Supreme Court allows appeal against forestry association election, ruling one-vote-per-member rule overrides bylaws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a forestry association election. The appellant argued that members holding fractional shares of the forest had no right to vote or stand for the Board of Directors. The court held that the statutory one-vote-per-member principle under Law 2810/2000 overrides conflicting association bylaws, validating the election of 475 members with fractional shares. Consequently, the lower appellate judgment was annulled and the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of Law 1627/1939; Art. 3 of Decree 15/20 June 1940; Art. 10 para. 1 of Law 2810/2000: The statutory rule granting one vote per member in forestry associations prevails over association bylaws restricting voting rights to full owners of the ideal share.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1669 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1669/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...,, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Φωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δασικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΔΑΣΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΡΙΖΩΜΑΤΩΝ ΗΜΑΘΙΑΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στα Ριζώματα Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πετρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2003 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1195/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/10/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 9/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Α.Ν 1627/1939 "περί δασικών Συνεταιρισμών" οι δασικοί συνεταιρισμοί διακρίνονται σε συνεταιρισμούς δασοκτημόνων και σε συνεταιρισμούς εργασίας ή δασικών εργατών. Οι συνεταιρισμοί δασοκτημόνων έχουν ως σκοπό την άσκηση της δασοπονίας και διακρίνονται: α) σε συνεταιρισμούς ιδιοκτησίας ή περιορισμένης εκμεταλλεύσεως δασών, οσάκις πρόκειται περί εξ αδιαιρέτου κυρίων ή νομέων του δάσους και β) σε συνεταιρισμούς πλήρους ή περιορισμένης εκμεταλλεύσεως, οσάκις πρόκειται περί από κοινού συνεταιριστικής εκμεταλλεύσεως δασοτεμαχίων που γειτονεύουν και ανήκουν ξεχωριστά σε κατ' ιδίαν κυρίους ή νομείς.
Σε εκτέλεση της από το άρθρο 2 παρ. 7 του ως άνω νόμου παρεχόμενης ειδικής εξουσιοδοτήσεως εκδόθηκε το ΒΔ της 15/20 Ιουνίου 1940 "περί δασικών Συνεταιρισμών" και καθορίστηκε ο τρόπος και η διαδικασία συστάσεως των ως άνω συνεταιρισμών, ορίστηκε δε με το άρθρο 19 του ως άνω Β.Δ ότι τα καταστατικά των δασικών συνεταιρισμών πάσης φύσεως πρέπει να συντάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 1627/1939 και το εν λόγω Β.Δ.
Περαιτέρω, σε σχέση με τη διαχείριση των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών κυριότητας, νομής ή κλασματικών δικαίων δάσους ορίστηκε με το άρθρο 3 του πιο πάνω Β.Δ ότι κάθε μέρος του συνεταιρισμού δικαιούται μία ψήφο εφόσον το εξ' αδιαιρέτου μερίδιο αυτού κυριότητας, νομής ή κλασματικού δικαίου επί του όλου δάσους είναι τουλάχιστον το 1/30 του όλου δάσους, εάν η έκταση του δάσους είναι μικρότερη από 200 εκτάρια, το 1/40 τουλάχιστον για έκταση από 200-500 εκτάρια, το 1/60 για έκταση από 1000 έως 1500 εκτάρια, το 1/70 για έκταση από 1500 έως 2000 εκτάρια και το 1/80 εφόσον η έκταση είναι μεγαλύτερη από 2000 εκτάρια.
Σε δάση, στα οποία έκταση μεγαλύτερη από το μισό κατανέμεται σε συνιδιοκτησία μικρότερη των ορίων που αναφέρονται πιο πάνω, κάθε μέλος του Συνεταιρισμού δικαιούται ψήφο, εφόσον το εξ αδιαιρέτου μερίδιο κυριότητας νομής ή κλασματικού δικαίου αυτού επί του όλου δάσους αντιστοιχεί σε εμβαδόν εκατόν εξήντα στρεμμάτων.
Μέλη συνεταιρισμού που έχουν μερίδια δάσους ή κλασματικού δικαίου κατώτερα από αυτά που ορίζονται για την απόκτηση μιας ψήφου, δύνανται συνενούμενοι να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου, εφόσον υποβάλλουν δήλωση κοινής εκπροσωπήσεως στο συνεταιρισμό. Το δικαίωμα ψήφου ασκούν, στην περίπτωση αυτή, με αντιπρόσωπό τους που εκλέγουν κάθε έτος με απόλυτη πλειοψηφία ύστερα από πρόσκληση και με την παρουσία του Προέδρου του συνεταιρισμού, εφόσον έχει ήδη συσταθεί ο συνεταιρισμός, αλλιώς με την παρουσία του αρμοδίου δασάρχη.
Για την εκλογή του αντιπροσώπου απαιτείται η παρουσία του ημίσεος του όλου αριθμού των συμμεριδούχων που αποφαίνονται με απόλυτη πλειοψηφία. Εάν κατά την πρώτη εκλογή δεν πετύχει κανένας απόλυτη πλειοψηφία επαναλαμβάνεται την επόμενη ημέρα με την παρουσία οιωνδήποτε συμμεριδούχων στενότερη εκλογή μεταξύ των δύο πρώτων που πέτυχαν σχετική πλειοψηφία.
Στην περίπτωση ισοψηφίας καθώς και όταν πρόκειται για δύο στμμεριδούχους η εκλογή γίνεται με κλήρο. Στην περίπτωση κατά την οποία οι κληθέντες συμμεριδούχοι δεν προσέλθουν τα μερίδια αυτών θεωρούνται κατά τις συνελεύσεις ως απόντα. Μετά από απόφαση των συμμεριδούχων που λαμβάνεται κατ' απόλυτη πλειοψηφία δύναται να ανακληθεί οποτεδήποτε η δοθείσα εντολή.
Προκειμένου όμως περί δύο συμμεριδούχων η πληρεξουσιοδότηση δεν ανακαλείται κατά τη διάρκεια της χρήσεως. Οσάκις κάποιο μέλος του συνεταιρισμού έχει μερίδιο δάσους επί του όλου δάσους μεγαλύτερο των οριζομένων στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου ορίων για την απόκτηση μιας ψήφου, τότε δικαιούται τούτο τόσους ψήφους όσα πολλαπλάσια των ορίων για μια ψήφο έχει τούτο, ουδέποτε όμως περισσότερες των 20% του συνόλου των ψήφων.
Τέλος, με την παρ. 5 του άρθρου 3 ανωτέρω Β.Δ ορίστηκε ότι τα καταστατικά των αναγκαστικών συνεταιρισμών κυριότητας, νομής ή κλασματικών δικαίων αδιαιρέτου δάσους δύνανται να επαυξάνουν τα όρια που ορίζονται με την παρ. 1 του ως άνω άρθρου. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ορίστηκε ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου διοικήσεως και διαχειρίσεως των αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών κυριότητας νομής ή κλασματικών δικαίων αδιαιρέτου δάσους, η ισότητα των μεριδίων ανεξαρτήτως του αριθμού των κατόχων καθεμιάς απ' αυτές (1 μερίδα = 1 ψήφος).
Εξάλλου, με το άρθρο 47 του ν. 2169/1993, "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που διατηρήθηκε σε ισχύ με τις διατάξεις των άρθρων 39 του ν. 2810/2000 και 18 παρ. 18 του ν. 3147/2003 ορίστηκε, στην παρ. 1 και 2 εδαφ. στ αυτού, ότι "οι αναφερόμενες στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου Αναγκαστικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι αναγκαστικοί συνεταιρισμοί δασοκτημόνων του Α.Ν 1627/1939, διατηρούνται και διέπονται από τους ειδικούς νόμους που προβλέπουν τη λειτουργία τους.
Όπου στους ειδικούς αυτούς νόμους γίνεται παραπομπή στην ισχύουσα νομοθεσία εφαρμόζεται ο παρών νόμος", ενώ με την παρ. 4 ορίστηκε ότι "μέλη των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών διαχειρίσεως ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χαρτονομής, καθώς και των Συνεταιρισμών Δασοκτημόνων καθίστανται υποχρεωτικά όλοι οι ιδιοκτήτες ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου ή κλάσματος αυτού.
Οι κάτοχοι ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου διαθέτουν τρεις ψήφους στη Γενική Συνέλευση", χωρίς όμως στο άρθρο αυτό (47), ή με άλλη διάταξη του ίδιου ν. 2169/1993, να ρυθμίζεται το ζήτημα της εκπροσωπήσεως των κατόχων κλασματικών ποσοστών ιδανικής μερίδας στη γενική Συνέλευση του αναγκαστικού συνεταιερισμού. Τέλος, με το ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" ορίζεται στο άρθρο 8 ότι "η συνεταιρική μερίδα είναι το ελάχιστο χρηματικό ποσό συμμετοχής κάθε μέλους στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού.
Κάθε μέλος συμμετέχει στο συνεταιρισμό με μια (1) υποχρεωτική μερίδα και έχει μια ψήφο. Η συνεταιρική μερίδα είναι αδιαίρετη και ίση για όλα τα μέλη" και στο άρθρο 10 παρ. 1 ότι "στη γενική συνέλευση κάθε μέλος έχει μία (1) ψήφο", πλην όμως με το άρθρο 39 παρ. 2 του ίδιου ν.2810/2000 ορίζεται ειδικώς ότι από τις διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στις Αναγκαστικές Οργανώσεις του άρθρου 47 του ν. 2169/1993 μόνον τα άρθρα 14, 16 και 17, τα οποία όμως δεν αφορούν στο ζήτημα δικαιώματος ψήφου των συνεταίρων, αλλά ρυθμίζουν διαφορετικά θέματα και κυρίως εκείνα της συνθέσεως και λειτουργίας των διοικητικών συμβουλίων καθώς και της κρατικής εποπτείας και ελέγχου των συνεταιρισμών.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, και λαμβανομένης υπόψη της ιδιόμορφης φύσεως των αναγκαστικών συνεταιρισμών και των ουσιωδών διαφορών τους σε σύγκριση με τους ελεύθερους συνεταιρισμούς, συνάγεται ότι οι αναγκαστικοί συνεταιρισμοί, όπως ο αναιρεσίβλητος "Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Διαχειρίσεως Συνιδιοκτήτου εξ αδιαιρέτου δάσους Ριζωμάτων Ημαθίας ΣΥΝ.
ΠΕ του ΑΝ 1627/1939, μετά την ισχύ του ν. 2810/2000, διέπονται, σε ότι αφορά το δικαίωμα ψήφου των μελών τους στη γενική συνέλευση, από τους ανωτέρω ειδικούς νόμους που προβλέπουν τη λειτουργία τους και συγκεκριμένα από του ΑΝ 1627/1939, το ΒΔ της 15/20 Ιουνίου 1940, που εκδόθηκε σε εκτέλεση αυτού και το άρθρο 47 παρ. 4 του ν. 2169/1993 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις" και, επομένως, καθένας από τους περισσότερους συνιδιοκτήτες ενός ιδανικού συνεταιριστικού μεριδίου δεν έχει μία ψήφο στη γενική συνέλευση του συνεταιρισμού, δηλαδή δεν του παρέχεται δικαίωμα μιας ψήφου εκ της ιδιότητας του και μόνον ως μέλους, αλλά προϋπόθεση απονομής δικαιώματος ψήφου στους πλείονες κατόχους κλασματικών ποσοστών είναι το άθροισμα αυτών (ποσοστών) να ισούται τουλάχιστον με το 1/3 μίας συνεταιριστικής μερίδας.
Αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή ο κάτοχος κλάσματος επί ιδανικής μερίδας, ανεξαρτήτως ποσοστού, έχει δικαίωμα μιας ψήφου, κατά τα οριζόμενα με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2810/2000, άγει σε αφόρητη ανισότητα μεταχειρίσεως συνεταίρων με ανόμοια ποσοστά κλασματικού μεριδίου, αφού, για παράδειγμα, θα είχαν από μία ψήφο τόσο ο κάτοχος του 1/30 μιας μερίδας όσο και ο κάτοχος 1/3 αυτής, δηλαδή ο κάτοχος δεκαπλάσιου ποσοστού.
Επιπρόσθετα θα επέτρεπε, κατά περίπτωση, το σχηματισμό αριθμητικής πλειοψηφίας μελών που αντιπροσωπεύουν τη μειοψηφία στο ποσοστό συνιδιοκτησίας της εκτάσεως που διαχειρίζεται ο συνεταιρισμός, καθόσον, για παράδειγμα, θα μπορούσε να σχηματίζεται έτσι πλειοψηφία από 8 μέλη με συνολικό ποσοστό συγκυριότητας 2/10, έναντι 4 μελών με ποσοστό συγκυριότητας συνολικά 8/10 (ΟλΑΠ 19/2009) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 15-11-2004 εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για ακύρωση της απόφασης της γενικής συνελεύσεως για την εκλογή μελών ΔΣ του αναιρεσιβλήτου Αναγκαστικού Δασικού Συνεταιρισμού, του οποίου και η ίδια είναι μέλος, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην άλλων, και τα εξής:
Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι το σύνολο των μερίδων του συνεταιρισμού ανέρχεται σε 121 και ότι κάθε μερίδα παράγει δικαίωμα μίας ψήφου, ως εκ τούτου το σύνολο των ψήφων έπρεπε να είναι ίσο με τον αριθμό των μερίδων και όχι 475, όπως προκύπτει από το πρακτικό συνεδριάσεως για την εκλογή των μελών του ΔΣ του καθ' ου, με συνέπεια να είναι άκυρη η εκλογή τους.
Εξετάζοντας τις αιτιάσεις αυτές της αιτούσας, πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του ν. 2169/1993, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 39 του ν. 2810/2000, οι αναγκαστικές συνεταιριστικές οργανώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι συνεταιρισμοί δασοκτημόνων του α.ν. 1627/1939, διατηρούνται και διέπονται από τους ειδικούς νόμους που προβλέπουν τη λειτουργία τους, όπου δε στους ειδικούς αυτούς νόμους γίνεται παραπομπή στην ισχύουσα νομοθεσία εφαρμόζεται ο ως άνω νόμος (παρ. 1), ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου "μέλη των αναγκαστικών συνεταιρισμών διαχείρισης ακινήτου ιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής, καθώς και των συνεταιρισμών δασοκτημόνων, καθίστανται υποχρεωτικά όλοι οι ιδιοκτήτες ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου ή κλάσματος αυτού.
Οι κάτοχοι ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου διαθέτουν τρεις ψήφους στη γενική συνέλευση". Από τις παραπάνω διατάξεις της παρ. 4, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1γ' του ν. 2810/2000, που θεσπίζει την αρχή της μίας ψήφου κατά μέλος, ανεξάρτητα από τον αριθμό των μερίδων που διαθέτει ("στη γενική συνέλευση κάθε μέλος έχει μία ψήφο"), σαφώς συνάγεται ότι τα μέλη των συνεταιρισμών δασοκτημόνων τα οποία είναι ιδιοκτήτες κλάσματος του ιδανικού μεριδίου διαθέτουν μία ψήφο στη γενική συνέλευση.
Περιορισμένη παρέκκλιση από την παραπάνω αρχή εισάγεται μόνο ως προς τους κατόχους ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου οι οποίοι διαθέτουν τρεις ψήφους στη γενική συνέλευση. Επομένως, εφόσον κατά τη γενική συνέλευση της 23-11-2003 συμμετείχαν και ψήφισαν για την ανάδειξη των μελών του ΔΣ 475 μέλη του συνεταιρισμού, τα οποία, κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση, δεν ήσαν ιδιοκτήτες ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου, αλλά κλάσματος αυτού, δεν πάσχει από ακυρότητα η εν λόγω απόφασή της.
Τούτο γιατί, αυτοί, ως μέλη του συνεταιρισμού, νομίμως συμμετείχαν στη γενική συνέλευση με μία ψήφο ο καθένας, σύμφωνα με την αρχή του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2810/2000, η οποία υπερισχύει των διατάξεων του καταστατικού που επικαλείται η αιτούσα (αρθρ. 41 του ν. 2810/2000). Ειδικότερα, η διάταξη του καταστατικού που συναρτά το δικαίωμα ψήφου ενός μέλους του συνεταιρισμού με το εξ αδιαιρέτου μερίδιο αυτού επί του όλου δάσους (άρθρο 28 β' του καταστατικού), δεν συνάδει προς τις παραπάνω διατάξεις ως και προς τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 2810/2000 κατά την οποία "κάθε μέλος συμμετέχει στο συνεταιρισμό με μία υποχρεωτική μερίδα - δηλαδή συνεταιριστική μερίδα, που είναι το ελάχιστο χρηματικό ποσό συμμετοχής κάθε μέλους στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού - και έχει μία ψήφο".
Επομένως, ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία ούτε να εκλεγούν στο ΔΣ δικαιούχοι κλάσματος ιδανικού μεριδίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ως εκ τούτου, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα ....".
Όμως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1195/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ