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και ισχύει ορίζεται ότι: "4. Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια η αποδεδειγμένως υφισταμένη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απολλοτριούμενου τμήματος".

Σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού ν. 4070/2012, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απολλοτριώσεις. Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 προκύπτει ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 157/2013 απόφασή του, που εξέδωσε δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την, από 3-4-2008 και με αριθμό καταθέσεως …/3-4-2008 αίτηση του αιτούντος - αναιρεσιβλήτου μόνο ως προς το τμήμα της, περί οριστικού καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εκτός της απαλλοτριώσεως εδαφικά τμήματα, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και καταδίκασε το καθ' ου - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων.

Ειδικότερα με την ως άνω προσβαλλομένη 157/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Με την 2525/15-11-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύθηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ' 1366/15-12-2005) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του "Ανισόπεδου Κόμβου Αμαρίου χ.θ. 62+078,39 στο Δήμο Ρεθύμνου του Ν.

Ρεθύμνου", εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 19.001,95 τ.μ. Η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:1500 στα από Σεπτέμβριο 2005 κτηματολογικά διαγράμματα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που έχει συντάξει η "…" ..., έχει ελέγξει ο H. Κ. και θεωρήσει ο Διευθυντής της ΕΥΔΕΒΟΑΚ Γ. Α. την 9-9-2005. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών περιλαμβάνεται και η εμφανιζόμενη ως ενιαία ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ … στα σχετικά κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον αιτούντα, η οποία στην πραγματικότητα αποτελείται από τρία αυτοτελή ακίνητα, μεταξύ των οποίων α) αυτό που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της φερόμενης ως ενιαίας έκτασης (το πρώτο αναφερόμενο στην αίτηση ακίνητο), το οποίο ο αιτών απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ..., με αριθμό .../26-3-1997 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ε.

Σ., εκτάσεως 3.534 τ.μ., β) αυτό που βρίσκεται στην μέση της φερόμενης ως ενιαίας έκτασης, το οποίο ο αιτών απέκτησε, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ..., με αριθμό .../7-3-1997 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ε.

Σ., έκτασης 1.344 τ.μ. και γ) αυτό που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της φερόμενης ως ενιαίας έκτασης, το οποίο ο αιτών ανέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του ιδίου ως άνω με αριθμό .../7-3-1997 συμβολαίου. Το γεγονός ότι πρόκειται περί τριών ακινήτων, προκύπτει σαφώς από τα προσκομιζόμενα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, την ίδια την από 29-5-2009 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 παρ. 1 του ΚΑΑΑ και από το Μάρτιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα, με το επ' αυτού αναλυτικό υπόμνημα, του πολιτικού μηχανικού Ν.

Β.. Το υπό στοιχείο α ακίνητο, που μόνο αυτό ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, αφού μόνο ως προς αυτό η αίτηση κρίθηκε ορισμένη, έχει δηλωθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνης με ΚΑΕΚ ..., βρίσκεται εκτός ορίων του οικισμού Μυσσιρίων Δήμου Ρεθύμνου αλλά εντός Ζ.Ο.Ε. και κατά τον τίτλο κτήσεως και το αναφερόμενο σ' αυτόν από Μάρτιο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.

Μ., συνόρευε ανατολικά με το ανωτέρω αναφερόμενο υπό στοιχείο β ακίνητο, επί πλευράς 76,70 μέτρων, βόρεια με την παλαιά εθνική οδό Ρεθύμνης - Ηρακλείου επί πλευράς 55,50 μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία Γ. και Κ. Ψ. επί πλευράς 82,40 μέτρων και νότια με νέα εθνική οδό Ρεθύμνης Ηρακλείου επί πλευράς 42 μέτρων. Η πριν την απαλλοτρίωση έκτασή του ανέρχονταν σε 3.534 τ.μ.

και κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης υπήρχε σ' αυτό επιχείρηση πώλησης καλλωπιστικών φυτών και θερμοκήπια συνολικού εμβαδού 880 τ.μ. (για τα τελευταία καθώς και για τα μη αναφερόμενα στον κτηματολογικό πίνακα επικείμενα (δέντρα και δύο πόρτες), καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης με την ήδη αναφερθείσα 254/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), δευτερευόντως δε το εν λόγω ακίνητο ήταν κατάλληλο για ανοικοδόμηση, αφού ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, δοθέντος ότι διέθετε ελάχιστο εμβαδό 2.000 τ.μ., πρόσωπο προς οδό άνω των 25 μέτρων και βάθος άνω των 40 μέτρων, είχε ποσοστό κάλυψης 10%, συντελεστή δόμησης 02, με αποστάσεις από την άξονα της νέας εθνικής οδού 60 μέτρων και από τον άξονα της παλαιάς εθνικής οδού 30 μέτρων (βλ.

το ίδιο ως άνω από Μάρτιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα). Μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων αυτού, συνολικού εμβαδού 2.355 τ.μ. (είτε με υπόχρεο καταβολής της αποζημίωσης για ορισμένα τμήματα το Ελληνικό Δημόσιο είτε με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης για τα υπόλοιπα), απομένει εκτός της απαλλοτρίωσης εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 1.179 τ.μ., όπως υπολογίζεται στο ίδιο από Μάρτιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα και αποδέχεται και η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του ΚΑΑΑ, ενώ τούτο δεν αμφισβητείται ειδικά από το καθ' ου (άρθρο 261 του ΚΠολΔ).

Η εν λόγω εδαφική έκταση αποτελείται από δύο τμήματα που δεν εφάπτονται ούτε επικοινωνούν μεταξύ τους, αφού διαχωρίζονται από τον διανοιγέντα δρόμο, το ένα εξ αυτών βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του όλου ακινήτου και έχει εμβαδόν 228 τ.μ. και το άλλο στη δυτική πλευρά του όλου ακινήτου (αυτή που συνορεύει με το ανωτέρω υπό στοιχείο "β" ακίνητο, συνιδιοκτησίας του αιτούντος) και έχει εμβαδόν 951 τ.μ.

Και τα δύο αυτά ανισομερή τμήματα, που λόγω της απαλλοτρίωσης δεν εφάπτονται με τις υπάρχουσες στη βόρεια και νότια πλευρά του αρχικού ακινήτου εθνικές οδούς, έχουν καταστεί πλέον μετά την απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τους ισχύοντες πολεοδομικούς κανόνες, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να έχουν απωλέσει την κατά τον δευτερεύοντα προορισμό τους χρήση τους.

Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι είναι ακατάλληλα για γεωργική χρήση ή για την εγκατάσταση επ' αυτών επιχείρησης. Συνακόλουθα, τα εν λόγω απομένοντα τμήματα δεν έχουν καταστεί άχρηστα, όπως διατείνεται ο αιτών, άλλα έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους, αίτημα που εκτιμά το Δικαστήριο ότι, ως έλασσον του αιτούμενου, περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση, Η μείωση αυτή ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να υπολογιστεί σε ποσοστό 66% (στο ίδιο ποσοστό καταλήγει και η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής και αποδέχεται και το καθ' ου με τις κατά την παρούσα συζήτηση προτάσεις του), υπολογιζόμενο επί της αρχικής του αξίας, η οποία ισούται προς την ορισθείσα με την, οριστική ως προς τη διάταξη της αυτή, 254/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ιδίου ακινήτου, που ορίσθηκε σε 270 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και, επομένως, η ιδιαίτερη αποζημίωση καθορίζεται σε 178,20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για τα δύο επίμαχα εδαφικά τμήματα.

Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα πού ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν, δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, πρέπει αυτός να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον πλήττει την απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι περιέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν δυσχερή τον αναιρετικό έλεγχο. Πλέον συγκεκριμένα το αναιρεσείον ισχυρίζεται επί του θέματος αυτού κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι τα δύο εδαφικά τμήματα της με ΚΠ … ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου "δεν έχουν καταστεί άχρηστα, όπως διατείνεται ο αιτών αλλά έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους, αίτημα που εκτιμά το Δικαστήριο ότι ως έλασσον του αιτουμένου, περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση.

Η μείωση αυτή ενόψει όσων προαναφέρθηκαν πρέπει να υπολογιστεί σε ποσοστό 66%..." (5° φύλλο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τελευταίοι στίχοι). Με αυτή την όλως ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία και χωρίς αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η μείωση της αξίας των εν λόγω τμημάτων του ακινήτου με αριθμό ΚΠ …, το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την από 3-4-2008 και με αριθμό κατάθεσης …/22-4-2008 αίτηση του αναιρεσιβλήτου ως προς το τμήμα της περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός της απαλλοτρίωσης απομένοντα εδαφικά τμήματα και καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση δύο εδαφικά τμήματα της με αριθμό ΚΠ … ιδιοκτησίας, εμβαδού 228 και 951 τ.μ.

αντίστοιχα, σε ποσοστό 66% επί της ορισθείσας με την 254/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, για το απολλοτριωθέν τμήμα, τιμής εκ 270 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, δηλαδή στο ποσό των εκατόν εβδομήντα οκτώ ευρώ και είκοσι λεπτών (178,20) ανά τετραγωνικό μέτρο. Το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί επαρκώς την άνω κρίση του και για το λόγο αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ".

Ο λόγος αυτός όπως διατυπώνεται παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του περιεχομένου του, διότι δεν αναφέρονται οι ελλείψεις των αιτιολογιών που υπάρχουν και ποιά στοιχεία παρέλειψε να περιλάβει στην απόφασή του το Δικαστήριο, ώστε να καθίσταται δυσχερής ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή ή μη του νόμου, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 130 παρ. 2 ν. 4070/2012 που προβλέπουν το ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόστηκε εσφαλμένως.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 92 του Κώδικα Δικηγόρων όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρ. 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32) αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.Α) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρ. 1Β του ν. 2362/1995, κατά την οποία η Γενική Κυβέρνηση περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως πρώτου και δευτέρου βαθμού και τους οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια αμοιβή του Πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρ. 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη αυτή το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001.

Η άνω ρύθμιση εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών κατά την δημοσίευση του νόμου (10-4-2012) απαλλοτριώσεων, ήτοι, εκείνων που δεν είχε συζητηθεί κατά τη δημοσίευση του νόμου η αίτηση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως (άρθρ. 146 παρ. 9 περ. δ' ίδιου νόμου).

Με την προσβαλλομένη απόφαση η, επί της οποίας συζήτηση της αιτήσεως για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων, τα οποία απαλλοτριώθηκαν, έγινε την 21-5-2013, ήτοι μετά την θέση σε ισχύ τον ν. 4070/2012, επιβλήθηκε δικαστική δαπάνη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και υπέρ του οποίου απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά εκτάσεις για την κατασκευή του "Ανισοπέδου Κόμβου Αμαρίου στο Δήμο Ρεθύμνου του Νόμου Ρεθύμνου που ανήκουν στον καθ' ου, ίση με ποσοστό 3% επί του ποσού της καθορισθείσης οριστικής ιδιαίτερης αποζημίωσης, 2% για την σύνταξη της αίτησης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου και 1% για την σύνταξη προτάσεων, αντί του μειωμένου συνολικού ποσοστού 1,5%, 1% για την σύνταξη - κατάθεση της αιτήσεως και 0,5% για την σύνταξη προτάσεων που έπρεπε να επιβάλλει, εάν εφήρμοζε ορθώς τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012.

Το αναιρεσείον δε, ουδεμία υποχρέωση είχε να υποβάλει σχετικό ισχυρισμό ενώπιον του εφετείου για εφαρμογή των άνω νέων διατάξεων. Κατόπιν αυτού ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου με την διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 επιδιώκεται ο εξορθολογισμός της δημόσιας δαπάνης που καταβάλλεται για τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων στις δίκες απαλλοτριώσεως κατ' ανάλογο τρόπο με την αντίστοιχη πρόβλεψη που ίσχυε για τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων που κηρύχθηκαν για την κατασκευή έργων που χρησιμοποιήθηκαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών (μείωση κατά 2/3 της ελάχιστης αμοιβής των δικηγόρων και θέσπιση ανωτάτου ορίου 6.000 ευρώ).

Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου με τον οποίο υποστηρίζεται η αντισυνταγματικότητα της εν λόγω διατάξεως είναι, απορριπτέος.

Συνεπώς ο εκ του αριθμού 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση των άνω διατάξεων είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο της αμοιβής του δικηγόρου του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο, και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο (άρθρο 580 παρ. 3, εδ. α' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της ιδιαίτερης αποζημιώσεως (1% για τη σύνταξη και κατάθεση της αιτήσεως και 0,5% για τις προτάσεις). Τέλος πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων (άρθρο 22 παρ. 2β του ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 157/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Κρατεί την υπόθεση κατά το άνω κεφάλαιο και τη δικάζει κατά τούτο.

Καταδικάζει το Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου του αιτούντος σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της ιδιαίτερης αποζημιώσεως (1% για την σύνταξη και την κατάθεση της αιτήσεως και 0,5% για τις προτάσεις). Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ