Legislator Case Law & Legislation
1669/2011 AI generated

1669/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1669/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1669/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σχέση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς με τον παραγγελέα δεν είναι το αν θα εκτελέσει τη μεταφορά με δικά του ή ξένα μεταφορικά μέσα, αλλά η ενέργεια της μεταφοράς στο όνομά του, η οποία έτσι εμφανίζεται προς τα έξω και ειδικότερα προς τον παραγγελέα ως υπόθεση του παραγγελιοδόχου, ο οποίος θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ό,τι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς (ΑΠ 304/2007).

Keywords

AI generated
customs tax fraud fraudulent insurance claim immediate termination for fraud freight carrier liability defrauding an innkeeper infringement committed negligently
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1669 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1669/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. ΤΡΑΝΣ ΕΠΕ", με έδρα τον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενης και 2. Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάρδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ, Η ΕΘΝΙΚΗ", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 84/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Ιουνίου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 102, 103, 104, 105, 107 του Εμπ.Ν., 330, 681, 685 και 690 του ΑΚ συνάγεται ότι επί χερσαίας οδικής μεταφοράς πραγμάτων, η οποία αποτελεί ειδικά ρυθμισμένη περίπτωση σύμβασης έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη ή απώλεια, ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα παραληφθέντα εμπορεύματα σε ορισμένο τόπο, ευθυνόμενος μέχρις ανωτέρας βίας για κάθε απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων από την παραλαβή μέχρι την παράδοσή τους, είτε αυτός ενήργησε τη μεταφορά τους προσωπικά, είτε με άλλο υποκατάστατο πρόσωπο (ΑΠ 860/1987).

Δηλαδή καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του χερσαίο οδικού μεταφορέα, ο οποίο απαλλάσσεται μόνον, αν αποδείξει ότι η απώλεια ή η βλάβη των πραγμάτων οφείλεται σε ανώτερη βία, που συνίσταται σε γεγονός τυχαίο κι απρόβλεπτο, μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 742/1998).

Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπ.Ν., ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς πραγμάτων οδικώς αναλαμβάνει δια συμβάσεως με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως με τον εντολέα (φορτωτή) ή τον παραλήπτη, να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα, τη μεταφορά που ο τελευταίος του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη με αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της (υλικής) πράξης της μεταφοράς.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σχέση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς με τον παραγγελέα δεν είναι το αν θα εκτελέσει τη μεταφορά με δικά του ή ξένα μεταφορικά μέσα, αλλά η ενέργεια της μεταφοράς στο όνομά του, η οποία έτσι εμφανίζεται προς τα έξω και ειδικότερα προς τον παραγγελέα ως υπόθεση του παραγγελιοδόχου, ο οποίος θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ό,τι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς (ΑΠ 304/2007).

Ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς είναι υπεύθυνος εγγυητικά μαζί με τον μεταφορέα για την καθυστέρηση, απώλεια ή φθορά που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής και κατά την παραλαβή είτε οφείλονται σε ενέργειες ή παραλείψεις του ίδιου είτε του μεσολαβούντος μεταφορέα (Ολ. ΑΠ 33/1998). Κατά το άρθρο 107 του Εμπ.Ν., κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ή του αγωγιάτη από απώλεια ή βλάβη του φορτίου παραγράφεται σε έξι μήνες, αν η μεταφορά έγινε εντός του Ελληνικού Κράτους και σε ένα έτος, αν η μεταφορά έγινε εκτός του Κράτους ή από άλλη χώρα προς την Ελλάδα, εκτός αν η απώλεια ή η βλάβη οφείλεται σε απάτη ή απιστία του παραγγελιοδόχου, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά του, οπότε ισχύει η παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ.

Από τα προαναφερθέντα και όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 299, 330, 334, 335, 914, 922, 926, 937, 102 και 107 του Εμπ.Ν. προκύπτει, ότι αυτός που ζημιώθηκε από μεταφορά πραγμάτων οδικώς εντός της Ελληνικής Επικράτειας, μπορεί να έχει εναντίον του αντισυμβαλλομένου του, παραγγελιοδόχου μεταφοράς, αξιώσεις που θεμελιώνονται αφ' ενός σε ενδοσυμβατική, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Εμπ.Ν., ευθύνη και αφ' ετέρου στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (από την εξωσυμβατική ευθύνη), που συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του από εκείνον (μεταφορέα) προστηθέντος, λόγω μη εκπληρώσεως της από τη σύμβαση μεταφοράς οφειλόμενης παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη (Ολ.

ΑΠ 967/1993), ενώ και ο προστηθείς οδηγός από τον παραγγελιοδόχο μεταφοράς έχει ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος, εις ολόκληρον με τον προστήσαντα αυτόν (922 ΑΚ), αλλά μόνον αδικοπρακτική (εξωσυμβατική), αφού δεν συνδέεται στη σύμβαση μεταφοράς με τον ζημιωθέντα δικαιούχο των πραγμάτων. Η εν λόγω αξίωση κατά του προστηθέντος στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης (όπως και κατά του εις ολόκληρον με αυτόν ευθυνομένου προστήσαντος), υπόκειται στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή και όχι στην από το άρθρο 107 του Εμπ.Ν.

εξάμηνη παραγραφή, στην οποία υπόκεινται μόνον οι κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αξιώσεις από τη σύμβαση μεταφοράς (ΑΠ 1741/2008, 1538/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997 "εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε".

Η με τη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από το νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης στο λήπτη της ασφάλισης, εφαρμόζονται δε ως προς αυτή αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ για τη συμβατική εκχώρηση (ΑΠ 586/2010).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς. (Ολ. ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης απόφασης και η αγωγή της προς αποζημίωσή της, καθ' υποκατάσταση της ασφαλισμένης δικαιούχου των μεταφερομένων από τους αναιρεσείοντες πραγμάτων, τα οποία εκλάπησαν κατά την μεταφορά, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εταιρεία με την επωνυμία "ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΪΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΕΒΕ", η οποία εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ.

Σταυροχωρίου Κιλκίς και ασκεί εμπόριο παραγωγής ειδών διατροφής, ψαριών σε κονσέρβες κλπ, στις 22.9.2005 αγόρασε από την αλλοδαπή εταιρεία "TULIP INTERNATIONAL", που εδρεύει στη Δανία, εμπορεύματα συσκευασμένα σε χαρτοκιβώτια, συνολικής αξίας 209.400 DKK ή 28.494 ευρώ. Τα εμπορεύματα τοποθετήθηκαν σε εμπορευματοκιβώτιο και στις 28.9.2005 φορτώθηκαν στο λιμάνι Aarhus της Δανίας σε πλοίο, το οποίο έφθασε στο λιμάνι του Κερατσινίου στις 11.10.2005.

Η ως άνω αγοράστρια-παραλήπτρια εταιρεία ανέθεσε τον εκτελωνισμό και τη μεταφορά των εμπορευμάτων από το Κερατσίνι στις αποθήκες που διατηρεί στη θέση ... στην πρώτη των εναγομένων, η οποία διενεργεί μεταφορές ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς (βλ. άρθρο 2 του από 12.12.2003 καταστατικού της) και κατέβαλε σ' αυτήν την αμοιβή που συμφωνήθηκε.

Η εναγομένη εκτέλεσε πράγματι τη μεταφορά αυτή χρησιμοποιώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό δημοσίας χρήσεως (τράκτορα) και το επικαθήμενο (νταλίκα) με αριθμό ..., ιδιοκτησίας του ..., εταίρου και συνδιαχειριστή της. Το ως άνω φορτηγό οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος, τον οποίο είχε προσλάβει και απασχολούσε στην ατομική του μεταφορική επιχείρηση ο προαναφερόμενος συνδιαχειριστής της πρώτης εναγομένης.

Πιο συγκεκριμένα, ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας υπό την πιο πάνω ιδιότητα, στις 18.10.2005 παρέλαβε το εμπορευματοκιβώτιο με τα επίδικα εμπορεύματα από το Τελωνείο Κερατσινίου και το μετέφερε προς φύλαξη στην αποθήκη που διατηρεί η πρώτη εναγομένη στον Σκαραμαγκά Αττικής, την επομένη δε το πρωί, περί ώρα 04.40', το παρέλαβε από εκεί και το μετέφερε με το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο στον Ασπρόπυργο Αττικής, όπου έφθασε σε μισή περίπου ώρα, προκειμένου να το παραδώσει στην παραλήπτρια.

Οι αποθήκες όμως της τελευταίας την ώρα εκείνη ήταν κλειστές και γι' αυτό ο δεύτερος εναγόμενος αποσυνέδεσε από τον τράκτορα το επικαθήμενο, στο οποίο είχαν φορτωθεί τα επίδικα εμπορεύματα, και το άφησε έξω από τις αποθήκες της παραλήπτριας, σε κοινόχρηστο χώρο ακάλυπτο κα μη φυλασσόμενο. Κατά την 06.10' ωστόσο ώρα της ίδιας ημέρας, οπότε υπάλληλος της παραλήπτριας άνοιξε τις αποθήκες της, διαπίστωσε ότι το επικαθήμενο με τα εμπορεύματα είχαν κλαπεί από άγνωστους δράστες.

Τελικά το επικαθήμενο βρέθηκε στην περιοχή της Μάνδρας Αττικής, όπου το είχαν εγκαταλείψει οι δράστες, αφού είχαν προηγουμένως αφαιρέσει τα εμπορεύματα. Έτσι, η αγοράστρια-παραλήπτρια υπέστη ζημία ίση προς την αξία των επίμαχων εμπορευμάτων, ποσού 28.494 ευρώ. Η απώλεια των εμπορευμάτων και η συνακόλουθη ζημία της παραλήπτριας, όπως περαιτέρω αποδεικνύεται, οφείλεται σε αμέλεια του δευτέρου των εναγομένων, συνιστάμενη στο ότι αυτός κατά την εκτέλεση της προπεριγραφόμενης μεταφοράς δεν επέδειξε την επιμέλεια που επιβάλλεται στις συναλλαγές (άρθρο 330 ΑΚ), δεν κατέβαλε δηλαδή την προσοχή που όφειλε στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί από την πρώτη εναγομένη μέσω του ως άνω συνδιαχειριστή της και μπορούσε με βάση τις ικανότητες και τις γνώσεις του να καταβάλει και την οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, θα κατέβαλε κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος από τον κύκλο του επαγγέλματος του και συγκεκριμένα δεν ανέμενε να ανοίξουν οι αποθήκες της παραλήπτριας, προκειμένου να παραδώσει τα εμπορεύματα στους υπαλλήλους της αλλά εγκατέλειψε το επικαθήμενο με τα εμπορεύματα αφύλακτα και μάλιστα νυκτερινή ώρα και δεν απέτρεψε έτσι την κλοπή του φορτίου, κλοπή την οποία εξαιτίας ακριβώς της προπεριγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς του είτε δεν προέβλεψε καθόλου είτε την προέβλεψε αλλά ήλπισε ότι δεν θα επισυνέβαινε.

Οι εναγόμενοι, ενώ συνομολογούν το γεγονός ότι τα επίδικα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν με το προαναφερόμενο φορτηγό, το οποίο οδηγούσε ο δεύτερος από αυτούς, και απωλέστηκαν με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, αρνούνται κατά τα λοιπά την αγωγή, υποστηρίζοντας, όπως προαναφέρθηκε, ότι είναι ανομιμοποίητη ως προς την πρώτη, διότι η παραλήπτρια τη σύμβαση μεταφοράς συνήψε με τον συνδιαχειριστή της (της πρώτης) Α.

Σ., ο οποίος ενεργούσε ατομικά και όχι ως εκπρόσωπος αυτής, και ως προς τον δεύτερο, διότι αυτός εργοδότη είχε τον ως άνω Α. Σ. και όχι την πρώτη από αυτούς. Οι ισχυρισμοί ωστόσο αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία, που προαναφέρθηκαν, πλήρως αποδεικνύεται ότι η επίμαχη οδική μεταφορά ανατέθηκε στην πρώτη των εναγομένων και εκτελέστηκε από αυτήν με τον προπεριγραφόμενο τρόπο, η κρίση δε τούτη στηρίζεται στα εξής κυρίως περιστατικά:

α) την ημέρα που διαπράχθηκε η κλοπή του φορτίου ο δεύτερος εναγόμενος υπέβαλε μήνυση κατά των αγνώστων δραστών στο Τ/Α Ασπροπύργου και δήλωσε μεταξύ των άλλων ότι εργάζεται ως οδηγός "στην εταιρεία" Α. Σ. Α.ΜΕ. Στη συνέχεια μετέβη στην ίδια υπηρεσία ο προαναφερόμενος συνδιαχειριστής της πρώτης εναγομένης Α.

Σ., ο οποίος ενεργώντας "ως νόμιμος εκπρόσωπος" της ίδιας εταιρείας (και όχι ατομικά) δήλωσε ότι βρέθηκε το επικαθήμενο χωρίς τα εμπορεύματα (βλ. τα προσκομιζόμενα αντίγραφα του βιβλίου συμβάντων του παραπάνω Τμήματος Ασφαλείας), β)στην αλληλογραφία που είχαν ανταλλάξει μετά την κλοπή των εμπορευμάτων η παραλήπτρια με την πρώτη των εναγομένων για τις συνθήκες απωλείας αυτών, η παραλήπτρια απευθύνθηκε (όπως πράττει και στην προκείμενη δίκη η ενάγουσα) προς την "S. TRANS" και απάντησε ο Α.

Σ. με επιστολόχαρτο που έφερε τον ίδιο λογότυπο (S. TRANS) χωρίς να αμφισβητήσει την εμπλοκή της εναγομένης στην υπόθεση. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η πρώτη των εναγομένων επιχειρεί να απεκδυθεί της ευθύνης της από την απώλεια του φορτίου, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο συνδιαχειριστής αυτής Α. Σ.

ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη του προαναφερόμενου φορτηγού, ο οποίος σε κάθε περίπτωση και αν δηλαδή είχε ενεργήσει ατομικά τη μεταφορά, θα ήταν εις ολόκληρον συνυπόχρεος με τους εναγομένους προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η παραλήπτρια αλλά δεν έχει εναχθεί με την ένδικη αγωγή. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται και δεν αμφισβητείται άλλωστε από τους εναγομένους, ότι με το ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο η ενάγουσα, κατά τον επίδικο χρόνο, είχε ασφαλίσει για λογαριασμό της παραλήπτριας όλες τις οδικές, ατμοπλοϊκές και σιδηροδρομικές μεταφορές των φορτίων που πραγματοποιούνται με ευθύνη της προς το Κιλκίς ή τον Ασπρόπυργο Αττικής, μετά δε την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου κατέβαλε στην παραλήπτρια το ασφάλισμα, ποσού 28.060 ευρώ.

Έτσι η ενάγουσα υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ασφαλισμένης παραλήπτριας σύμφωνα με τα άρθρα 210 ΕμπΝ και 14 ν. 2496/1997. Με τα δεδομένα αυτά, έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".

Επίσης το Εφετείο απέρριψε την ένσταση της πρώτης αναιρεσείουσας περί εξάμηνης παραγραφής, του αγωγικού δικαιώματος, κατά το άρθρο 107 του ΕΝ κρίνοντας ότι λόγω του αδικήματος του προστηθέντος από την πρώτη αναιρεσείουσα δεύτερου αναιρεσείοντος-εναγομένου ίσχυε και για την προστήσασα η 5ετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία δεν είχε παρέλθει, αφού τα επίμαχα εμπορεύματα κλάπηκαν στις 19.10.2005 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 12.5.2006".

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο και κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 90 έως 106 του Ε.Ν., 288, 297, 330 εδ.β', 334, 335, 681, 685, 690, 914, 922, 926, 937 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος (καθ' υποκατάσταση) αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης για τα από πταίσμα του δεύτερου αναιρεσείοντος, προστημένου από εκείνη ως παραγγελιοδόχου μεταφοράς των εμπορευμάτων της ασφαλισμένης της και μη διαδίκου ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΪΑΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΕΒΕ, κλαπέντα κατά την εκτελούμενη μεταφορά τους εμπορεύματα της τελευταίας και τη μη συνδρομή προϋποθέσεως εφαρμογής της εξάμηνης παραγραφής του άρθρου 107 του Ε.Ν.

ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, λόγω της ευθύνης της από αδικοπραξία του από αυτή προστηθέντος για την εκπλήρωση της παροχής δευτέρου αναιρεσείοντος, καθιστώντας έτσι εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: 1)Η ύπαρξη ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και μη διαδίκου ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΪΑΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΕΒΕ για την κάλυψη των κινδύνων μεταφοράς, των εμπορευμάτων της τελευταίας μέχρι τον Ασπρόπυργο Αττικής. 2)Η με σύμβαση ανάθεση από την ανωτέρω ασφαλισμένη προς την πρώτη αναιρεσείουσα-εναγόμενη παραγγελιοδόχο μεταφοράς, ενεργούσα δια του εκπροσωπούντος αυτή διαχειριστή της Α.

Σ. τον εκτελωνισμό και τη μεταφορά, των εισαχθέντων από τη Δανία, συσκευασμένων σε χαρτοκιβώτια εμπορευμάτων της πρώτης, αξίας 28.494 ευρώ, από τις αποθήκες του λιμένα Κερατσινίου (όπου ευρίσκοντο από τις 11.10.2002) στη θέση .... 3)Η από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεργούσα δια του αυτού ως άνω διαχειριστή της, ο οποίος διατηρούσε παράλληλα και ατομική μεταφορική επιχείρηση, ανάθεση της εκτέλεσης της μεταφοράς των ως άνω εμπορευμάτων με το ...

ΔΧΦ αυτοκίνητο (με επικαθήμενο) του τελευταίου και με τον απασχολούμενο από τον ίδιο, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως οδηγό του εν λόγω αυτοκινήτου δεύτερο αναιρεσείοντα, ο οποίος για την υλική εκτέλεση αυτής της μεταφοράς ετέθη έτσι προσωρινά υπό τις οδηγίες και διαταγές της πρώτης αναιρεσείουσας και υπήρχε μεταξύ αυτών σχέση προστήσεως. 4)Η από τον δεύτερο αναιρεσείοντα παραλαβή κατά τις 18.10.2005, των εμπορευμάτων από το Τελωνείο Κερατσινίου, η μεταφορά τους προς φύλαξη στις αποθήκες της προστήσασας, στο Σκαραμαγκά Αττικής, με το έμφορτο αυτοκίνητο και η ολοκλήρωση της μεταφοράς κατά την επομένη (19.10.2005) το πρωί από ώρα 04.40' έως 05.10' περίπου, οπότε όμως δεν μερίμνησε αυτός να παραδώσει τα εμπορεύματα στην παραλήπτρια, αλλά βρίσκοντας κλειστές τις αποθήκες της αποσυνέδεσε το αυτοκίνητο (τράκτορα) από το επικαθήμενο με τα εμπορεύματα και άφησε αυτά έξω από τις αποθήκες της παραλήπτριας, σε κοινόχρηστο χώρο, ακάλυπτο και μη φυλασσόμενο, μετά δε από μια περίπου ώρα που μετέβη ο υπάλληλος της δικαιούχου στις αποθήκες της δεν βρήκε τα εμπορεύματα, επειδή αυτά είχαν κλαπεί από άγνωστους δράστες. 5)Η υπαιτιότητα (αμέλεια) του προστηθέντος από την πρώτη από τους αναιρεσείοντες δευτέρου από αυτούς για τη ζημία της δικαιούχου των εμπορευμάτων λόγω της κλοπής τους, διότι οποιοσδήποτε μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, έχοντας υποχρέωση να παραδώσει τα μεταφερόμενα εμπορεύματα στον παραλήπτη, δεν θα εγκατέλειπε αυτά κατά την νύκτα σε υπαίθριο αφύλακτο χώρο, υποτιμώντας ή μη λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο κλοπής τους. 6)Η από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, μετά την επέλευση του ασφαλιζόμενου κινδύνου κλοπής, των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά τους, καταβολή στην ασφαλισμένη - παραγγελέα της αξίας των εμπορευμάτων (28.494 ευρώ) προς αποζημίωσή της και η υποκατάσταση της αναιρεσίβλητης στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της. 7)Η εξαιτίας της αδικοπρακτικής ευθύνης του δεύτερου αναιρεσείοντος, προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, θεμελίωση εις ολόκληρον ευθύνης και της προστήσασας εκείνον πρώτης αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης παρακολουθηματικώς από την ίδια νομική αιτία, που συνεπάγεται την εφαρμογή, και ως προς την παραγραφή του δικαιώματος αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, της διατάξεως του άρθρου 937 του ΑΚ, του οποίου οι προϋποθέσεις εφαρμογής διαφορετικά δεν συνέτρεχαν.

Επομένως οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατά νόμο επιτρεπτά (ΑΠ 544/2005, 190/1995) και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1137/2001, 416/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαρτήτως των επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα από τους διαδίκους και τις ομολογίες τους που περιέχονται ή συνάγονται από τις προτάσεις τους.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τη με επίκληση προσκομισθείσα 3324/19.10.2007 ΣΕΙΡΑ Α φορτωτική, εκδόσεως Α. Σ., για την οποία δεν γίνεται μεν ειδική μνεία στην απόφαση, ωστόσο αναιρείται το περιεχόμενό της με συγκεκριμένες εκδηλώσεις συμπεριφοράς του εκδότη της ενώπιον της Αστυνομικής Αρχής και σε απαντητική επιστολή του προς την αναιρεσίβλητη.

Επομένως ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για τη συγκρότηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.

ΑΠ 1/1999), ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος και εξαιτίας αυτού του διαγνωστικού λάθους καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, σχηματίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό ως προς τα "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως τις περιπτώσεις κατά τις οποίες : α) το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο με εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού τότε πρόκειται για αιτίαση ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 153/1993), β) το αποδεικτικό πόρισμα στηρίζεται σωρευτικώς σε περισσότερες αυτοτελείς αποδείξεις, οπότε η παραμόρφωση ενός από τα περισσότερα αυτοτελή αποδεικτικά μέσα δεν δικαιολογεί την αναίρεση και γ) το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. (ΑΠ 1236/2005, 871/2003).

Με τον τέταρτο και τελευταίο από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 19.10.2005 δελτίου συμβάντων του Τ.Α. Ασπροπύργου, με το να δεχθεί ότι αποδεικνύεται (και) από αυτό το έγγραφο και ειδικά από τις αναφορές του, ότι ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες "εργάζεται ως οδηγός στην εταιρείας Α.

Σ. ΑΜΕ που εδρεύει ..." και ότι ο Α. Σ. κατέθεσε συμπληρωματικά με την έγκλησή του (κατά των δραστών της κλοπής) "ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Α. Σ. ΑΜΕ", ενώ η μεν αναγραφόμενη (στο έγγραφο) ως διεύθυνση της πρώτης αναιρεσείουσας είναι ανακριβής, η δε φερόμενη ως αντιπροσωπευόμενη από τον Α. Σ. "εταιρεία" ήταν ατομική επιχείρηση και όχι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, όπως είναι η πρώτη αναιρεσείουσα.

Επομένως, εφόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν παραδοχές του Εφετείου ως προς το οντολογικό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή εσφαλμένη ανάγνωσή του από το Εφετείο, αλλά ανάγονται σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του διαφορετική από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.6.2010 αίτηση των "Σ. ΤΡΑΝΣ ΕΠΕ" κλπ για αναίρεση της 84/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ