1669/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-4-2007 και 13-2-2007 αγωγές των: 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2530/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-8-2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1669/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
Full text
Απόφαση 1669 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1669/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Ε. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Διαμαντή Μπιλιάνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. I. H. του M., κατοίκου ..., δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Της Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, που εδρεύει στην ... και η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριο Ντανάκα και κατέθεσε προτάσεις, και 3. Του εδρεύοντος στην Αθήνα Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο, εκ του νόμου και αυτοδικαίως υποκαθιστά την τεθείσα υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, εδρεύουσα στον ..., ανώνυμη εταιρία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία Γενική Πίστη Α.Ε.Ε.Γ.Α. General Trust, της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Παπαηλιού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-4-2007 και 13-2-2007 αγωγές των: 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2530/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-8-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 27-10-2011 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη-Φραγκίσκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και πέμπτου λόγου της αιτήσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμ. 7186Γ/9-12-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας, στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 4-11-2011, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε και η υπόθεση μεταφέρθηκε προσηκόντως στο πινάκιο της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων I. H. με παραγγελία του πληρεξούσιου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος ως επισπεύδοντος, Διαμάντη Μπιλιάνη. Ο ίδιος όμως αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., κατά την ίδια μετ' αναβολή συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (αρθρ. 576 παρ.2, 575 εδ. β'και 226 παρ.4 εδ. β'και γ' του Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2005).
Τέλος από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.4 και 5 του ν. 2696/1999 περί του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) προκύπτει ότι στους κόμβους, που κατά τα, οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ιδίου Κώδικα αποτελούν: Οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων, που σχηματίζονται απ' αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από δεξιά.
Εξαίρεση απ' αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνον στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις: α) όσων κινούνται σε αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς, ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας, β) των σιδηροδρομικών και τροχοδρομικών οχημάτων, τα οποία έχουν σε κάθε περίπτωση προτεραιότητα γ) όσων εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια παρόδιας ιδιοκτησίας, χώρους στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) όσων εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω όταν αυτό επιτρέπεται οι οποίοι οφείλουν σε κάθε περίπτωση να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών τους κινούμενους.
Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία σε ισόπεδο κόμβο μια οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "Τ", ήτοι καταλήγει σ' αυτήν χωρίς να συνεχίζεται, διότι ούτε ρητώς στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ' αναλογία μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση είναι δε διαφορετικό το γεγονός ότι ο κινούμενος στην τέμνουσα οδό οδηγός είναι υποχρεωμένος στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 19 παρ.1,2 και 3 και 21 παρ.1 και 2 του ΚΟΚ να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες να την μειώνει πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, να βεβαιώνεται αν πρόκειται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιήσει τους δείκτες κατευθύνσεως για να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει διεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά κατά περίπτωση.
Επομένως επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα Τ που δεν υπάρχει σχετική σήμανση η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τεμνούσης οδού έναντι των εξ αριστερών υποχρέων. (Α.Π. 1044/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 411/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έγινε στις 3-8-2006 περί ώρα 09.55' στην Κηφισιά Αττικής, στη διασταύρωση των οδών Φραγκοπούλου και Κρέσνας.
Ο ενάγων I. H., οδηγούσε την υπ' αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κινούμενος επί της οδού Φραγκοπούλου με κατεύθυνση από Πολιτεία προς Ν.Ε.Ο. Αθηνών- Λαμίας. Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος Β. Ε., οδηγούσε την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, κινούμενος επί της οδού Κρέσνας, με κατεύθυνση από Νέα Ερυθραία προς Μαρούσι.
Οι ανωτέρω οδοί, που είναι δρόμοι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχουσες πλάτος 06,80 μέτρα η πρώτη (Φραγκοπούλου) και 05,50 μέτρα η δεύτερη (Κρέσνας) διασταυρώνονται σε σχήμα "Τ". Την ώρα του ατυχήματος ήταν ημέρα, η κατάσταση των ανωτέρω οδών ήταν ξηρά, οι καιρικές συνθήκες καλές (Αύγουστος μήνας), η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, χωρίς περιορισμό της ορατότητας, ενώ τέλος, οι ανωτέρω δρόμοι είναι ασφαλτοστρωμένοι και ευθείες σε μεγάλο μήκος.
Επί της οδού Φραγκοπούλου υπάρχει σήμανση με πινακίδα Ρ32, ήτοι ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 40 χλμ την ώρα (βλ. έκθεση αυτοψίας τροχαίας). Την στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος, κινούμενος επί της οδού Κρέσνας, είχε φθάσει περίπου στο μέσον της ανωτέρω διασταύρωσης, συγκρούσθηκε με την κινούμενη επί της οδού Φραγκοπούλου μοτοσικλέτα του ενάγοντος και δη η αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας του εναγομένου συγκρούσθηκε με την εμπρόσθια πλευρά της μοτοσικλέτας του ενάγοντος.
Με βάση τα περιστατικά αυτά συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν και οι δύο οδηγοί, βαρυνόμενοι κατά ποσοστό 50% έκαστος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του ενάγοντος I. H. συνίσταται στο ότι αυτός, οδηγώντας με ταχύτητα περίπου 80 χιλιομέτρων την ώρα, ήτοι μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 40 χιλιομέτρων για το κατοικημένο εκείνο σημείο, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την μοτοσικλέτα του πρώτου εναγομένου (Β.
Εξαρχόπουλου), η οποία είχε εισέλθει κατά το μεγαλύτερο τμήμα της εντός της διασταύρωσης και να μην κατορθώσει ν' αποφύγει την σύγκρουση, μολονότι ειδοποίησε αφενός για την κίνησή του στο οδόστρωμα κορνάροντας και αφετέρου επιχειρώντας ελιγμό προς τα δεξιά. Η ταχύτητα του ενάγοντος εκτιμάται ότι ανέρχονταν στα 80 χ/ω:
α) από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Γ. Κ., ο οποίος κατέθεσε πιθανολογώντας ότι η ταχύτητα του ενάγοντος ήταν αρκετή, από το φρενάρισμα που άκουσε και από το γεγονός ότι δεν σταμάτησε εγκαίρως, β) από τη σφοδρότητα της συγκρούσεως και γ) από το σημείο, όπου τελικά βρέθηκε σταματημένη η μοτοσικλέτα, το οποίο απέχει 82 μέτρα από το σημείο της συγκρούσεως.
Η υπέρβαση του ορίου της ταχύτητας από τον ενάγοντα I. H. συναρτάται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα διότι αν η ταχύτητά του ήταν μέσα στο όριο των 40 χ/ω θα μπορούσε να αντιδράσει με τροχοπέδηση και ελιγμό πιο έγκαιρα και, αν δεν απέφευγε τη σύγκρουση, τουλάχιστον αυτή θα ήταν ηπιότερη. Ο ενάγων επομένως οδηγούσε παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999.
Συνυπαίτιος ωστόσο κατά το ίδιο ποσοστό, ήτοι κατά 50% είναι και ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς και ειδικότερα, κινούμενος επί της οδού Κρέσνας με κανονική ταχύτητα (40 περίπου χιλιομέτρων), δεν μείωσε την ταχύτητά του προ της διασταυρώσεως των προαναφερομένων οδών, αναμένοντας την πλήρη απελευθέρωση του οδοστρώματος της οδού Φραγκοπούλου, αφού τα οχήματα που εκινούντο επ' αυτής είχαν προτεραιότητα σε σχέση με τα οχήματα που εκινούντο επί της οδού Κρέσνας.
Αντίθετα, ο ανωτέρω εναγόμενος, προτιθέμενος να διασχίσει πρώτα τη λωρίδα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού προς Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας και να εισέλθει στη συνέχεια αριστερά στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Φραγκοπούλου προς Πολιτεία, συνέχισε την πορεία του εισερχόμενος στον κόμβο, χωρίς να ελέγξει αν μπορεί να το πράξει ακίνδυνα για τους λοιπούς χρήστες της οδού.
Αποδεικτικά μέσα, που ενισχύουν την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την αντικανονική συμπεριφορά ως προς την οδήγηση του ανωτέρω πρώτου εναγομένου είναι: α) τα με αριθμούς πρωτ. 24504/2-10-2006 και 28502/12-10-2007 έγγραφα του τμήματος ρύθμισης κυκλοφοριακών φόρτων της Διεύθυνσης Τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Κηφισιάς, στα οποία επακριβώς αναγράφεται ότι "η οδός Φραγκοπούλου σε όλο το μήκος της έχει προτεραιότητα σε σχέση με όλες τις καθέτους, ειδικά δε στη διασταύρωση με την οδό Κρέσνας, στο αδιέξοδο τμήμα της οδού Κρέσνας που βγαίνει δεξιά στη Φραγκοπούλου για τον κινούμενο επί της οδού Φραγκοπούλου με κατεύθυνση προς Γ.
Λύρα, δεν υπάρχει τοποθετημένη πινακίδα SΤΟΡ" (πρώτο έγγραφο) και ότι "στην οδό Φραγκοπούλου δεν υπάρχουν πινακίδες σήμανσης περί προτεραιότητος (Ρ-3 ρόμβος), ούτε SΤΟΡ (Ρ-2), στη διασταύρωση με την οδό Κρέσνας, αλλά ισχύει ο ΚΟΚ. Στην κάθετη οδό Κρέσνας και στο τμήμα από Βελανιδιάς έως Φραγκοπούλου, στο σημείο συμβολής με Φραγκοπούλου, δεν υπάρχει σήμανση SΤΟΡ (Ρ-2)".
Από την συνεκτίμηση επομένως των ανωτέρω εγγράφων, καθώς και την επισκόπηση του σχεδιαγράμματος της τροχαίας, των φωτογραφιών και του χάρτη της περιοχής, που μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από τους διαδίκους, προκύπτει ότι ο ενάγων είχε προτεραιότητα έναντι του εναγομένου ( 26 παρ. 5 εδ. α', β' ΚΟΚ), β) από την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Γεώργιου Κωστόπουλου, ο οποίος χωρίς να γνωρίζει κανένα εκ των διαδίκων, κατέθεσε ότι η μοτοσικλέτα που κινείτο επί της οδού Φραγκοπούλου (του ενάγοντος) άρχισε να κορνάρει, καθώς η δεύτερη (του πρώτου εναγομένου) είχε εισέλθει με το εμπρόσθιο τμήμα εντός της ανωτέρω οδού (Φραγκοπούλου).
Συνεχίζοντας την κατάθεσή του, καταθέτει ότι "πιθανόν ο δεύτερος οδηγός (α' εναγόμενος Β. Ε.) να φοβήθηκε διστάζοντας για το εάν έπρεπε να συνεχίσει ή να σταματήσει, δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα και έτσι η πρώτη μοτοσικλέτα τον κτύπησε με το εμπρόσθιο τμήμα στην αριστερή πλευρά". Από την επακριβή αυτή περιγραφή του ατυχήματος, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο πρώτος εναγόμενος κινούμενος επί της οδού Κρέσνας, όταν έφθασε στην εν λόγω διασταύρωση, όπου δεν είχε προτεραιότητα, δεν μείωσε την ταχύτητά του, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να διασχίσει χωρίς κίνδυνο αυτή, αλλά εισήλθε απερίσκεπτα και παρενεβλήθη στην πορεία της μοτοσικλέτας του ενάγοντος, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να την έχει αντιληφθεί προηγουμένως, ώστε ν' αποφύγει τη σύγκρουση, αφού θα είχε προφθάσει ν' αντιδράσει έγκαιρα.
Αντίθετα, δεν υφίσταται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου, ότι δηλαδή ακινητοποίησε το όχημά του στη διασταύρωση, έλεγξε αρχικά το εξ αριστερών ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Φραγκοπούλου (προς ΕΟ Αθηνών - Λαμίας) και στη συνέχεια προτίθετο να ελέγξει και το δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας (προς Πολιτεία), οπότε αφού διαπίστωσε ότι το οδόστρωμα εξ αριστερών του ήταν ελεύθερο, επανέλαβε την κίνησή του προς τα εμπρός, κινούμενος με μικρή ταχύτητα.
Με τις άνω παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αλλά και εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.4 και 5 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) σχετικά με την προτεραιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου I. H. και 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ.
Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος οδηγός εκινείτο επί της οδού Φραγκοπούλου, η οποία τέμνεται σε σχήμα "Τ" από την οδό Κρέσνας και στη διασταύρωση δεν υπήρχε σήμανση και ως εκ τούτου, η προτεραιότητα, σύμφωνα και με την άνω μείζονα σκέψη ανήκει στον αναιρεσείοντα τόσον ως βαίνοντα επί της τεμνούσης οδού Κρέσνας όσον και ως κινούμενον εκ δεξιών επί της οδού Κρέσνας σε σχέση με την πορεία του πρώτου αναιρεσίβλητου κινούμενου επί της τεμνομένης οδού Φραγκοπούλου, εν τούτοις αναγνωρίζει προτεραιότητα στον επί της άνω τεμνομένης βαίνοντα I.
H.. Στη συνέχεια δε μετά την προαναφερθείσα εσφαλμένη κατά νόμο παραδοχή παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, συνεκτιμώντας την προαναφερθείσα εσφαλμένη κατά νόμο παραδοχή ως στοιχείο για τη διάγνωση της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης ανύπαρκτης κατά νόμο παραβάσεως του ΚΟΚ και του επελθόντος αποτελέσματος, συνεπεία των οποίων κατέληξε τελικά στη διάγνωση συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, αλλά και στον προσδιορισμό του διαγνωσθέντος ποσοστού συνυπαιτιότητάς του.
Επομένως ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο πέμπτος από τον αριθμό 19 του αυτού ως άνω άρθρου λόγοι αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 411/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ