Legislator Case Law & Legislation
1669/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against divorce property division due to insufficient reasoning on marital contribution.

Case Number 1669/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding marital property division. The appellant argued the lower court failed to clarify whether the wife's contributions exceeded statutory limits or if her share of the increased assets was properly calculated. The court ruled that the lower court's reasoning was sufficient because the appellant bore the burden of proving his contribution was below one-third, a claim he failed to substantiate.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 1400 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks clear and adequate reasoning regarding the assessment of marital contributions and the calculation of the increased marital property share.

Keywords

AI generated
marital property division divorce proceedings insufficient reasoning burden of proof appellate review statutory contribution civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1400 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1669 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1669 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Φεβρουαρίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την από 5 Μαρτίου 2008 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 14/2012 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιουλίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, ενώ δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο η αναιρεσίβλητη. Όπως δε προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση επίδοσης .../29.10.2012 του δικαστικού επιμελητή Νάξου …, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια των αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1.4.2013). Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία την αναιρεσίβλητης (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Ως δωρεές κατά την έννοια της διάταξης αυτής πρέπει να νοηθούν μόνο εκείνες που έγιναν από τρίτους.

Δεν εντάσσονται δηλαδή στις πιο πάνω δωρεές, εκείνες που έγιναν από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, γιατί η θέληση του νομοθέτη δεν ήταν, σε περίπτωση λύσης του γάμου ή τριετούς (ήδη διετούς) διάστασης, να αποβεί αυτός αιτία πλουτισμού του ενός συζύγου σε βάρος της περιουσίας του άλλου, αφού και οι δύο σύζυγοι έχουν περιουσιακή αυτοτέλεια και συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους για τις ανάγκες της οικογένειας.

Έτσι, οι δωρεές του ενός συζύγου προς τον άλλο επαυξάνουν την περιουσία του δωρεοδόχου με τη συμβολή του δωρητή, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση τους, έστω και αν δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης τους για αχαριστία, ακόμη και αν πρόκειται για δωρεές οι οποίες έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας (512 ΑΚ), διότι η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ είναι σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 512 του ίδιου Κώδικα ειδικότερη και άρα υπερισχύει εκείνης.

Ακόμη, διότι, και όταν η μεταξύ των συζύγων δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, τελεί σιωπηρά υπό τη διαλυτική αίρεση της μη λύσης του γάμου.

Συνεπώς, με συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι στην τελική περιουσία του υπόχρεου συνυπολογίζονται και όσα αυτός απέκτησε με δωρεά του δικαιούχου συζύγου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της οριστικής απόφασης 45/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αντίθετες αγωγές αυτών, οι οποίες αναφέρονταν σε αντίθετες αξιώσεις συμμετοχής στην κτηθείσα από τον καθένα από αυτούς περιουσία κατά τη διάρκεια του γάμου τους, που λύθηκε αμετάκλητα στις 22.7.2008, απέρριψε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως αόριστη, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε σ' αυτήν, ως συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος, το ποσό των 51.333 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τεκμαιρόμενο κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 εδ.

β' ΑΚ ποσοστό του ενός τρίτου. Για να καταλήξει στο αποτέλεσμα αυτό το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, ότι η περιουσία του αναιρεσείοντος, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, ο οποίος τελέστηκε στις 2.1.1997 και λύθηκε αμετάκλητα στις 22.7.2008, αυξήθηκε και με την απόκτηση κατά κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου σ' αυτή ακινήτου, το οποίο του δώρισε η αναιρεσίβλητη σύζυγος του με το δωρητήριο συμβόλαιο .../22.5.1997 της συμβολαιογράφου Πάρου Ευρυδίκης Τσάτση, που μεταγράφηκε νόμιμα, διατυπώνοντας τη σκέψη ότι κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ, στην περίπτωση προβολής εκ μέρους του ενός συζύγου αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, οι δωρεές του ενός συζύγου προς τον άλλο αυξάνουν την περιουσία του δωρεοδόχου με τη συμβολή του δωρητή και συνυπολογίζονται στην τελική περιουσία του δωρεοδόχου συζύγου για τον προσδιορισμό της υποχρέωσης του προς απόδοση στο δικαιούχο σύζυγο του μέρους της αύξησης της περιουσίας του, που επήλθε με τη συμβολή του τελευταίου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 ΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα το άρθρο 1400 ΑΚ υπολόγισε ότι προσαυξήθηκε η περιουσία του και με την πιο πάνω δωρεά της αναιρεσίβλητη ς συζύγου του, είναι αβάσιμα.

Από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει αναγκαίως, α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση ή ακύρωση του γάμου ή τριετή διάσταση των συζύγων (ήδη διετή διάσταση, μετά τον περιορισμό με το άρθρο 14 του ν. 3719/2008 της τετραετούς διάστασης στο άρθρο 1439 ΑΚ, ως λόγου διαζυγίου, σε διετή, που συνεπάγεται αναγκαίως και περιορισμό της τριετούς διάστασης του άρθρου 1400 ΑΚ), γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και δ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος.

Η συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών, είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 του ΑΚ). Το είδος της συμβολής μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε υλική παροχή η οποία εξέρχεται από τα όρια της υποχρέωσης για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και στην παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, μετά όμως την αποτίμηση της υποχρέωσης για συνεισφορά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών (άρθρο 1389 του ΑΚ).

Επομένως, όταν ο ενάγων σύζυγος επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου δια παροχών, οι οποίες συνιστούν ειδικότερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσης του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του με την οποία ζητάει από τον εναγόμενο να του αποδώσει τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας του, δεν αρκεί μόνο η εις χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών, αλλά πρέπει να καθορίσει στο δικόγραφο της και το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολο τους.

Τα παραπάνω ισχύουν όταν η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου, στην αύξηση της περιουσίας του άλλου. Όταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνο ο δικαιούχος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης.

Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ" εαυτής, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρέωσης για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας.

Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σΛ αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1173/2012, ΑΠ 379/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε το Εφετείο ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: 1) Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από την τέλεση του γάμου των διαδίκων στις 2.1.1997 έως την αμετάκλητη λύση του στις 22.7.2008, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων απέκτησε κατά κυριότητα, με το δωρητήριο συμβόλαιο .../22.5.1997 της συμβολαιογράφου Πάρου Ευρυδίκης Τσάτση, που μεταγράφηκε νόμιμα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.011,72 τ.μ., στη θέση "..." της περιφέρειας της τέως Κοινότητας …, λόγω δωρεάς από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη σύζυγο του, επί του οποίου ανεγέρθηκε κατά τα έτη 1997-1998 ισόγεια κατοικία, εμβαδού 173 τ.μ. ,με βοηθητικούς χώρους 35 τ.μ., συνολικής αξίας με τα κτίσματα αυτά, κατά το χρόνο λύσης του γάμου τους, 300.000 ευρώ, από την οποία αντιστοιχεί στον εναγόμενο το ποσό των 150.000 ευρώ (30.000 και 120.000 ευρώ αντιστοίχως η αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του αγροτεμαχίου και των κτισμάτων) και το Μάρτιο του 2003 ένα αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου PUNTO, αξίας κατά το χρόνο λύσης του γάμου των διαδίκων 4.000 ευρώ. 2) Ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, α) με την παροχή των υπηρεσιών της, χωρίς οικονομικές απολαβές, από την τέλεση του γάμου τους έως και το καλοκαίρι του 2005, κάθε χρόνο κατά την περίοδο από το Μάιο έως και το Σεπτέμβριο, επί οκτάωρο καθημερινά, στην ατομική επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων και μηχανών του συζύγου της στη Νάουσα της Πάρου, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 19.200 ευρώ (4 μήνες ετησίωςΧ8 έτη=32 μήνες Χ600 ευρώ μηνιαίως=19.200 ευρώ), β) με την προσφορά των υπηρεσιών της σε καθημερινή βάση, σε όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους από την τέλεση του γάμου τους έως και τον Ιούνιο του 2006, για την οργάνωση, λειτουργία, συντήρηση και καθαριότητα του συζυγικού οίκου, την παρασκευή φαγητού, την ανατροφή και εκπαίδευση του ανήλικου τότε τέκνου του εναγομένου από τον πρώτο γάμο του, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 30.300 ευρώ, και οι οποίες υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρέωσης συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες τους, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 1389 ΑΚ, κατά το ποσό των 10.100 ευρώ, το οποίο ωφελήθηκε ο εναγόμενος, ο οποίος δεν προσέφερε αντίστοιχες υπηρεσίες, ούτε κατέβαλε ανάλογα της συμμετοχής αυτής χρηματικά ποσά σε τρίτο, γ) με τη δωρεά προς τον ίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω αγροτεμαχίου, αξίας του ποσοστού αυτού κατά το χρόνο λύσης του γάμου τους 30.000 ευρώ και με την παραχώρηση δωρεάν κατά το ίδιο ποσοστό της ανεγερθείσας οικίας. 3) Ότι με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα συνεισέφερε στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών περισσότερα από όσα, βάσει της αναλογίας των δυνάμεων των διαδίκων είχε υποχρέωση να συνεισφέρει, ώστε κατά το υπερβάλλον μέρος της συνεισφοράς της συνέβαλε αποφασιστικά στην κατά το ποσό των 154.000 ευρώ (150.000+4.000)επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της κατά το ποσοστό του τεκμηρίου του 1/3 του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ.

β ΑΚ, όπως ζητούσε με την αγωγή της, που ανέρχεται στο ποσό των 51.333,33 ευρώ, το οποίο και πρέπει να της επιδικαστεί. 4) Ότι η νομίμως προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση προς απόκρουση του τεκμηρίου ότι ενάγουσα δεν συνεισέφερε στη ανέγερση της οικοδομής και ότι όλες οι δαπάνες καλύφθηκαν από τα δικά του εισοδήματα, στην οποία ένσταση εμπεριέχεται κατά λογική και νομική αναγκαιότητα και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή αυτής ήταν κάτω από το 1/3, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού αυτός δεν απέδειξε ότι τα εισοδήματα του από την επιχειρηματική του δραστηριότητα κατά τα παραπάνω έτη ήταν τέτοια που να του δίνουν την δυνατότητα, χωρίς να χρειαστεί τη συμβολή της ενάγουσας, να καλύψει τις εν γένει δαπάνες απόκτησης του ως άνω ακινήτου, ούτε και ότι το ποσοστό συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμιά συμβολή αυτής.

Ο αναιρεσείων, με τους δύο επόμενους λόγους αναίρεσης (δεύτερο και τρίτο), προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα συνεισέφερε για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και τη χρήση δωρεάν του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πιο πάνω ανεγερθείσας οικίας, που αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία, χωρίς να μνημονεύει αν η παροχή αυτή εμπίπτει στην υποχρέωση των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ ή αν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τα άρθρα αυτά μέτρο, και ότι συνεισέφερε ακόμη στην αύξηση της περιουσίας του με τη δωρεά του 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος αγροτεμαχίου και με την πιο πάνω παραχώρηση της χρήσης κατά το ίδιο ποσοστό της ανεγερθείσας οικείας, χωρίς να διευκρινίζει αν οι παροχές αυτές θεωρούνται ως υπερβαίνουσες το επιβαλλόμενο μέτρο και ποια είναι η αξία της δωρεάν παραχώρησης της χρήσης της οικίας, με συνέπεια να μην καθίσταται σαφές αν η συμμετοχή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του υπερβαίνει το ύψος του τεκμηρίου του 1/3 ή αν υπολείπεται του ποσοστού αυτού, οπότε θα έπρεπε να επιδικαστεί το προκύπτον μικρότερο ποσό.

Με βάση όμως τις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, ενόψει και της προαναφερόμενης νομικής σκέψης, καλύπτονται με πληρότητα και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή, για την ευδοκίμηση της οποίας η ενάγουσα είχε το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει μόνο την επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, εφόσον στηρίζει την αξίωση της στην τεκμαρτή κατά το 1/3 συμβολή της.

Αντίθετα ο εναγόμενος είχε το βάρος να αποδείξει την ένσταση του ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του ήταν κάτω από το ένα τρίτο, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως αναπόδεικτη. Οι αιτιάσεις που προβάλλει ο εναγόμενος-αναιρεσείων συνδέονται μόνο με τις αποδείξεις που εισέφερε στη δίκη ανταποδεικτικά η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, ως προς τη συμβολή της και την έκταση αυτής στην επαύξηση της περιουσίας του πρώτου, αποκρούοντας την προαναφερόμενη ένσταση εκείνου.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον και με τις ανταποδεικτικές παραδοχές, με βάση τις οποίες η αποτιμηθείσα σε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου (19.200 ευρώ, αξία υπηρεσιών στην επιχείρηση του εναγομένου+10.100 ευρώ, υπερβάλλουσα αξία υπηρεσιών για κάλυψη αναγκών συζυγικού οίκου+30.000 αξία ποσοστού δωρηθέντος ακινήτου) υπερκαλύπτεται το τεκμαρτό ποσοστό του 1/3, που, όπως προαναφέρθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 51.333,33 ευρώ, δεν υφίσταται καμιά ανεπάρκεια αιτιολογιών, που να επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, από τη μη αναφορά στην απόφαση της αξίας της παραχωρηθείσας εκ μέρους της ενάγουσας χρήσης του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πιο πάνω οικίας, που αποτέλεσε το συζυγικό οίκο.

Επομένως είναι αβάσιμοι και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.7.2012 αίτηση του Ν. Σ. για αναίρεση της απόφασης 14/2012 του Εφετείου Αιγαίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ