1669/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1669/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 333 παρ. 3, 366 και 368 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο και στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνο όμως εφόσον αυτοί το ζητήσουν και όχι οίκοθεν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1669 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1669/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 62/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Mε πολιτικώς ενάγουσα την ‘ Ο. Τ. του Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως μετά των από 2 Σεπτεμβρίου 2016 πρόσθετων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 358 εδ. α και β του Κ.Π.Δ. μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, ενώ μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 333 παρ. 3, 366 και 368 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο και στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνο όμως εφόσον αυτοί το ζητήσουν και όχι οίκοθεν.
Και αν μεν ζητήσουν το λόγο και δεν τους δοθεί και εφόσον και το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγαν απορρίψει το αίτημά τους ή δεν αποφανθεί επ’ αυτού, δημιουργείται η κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Αν όμως δεν ζητήσουν αυτοί το λόγο ουδεμία ακυρότητα επέρχεται (Α.Π. 319/2015).
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας γιατί μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε το λόγο στους συνηγόρους του αναιρεσείοντος προκειμένου να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ.
δικαιώματά τους, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η άσκηση του από το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ.
δικαιώματος.
Κατά το άρθρο 368 εδ. α του Κ.Π.Δ. "Αφού απολογηθεί ο κατηγορούμενος και εξεταστεί ο αστικώς υπεύθυνος, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση ρωτάει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 333, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, κατόπιν κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας".
Σε περίπτωση μη τηρήσεως της ως άνω διατάξεως, που αποτελεί ειδικότερη ανάπτυξη των προβλέψεων του άρθρου 333 του ιδίου κώδικα, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 του Κ.Π.Δ. ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι δεν απαγγέλλεται από τη διάταξη αυτή τέτοια ακυρότητα ούτε από την παράλειψή της παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμέν ου, καθόσον εφόσον αυτός θεωρεί αναγκαία κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, μπορεί να το ζητήσει, οπότε αν το δικαστήριο αρνηθεί, επέρχεται ακυρότητα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. (Α.Π. 228/2016).
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. λόγω της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 171 του Κ.Π.Δ.) που επήλθε από το γεγονός ότι ο διευθύνων τη συζήτηση παρέλειψε να ρωτήσει τους συνηγόρους του αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση κατά τη διάταξη του άρθρου 368 του Κ.Π.Δ., χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης (σελ. 12/31 αυτών) προκύπτει ότι μετά την απολογία του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρώτησε τον εισαγγελέα, τα μέλη του δικαστηρίου, τους πληρεξουσίους δικηγόρους της πολιτικώς ενάγουσας, καθώς και τους συνηγόρους υπερασπίσεως του κατηγορουμένου αν έχουν να προτείνουν συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
δ του ίδιου κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου στον κατηγορούμενο από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (Α.Π. 310/2016). Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του.
Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του όταν πρόκειται για φωτογραφίες ή απεικονίσεις, οι οποίες ως έγγραφα δεν αναγιγνώσκονται κυριολεκτικώς αλλ’ επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται από το διευθύνοντα την συζήτηση ώστε να ενασκήσουν το δικαίωμά τους να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα (Α.Π. 898/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο περιλαμβάνονται και τα κατωτέρω αναφερόμενα στη σελίδα 9/31 των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως με τις εξής προσδιοριστικές της ταυτότητάς τους ενδείξεις: Α) ""Η επίθεση των χοίρων!" είδηση που δημοσιεύθηκε στις 02-05-2008" και Β) 1) το από Μάρτιο του 2015 τοπογραφικό διάγραμμα σε πρωτότυπο, 2) η αριθ. 9/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, σε φωτοτυπία, 3) το αριθ. 9/2015 πρακτικό συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, σε φωτοτυπία, 4) το ...15-12-2007 Δελτίο Αποστολής-Τιμολόγιο Αγοράς, σε πρωτότυπο και το Νο ...22-05-2008 Τιμολόγιο, σε φωτοτυπία και 5) η από 16 και 17/01/2016 εφημερίδα ....
Επίσης στην ίδια πιο πάνω σελίδα (9/31) των προαναφερθέντων πρακτικών αναγράφονται και τα εξής: "Ακόμη επισκοπήθηκαν δεκατέσσερις (14) φωτογραφίες (10 εξ αυτών τυπωμένες), που προσκόμισαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της πολιτικώς ενάγουσας, οι οποίες θεωρήθηκαν από τον Πρόεδρο". Τα στοιχεία με τα οποία προσδιορίζονται τα ανωτέρω έγγραφα και φωτογραφίες είναι επαρκή, προκύπτει δε η διακριτή ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να μην αμφισβητείται η ανάγνωση των εγγράφων και η επισκόπηση των φωτογραφιών στο ακροατήριο και η δυνατότητα του κατηγορουμένου να προβεί σε σχετικές δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενό τους.
Άλλωστε ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την ανάγνωση των εγγράφων και την επισκόπηση των φωτογραφιών, όπως προκύπτει από τη σχετική περικοπή που περιέχεται στην ίδια σελίδα (9/31) της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γεγονός το οποίο καταφάσκει την επάρκεια των προσδιοριστικών της ταυτότητάς τους στοιχείων και την αποδοχή τους εκ μέρους του αναιρεσείοντος ως αξιολογήσιμων αποδεικτικών μέσων.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και ο μόνος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. και ειδικότερα αυτήν της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 171 του Κ.Π.Δ.), που επήλθε από το γεγονός ότι αναγνώσθηκαν τα ανωτέρω έγγραφα και επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες των οποίων δεν προσδιοριζόταν επαρκώς η ταυτότητα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ασκήσει το από το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ.
δικαίωμά του να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά μεν το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α του Π.Κ. "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε το άρθρο 28 του ίδιου κώδικα "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση σωματικής βλάβης άλλου, υποκειμενικά δε: α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., στο οποίο ορίζεται ότι όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε είτε συνεπεία συμβάσεως είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη) συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου δεν αναιρεί την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος (Α.Π. 634/2015, Α.Π. 463/2015).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά στα εγκλήματα από αμέλεια που τελούνται με παράλειψη του υπόχρεου (κατά το άρθρο 15 του Π.Κ.) σε ορισμένη ενέργεια αποτροπής του εγκληματικού αποτελέσματος, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται η πηγή προελεύσεως της ειδικής νομικής υποχρεώσεως και να μνημονεύεται η αντίστοιχη επιτακτική διάταξη, όταν αυτή είναι η πηγή της σχετικής υποχρεώσεως.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.
Δεν αρκεί όμως να περιορίσθηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του.
Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κ.λπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 469/2016).
Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.
και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά κατά τρόπο ορισμένο και πλήρη ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Στην προκειμένη περίπτωση από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ’ είδος και την παράθεση νομικής σκέψεως, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 30-4-2008 στην περιοχή "..." του Δήμου ...
Πρέβεζας, ενώ η εγκαλούσα εισήλθε σε χώρο θερμοκηπίου που διατηρεί μαζί με το σύζυγό της, της επιτέθηκαν και την τραυμάτισαν σοβαρά 15 περίπου ημιάγριοι χοίροι, οι οποίοι είχαν ξεφύγει από αγρό που βρίσκεται σε μικρή απόσταση, όπου τους εξέτρεφε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος πράγματι εξέτρεφε από ικανού χρόνου πριν το επίδικο συμβάν ημιάγριους χοίρους, όπως παραδέχεται ο ίδιος αλλά και προκύπτει από σειρά εγγράφων και κυρίως τιμολογίων βάσει των οποίων τους πώλησε σε μεταγενέστερο χρόνο.
Υποστηρίζει όμως περαιτέρω ο κατηγορούμενος, αρνούμενος τις σε βάρος του κατηγορίες, ότι οι χοίροι οι δικοί του δεν είχαν εκφύγει του περιφραγμένου χώρου και προφανώς ο τραυματισμός της πολιτικώς ενάγουσας προκλήθηκε από αγριόχοιρους, εκ των οποίων γέμει η περιοχή. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου δεν κρίνεται βάσιμος, καταρρίπτεται δε από τα ακόλουθα στοιχεία:
Από τη σαφή και παραστατική κατάθεση της παθούσης τόσο στο παρόν όσο και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία (παθούσα) ομιλεί για χοίρους χρώματος γκρι και όχι μαύρου, που ως γνωστόν είναι το χρώμα των αγριόχοιρων, καθώς και ότι οι χοίροι που της επιτέθηκαν όχι απλώς την έριξαν στο έδαφος αλλά και τη δάγκωσαν, όπως δάγκωσαν και το σκυλάκι της που την ακολουθούσε και προσέτρεξε σε βοήθειά της, είναι δε κοινώς γνωστό ότι η συμπεριφορά αυτή (δάγκωμα) δεν χαρακτηρίζει τα αγριογούρουνα τα οποία κτυπούν με τους δύο οδόντες που προεξέχουν και είναι άλλωστε, μαζί με το μαύρο χρώμα τους, το κύριο γνώρισμά τους και θα το είχε προσέξει η παθούσα.
Άλλωστε η τελευταία είχε δει επανειλημμένα, όπως και ο σύζυγός της, τα γουρούνια του κατηγορουμένου, τα οποία στο παρελθόν τους είχαν προξενήσει πολλές φορές ζημίες στο κτήμα τους, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω. Επίσης ο σύζυγος της παθούσης στην κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναφέρει ότι οι μπότες της συζύγου του ήταν "δαγκωμένες".
Σημαντική είναι επίσης και η κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Π., μη έχοντος ιδιαίτερη φιλική ή εχθρική σχέση με τους διαδίκους, ο οποίος ήταν πλησίον του χώρου που έγινε το ένδικο περιστατικό μαζί με το σύζυγο της παθούσης και προσέτρεξε προς βοήθειά της, ο οποίος, ενώ διευκρινίζει ότι δεν γνωρίζει τίνος είναι τα γουρούνια, περιγράφει παραστατικά "ότι τα γουρούνια περιφέρονταν.
Πήραμε ξύλα και τα κυνηγήσαμε δεν ξέρω τίνος είναι. Ναι, τα είδα, ήταν καφετί, γκριζόμαυρα, παρδαλά, προφανώς ήταν ημιάγρια". Ως προς το ίδιο ζήτημα, του είδους των χοίρων, δεν προκύπτει αντίθετη κρίση από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Σ., ο οποίος, ενώ καταθέτει ότι: "Ποτέ δεν είδα ο Τ. να έχει γκρι και παρδαλά γουρούνια", στη συνέχεια υποστηρίζει, προφανώς για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι την παθούσα τραυμάτισαν αγριόχοιροι, ότι και τα άγρια και τα ημιάγρια είναι μαύρα, τούτο όμως είναι προδήλως αβάσιμο αφού πρόκειται περί ημίαιμων ζώων.
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι και ο Σ. Τ., αδελφός κατηγορουμένου, κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι τα γουρούνια του κατηγορουμένου "είναι γκρίζα", διαφορετικά δηλαδή από τον κατηγορούμενο που επιμένει ότι ήταν μαύρα για να αποδείξει ότι επρόκειτο για αμιγώς άγριους χοίρους. Ο ισχυρισμός εξάλλου του κατηγορουμένου ότι τα εκτρεφόμενα από τον ίδιο ζώα φυλάσσονταν σε περιφραγμένο αγρό από τον οποίο δεν μπορούσαν να διαφύγουν, καταρρίπτεται από πληθώρα στοιχείων, πέραν της καταθέσεως της παθούσης και του συζύγου της, οι οποίοι επαναλαμβάνουν ότι πολλές φορές τα είχαν δει να περιφέρονται έξω από τον περιφραγμένο χώρο και επανειλημμένα τους είχαν προξενήσει ζημίες.
Συγκεκριμένα τουλάχιστον δύο φορές στο παρελθόν είχαν προκαλέσει ζημίες σε καλλιέργειες στο κτήμα του συζύγου της ενάγουσας και επελήφθη η Αγροφυλακή, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες και αναγνωσθείσες δύο από 19-11-2007 και 4-12-2007 Εκθέσεις Εκτίμησης Αγροζημίας των αγροφυλάκων Ό. Ο. και Θ. Δ., οι οποίοι βεβαιώνουν ζημίες που έλαβαν χώρα στις 14/15-11-2007 και στις 2-12-2007 και στις δύο περιπτώσεις "από αγριόχοιρους του Δ.
Τ." όπως ρητά αναγράφουν, αναφερόμενοι στους ημίαιμους χοίρους που εξέτρεφε ο κατηγορούμενος. Αλλά και από την κατάθεση του Σ. Τ., αδελφού του κατηγορουμένου, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνάγεται ευθέως ότι η φύλαξη των ζώων του κατηγορουμένου ήταν πλημμελής, αφού ο εν λόγω αδελφός του κατέθεσε ότι: "Ο αδελφός μου τα είχε περιφραγμένα, αν βγήκαν ήταν για ελάχιστο χρόνο...".
Αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στο πρωτοβάθμιο παραδέχθηκε ότι υπήρχαν περιπτώσεις που οι χοίροι του διέφευγαν της περιφράξεως "...κάποιες φορές που είχε κατολισθήσεις, πάντα την επιδιόρθωνα την περίφραξη...", επίσης δε κατέθεσε απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο: "Πιστεύω ότι τα γουρούνια ήταν ξένα", σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του στο παρόν δικαστήριο ότι επρόκειτο για άγριους χοίρους.
Οπωσδήποτε πάντως ούτε κατονομάσθηκε ούτε αποδείχθηκε ότι κάποιος άλλος έχει πλησίον χοίρους, ήμερους ή ημιάγριους, που θα μπορούσαν να βρεθούν στο θερμοκήπιο της παθούσης και να της επιτεθούν. Ακόμη πέραν των ανωτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι με την αναγνωσθείσα υπ’ αριθμ. 307/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πρέβεζας κατά της υπ’ αριθμ. 41/2009 αποφάσεως του Πταισματοδικείου Πρέβεζας, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος της παραβάσεως του άρθρου 435 παρ.
α και β Π.Κ. και ειδικότερα του ότι στις 6-7-2008 στην ως άνω περιοχή άφησε να περιφέρονται ελεύθεροι δέκα περίπου ημιάγριοι χοίροι στο κτήμα του Δ. Τ. του Π. (ήδη δεύτερου μάρτυρα), κινούμενοι με άγριες διαθέσεις εναντίον του, παραλείποντας να πάρει τα προστατευτικά μέτρα που απαιτούνται. Εξάλλου από ουδέν στοιχείο αποδείχθηκε το υποστηριζόμενο από τον κατηγορούμενο ότι η παθούσα και ο σύζυγός της έχουν παλαιόθεν κτηματικές διαφορές που εξηγούν εμπάθεια εναντίον του.
Αντιθέτως προέκυψε ότι οι μόνες διαφορές ανάγονται στα τελευταία έτη εξ αφορμής των ζημιών που προκαλούσαν στις καλλιέργειές τους οι εκτρεφόμενοι από τον κατηγορούμενοι χοίροι. Ενόψει όλων των ανωτέρω δεν καταλείπεται αμφιβολία στο δικαστήριο ότι οι χοίροι που επιτέθηκαν και τραυμάτισαν την πολιτικώς ενάγουσα, προξενώντας της τις σωματικές κακώσεις που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, ανήκαν στην ιδιοκτησία του κατηγορουμένου, αυτός δε (κατηγορούμενος) από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν εξασφάλισε την ασφαλή φύλαξη αυτών, παρότι ήταν υποχρεωμένος προς τούτο από το νόμο ως κάτοχος και εκμεταλλευτής αυτών (άρθρο 924 Α.Κ.) αλλά και ως εκ της φύσεως του πράγματος, με αποτέλεσμα να εξέλθουν τα ζώα αυτά και επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τραυματισμού της παθούσης, το οποίο θα μπορούσε να προβλέψει και αποτρέψει αν επεδείκνυε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει...
Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων ο κατηγορούμενος, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα κατά πιστή μεταφορά του ότι: "Στις 30-4-2008 στην περιοχή "..." του Δήμου ...
από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη και προκάλεσε σωματική κάκωση σε άλλον. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ εξέτρεφε δεκαπέντε (15) περίπου ημιάγριους χοίρους και μπορούσε να προβλέψει ότι τα ζώα αυτά μπορεί να επιτεθούν αδιακρίτως σε ανθρώπους και άλλα ζώα, αυτός αντίθετα και παρά τις επανειλημμένες συστάσεις τόσο των μηνυτών (Ό.
Τ. και Δ. Τ.) όσο και των άλλων κατοίκων της περιοχής δεν μερίμνησε για την ασφαλή φύλαξη των πιο πάνω ζώων εντός περιφραγμένου χώρου αλλά άφησε αυτά να περιφέρονται ελεύθερα, με συνέπεια να επιτεθούν στην Ό. Τ., η οποία εργαζόταν στο αγρόκτημά της και να προξενήσουν σ’ αυτήν σωματικές βλάβες και ειδικότερα κάκωση κεφαλής με ανώμαλα τραύματα α) ΔΕ μετωπιαίας χώρας, β) ΑΡ άνω βλεφάρου και έξω κανθού, γ) ΑΡ ρινοπαρειακής γωνίας, δ) κάκωση ΔΕ ώμου με εξάρθρημα αυτού και συντριπτικό κάταγμα κεφαλής βραχιονίου με αποσπαστικά οστικά τεμάχια που εντοπίζονται ενδοαρθρικά καθώς και οπισθίως της κεφαλής του βραχιονίου, ε) αίμαρθρο και πιθανό αιμάτωμα στην υποπλάτια περιοχή σε συνδυασμό με κάταγμα ωμοπλάτης ΔΕ και εγκάρσιο κάταγμα διάφυσης βραχιονίου, καθώς και στ) αιμάτωμα οσφυϊκής χώρας δεξιά.
Το ανωτέρω δε αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του ο κατηγορούμενος δεν το προέβλεψε από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις ως άνω περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει". Με αυτές τις, κατά το συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού, παραδοχές το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά.
Ειδικότερα παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, επισκόπηση φωτογραφιών, απολογία κατηγορουμένου) από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατάληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκαν οι υπαγωγικοί συλλογισμοί του δικαστηρίου, μάλιστα δε με ιδιαίτερες σκέψεις αξιολογείται η ακρίβεια και η αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων οι καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας, των μαρτύρων Β.
Π., Δ. και Σ. Τ. και Γ. Σ. αλλά και το περιεχόμενο της απολογίας του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία, ενώ για τη διαμόρφωση εδραίας δικανικής πεποιθήσεως περί της ενοχής ή μη του τελευταίου παρατίθενται και εκτιμώνται προσηκόντως και έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και δη οι από 19-11-2007 και 4-12-2007 εκθέσεις εκτιμήσεως αγροζημίας των αγροφυλάκων Ό.
Ο. και Θ. Δ., καθώς και η 307/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας, χωρίς αυτή η αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και η επισήμανση της αποδεικτικής τους βαρύτητας να υποδηλώνει ότι έγινε επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνο από αυτά και αγνοήθηκαν τα υπόλοιπα ή ότι έγινε αποσπασματική εκτίμηση του περιεχομένου των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ή των εγγράφων που αναγνώσθηκαν.
Τέλος η διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως επισήμανση ότι ως γνωστόν το χρώμα των αγριόχοιρων είναι μαύρο και ότι είναι κοινώς γνωστό ότι το δάγκωμα δεν τους χαρακτηρίζει αλλά χτυπούν με τους δύο οδόντες που προεξέχουν αποτελεί απλώς και μόνο καταγραφή μιας εμπειρικής παρατηρήσεως και δεν συνιστά ιδιαίτερο και μάλιστα παράνομο αποδεικτικό μέσο που υποκαθιστά τις νόμιμες αποδείξεις, αφού η εξενεχθείσα για την ενοχή του αναιρεσείοντος κρίση του δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε στη διατυπωθείσα αυτή, ενδεχομένως και ως εκ περισσού, άποψη αλλά στα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας.
Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ. πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ως αναγόμενες σε τοιαύτες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα (δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση δεν εισάγεται ως προς την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, της οποίας επίσης είχε κηρυχθεί ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος και την οποία αφορά ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως), πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινομένη δήλωση-αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...26-2-2016 δήλωση-αίτηση του Δ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., καθώς και τον από 2-9-2016 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της 62/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2016. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ