Legislator Case Law & Legislation
1669/2010 AI generated

Supreme Court allows promotion appeal when employer's refusal lacks good faith due to clear superior qualifications.

Case Number 1669/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the promotion appeal against the Second Instance Court's decision, remanding the case for retrial. The plaintiff argued he clearly surpassed three colleagues in specific criteria, while the employer contended his overall profile did not justify promotion. The Court found the employer's refusal contrary to good faith because the plaintiff objectively exceeded the required standards, thus overturning the lower court's dismissal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 and 207(1) of the Civil Code; An appeal with deferred effect is deemed paid if the obligor, acting contrary to good faith, prevents its payment; this occurs when an employer unreasonably refuses promotion to an employee who clearly surpasses the promoted colleagues in the agreed criteria.

Keywords

AI generated
deferred effect appeal good faith principle employment promotion objective superiority Civil Code provisions remittal for retrial unreasonable refusal

Cited Legislation

AI generated
Article 201 of the Civil Code
Article 207(1) of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1669 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1669/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2986/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3906/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 21-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.

Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1).

Καταφώρως δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980 μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να είχε συντελεσθεί.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της ο οποίος καταρτίζεται, από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Ο εκκαλών προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη στις 2.9.1974 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο και εξελιχθείς, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1.7.1994.

Είναι πτυχιούχος του τμήματος Διοικήσεως Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και του Οικονομικού Τμήματος του ιδίου Πανεπιστημίου. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει είκοσι επιμορφωτικά σεμινάρια. Υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα στη Διεύθυνση Συναλλάγματος και στη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και άσκησε για πρώτη φορά υπεύθυνα καθήκοντα από 30.1.1987 ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Στατιστικής και Ανάλυσης Χρηματοδοτούμενων Επιχειρήσεων και από 23.11.1989 ως Προϊστάμενος στην ίδια Υπηρεσία.

Έχει συμμετάσχει σε πέντε επιτροπές και ομάδες εργασίας της Τράπεζας σχετικά με την αναβάθμιση και επέκταση των δραστηριοτήτων διαφόρων Υπηρεσιών της. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999, 2000 και 2001 βαθμολογήθηκε με 13 "εξαίρετος" επί 13 κριτηρίων και το 2002 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" επί 17 κριτηρίων.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2003 προήχθηκαν στο βαθμό του Υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, και οι κατωτέρω αναφερόμενοι συνάδελφοι του εκκαλούντος, τους οποίους προτείνει για σύγκριση μαζί του, ενώ παραλείφθηκε ο ίδιος: Α) Σ1: Προσλήφθηκε στις 17.8.1974 και προήχθη σε Εντεταλμένο Τμηματάρχη -Προϊστάμενο την 1.1.1997.

Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής και της Παντείου, έχει καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας και έχει παρακολουθήσει έντεκα επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 17.4.1986 ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999 έως και 2002 έχει χαρακτηρισθεί "εξαίρετος" σε όλα τα κριτήρια.

Β) Σ2: Προσλήφθηκε στις 7.8.1974 και προήχθη σε Εντεταλμένο Τμηματάρχη -Προϊστάμενο την1.5.2005. Είναι πτυχιούχος της Παντείου του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών. Επίσης, είναι κάτοχος πτυχίου της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια.

Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1988 ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος. Για τα έτη 1999 έως και 2002 χαρακτηρίζεται "εξαίρετος" στο σύνολο των 17 κριτηρίων. Γ) Σ3: Προσλήφθηκε στις 11.10.1973 και προήχθη σε Εντεταλμένη Τμηματάρχη - Προϊστάμενο την 1.1.1997. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου αγγλικού Πανεπιστημίου.

Γνωρίζει πολύ καλά τη γαλλική και την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει οκτώ επιμορφωτικά σεμινάρια. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1991 ως Αναπληρώτρια Προϊσταμένου Τμήματος και για τα έτη 2000, 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται σε όλα τα κριτήρια "εξαίρετη". Δ) Σ4: Προσλήφθηκε στις 10.2.1972 και προήχθη σε Εντεταλμένη Τμηματάρχη -Προϊσταμένη την 1.1.1997.

Είναι πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. Έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας από το έτος 1983 και για τα έτη 1999 έως και 2002 έχει χαρακτηρισθεί "εξαίρετη" σε όλα τα κριτήρια. Ε) Σ5: Προσλήφθηκε στις 29.6.1974 και προήχθη σε Εντεταλμένο Τμηματάρχη -Προϊστάμενο την 1.1.1997.

Είναι πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από 27.3.1987 ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Συντάξεων προσωπικού της Τράπεζας και στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται "εξαίρετος" επί 17 κριτηρίων.

ΣΤ) Σ6: Προσλήφθηκε στις 6.9.1972 και προήχθη σε Εντεταλμένο Τμηματάρχη - Προϊστάμενο την 1.1.1997. Είναι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γνωρίζει πολύ καλά αγγλικά και έχει παρακολουθήσει δεκατέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια. 'Αρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από τον Ιούλιο του 2001 ως Προϊστάμενος του τομέα επιθεώρησης.

Στις εκθέσεις επιθεώρησης των ετών 2001 και 2002 χαρακτηρίζεται "εξαίρετος" συνολικά και στα 17 κριτήρια. Ζ) Σ7: Προσλήφθηκε στις 24.8.1974 και προήχθη σε Εντεταλμένο Τμηματάρχη την 1-11-1997. Είναι πτυχιούχος της Παντείου του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1989 ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας. Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2001 και 2002 χαρακτηρίσθηκε "εξαίρετος" σε όλα τα κριτήρια. Από τη σύγκριση των υπηρεσιακών προσόντων του εκκαλούντος και των άνω συναδέλφων του προκύπτει ότι ο εκκαλών υστερεί ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα της Σ3, της Σ4 και του Σ6 (από ένα έως δύο χρόνια), ενώ είναι ισοδύναμος των λοιπών.

Ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα υπερέχει όλων (κατά 2,5 χρόνια πλην του Σ1, ως προς τον οποίο υπερέχει κατά 5 χρόνια). Ως προς τους τίτλους σπουδών υπερέχει της Σ4, του Σ5 και του Σ6, οι οποίοι διαθέτουν ένα πτυχίο, ενώ είναι ισοδύναμος με τους λοιπούς. Υπερέχει όλων ως προς την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, είναι ισοδύναμος όλων, ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ υστερεί ελαφρώς όλων ως προς τη βαθμολογία (13 "εξαίρετος" επί 13 κριτηρίων για τα έτη 1999 έως 2001 και 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" επί 17 κριτηρίων για το 2002, ενώ οι λοιποί χαρακτηρίζονται "εξαίρετοι" σε όλα τα κριτήρια).

Ως προς τον χρόνο έναρξης άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων υστερεί του Σ1, Σ2, Σ4, ενώ υπερέχει της Σ3, Σ5, Σ6 και Σ7. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εκκαλών υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων συναδέλφων του Σ3, Σ5 και Σ6 και η εφεσίβλητη, παραλείποντας να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή, παρακώλυσε κατά τρόπο που αντίκειται στην καλή πίστη, την πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο εκκαλών-ενάγων δεν υπερείχε καταφανώς των άνω τριών συναδέλφων του, εσφαλμένα εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με την έφεση του. Ακολούθως, το Εφετείο, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από την 15-12-2003.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, αφού τα εκτεθέντα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου συγκρινόμενα με εκείνα των προαχθέντων συναδέλφων του Σ3, Σ5 και Σ6 δεν του προσδίδουν καταφανή υπεροχή έναντι εκείνων. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, ο αναιρεσίβλητος υστερεί ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα της Σ3, της Σ4 και του Σ6 (από ένα έως δύο χρόνια), είναι ισοδύναμος όλων, ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, υστερεί ελαφρώς όλων ως προς τη βαθμολογία (13 "εξαίρετος" επί 13 κριτηρίων για τα έτη 1999 έως 2001 και 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" επί 17 κριτηρίων για το 2002, ενώ οι λοιποί χαρακτηρίζονται "εξαίρετοι" σε όλα τα κριτήρια) και υπερέχει απλώς ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, τον χρόνο έναρξης άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3906/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο,το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ