Supreme Court dismisses appeal against insurance agency contract judgment regarding collection agency duties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment against an insurance agency. The appellants argued the lower court erred in finding fault with the agency's handling of insurance premiums and collection duties. The court ruled the appeal arguments were inadmissible because they failed to address the specific grounds of the contested decision and did not meet procedural requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 432 et seq., and 440 of the Code of Civil Procedure; The court's assessment of evidence from prior judgments is discretionary, and appeals must strictly address the specific grounds of the contested decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1669 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1669/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: Χ1 και Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καλφούντζο.
Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αττική και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ψωμιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3473/2001 προδικαστική, 3145/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1487/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 31-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως τα εξής : Ότι στις 15-12-1988, στην Αθήνα, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία και ο πρώτος των εναγομένων κατάρτισαν έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης..... Ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι ο πρώτος εναγόμενος θα έχει το δικαίωμα να εισπράττει, για λογαριασμό της ενάγουσας, απευθείας τα ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους σε όσες περιπτώσεις καταρτιζόταν, με τη δική του διαμεσολάβηση, ασφαλιστική σύμβαση και θα είχε την υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα, το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες από το τέλος του μήνα χρέωσης,, τα εισπραττόμενα, για λογαριασμό της τελευταίας, μικτά ασφάλιστρα που θα παρέμεναν στα χέρια του ως παρακαταθήκη και ο ίδιος θα ευθυνόταν ως θεματοφύλακας έναντι της ενάγουσας.
Ότι σε περίπτωση μη καταβολής από τον πρώτο εναγόμενο του υπολοίπου των εισπραττομένων ασφαλίστρων, μετ' αφαίρεση της δικαιούμενης προμήθειάς του, μέσα στα προαναφερόμενα χρονικά όρια, το ποσό του υπολοίπου θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη οφειλή και θα υπολογιζόταν ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. Ότι επίσης, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αποστέλνει στην ενάγουσα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που παραλάμβανε από την τελευταία και δεν εξοφλούνταν από τους ασφαλισμένους, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημεροχρονολογία, που σύμφωνα με το ασφαλιστήριο έπρεπε να πληρωθούν τα ασφάλιστρα, ενώ, αν παρερχόταν άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από την ημεροχρονολογία παραλαβής των ασφαλιστηρίων από τον πρώτο εναγόμενο, τα ασφάλιστρα λογίζονταν ότι είχαν εισπραχθεί.
Στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο ότι ταυτόχρονα, την ίδια ημεροχρονολογτία (15-12-1998), καταρτίσθηκε, προφορικά όμως, στην Αθήνα, άλλη σύμβαση, μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης (συζύγου του πρώτου) και συμφωνήθηκε η τελευταία να συνεργάζεται ως άτυπος συνεταίρος με τον πρώτο εναγόμενο, καθόλη τη διάρκεια της παραπάνω σύμβασης πρακτόρευσης, έχοντας την ουσιαστική συνδιαχείριση του πρακτορείου, δηλαδή και τη δυνατότητα να εισπράττει και ν' αποδίδει και αυτή στην ενάγουσα ασφάλιστρα, μέσω του κωδικού 080, που τυπικά μεν ήταν στο όνομα του πρώτου εναγομένου, στην πραγματικότητα όμως ήταν και των δύο και, συνεπώς, και να ευθύνεται, εις ολόκληρον, με τον πρώτο εναγόμενο έναντι της ενάγουσας από τη λειτουργία της σύμβασης πρακτόρευσης, κατά τη σχετική ρητή συμφωνία τους.
Ότι δημιουργήθηκε, έτσι, μια ειδική σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης των εναγομένων, διαφορετική από τη σχέση ασφαλιστικής πρακτόρευσης του ν. 1569/1985..... που απαιτεί έγγραφο (συστατικό) τύπο, την κατάρτιση της οποίας δεν αμφισβητεί η ενάγουσα. Ότι οι δύο συμβάσεις λειτούργησαν μέχρι την 4-8-1999, οπότε, επειδή ο λογαριασμός των εναγομένων παρουσίαζε μεγάλο χρεωστικό υπόλοιπο από τη μη απόδοση στην ενάγουσα των ασφαλίστρων που εισέπρατταν.....
έγινε λεπτομερής έλεγχος και εκκαθάριση μέχρι την 31-7-1999 από τον τότε διευθυντή διαχείρισης της ενάγουσας Α, με την παρουσία και συνεργασία της δεύτερης των εναγομένων που ενεργούσε και για λογαριασμό του πρώτου και διαπιστώθηκε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγομένων, ύψους 36.628.804 δραχμών, μετά την αφαίρεση των δικαιουμένων προμηθειών και των γενόμενων καταβολών.
Ότι αμέσως μετά η ενάγουσα και η δεύτερη εναγομένη, ενεργώντας τόσο ατομικά όσο και κατ' εντολή και για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, κατάρτισαν το από 4-8-1999 συμφωνητικό "συμφωνία λογαριασμού - αναγνώριση χρέους", (αναφέρεται στη συνέχεια το περιεχόμενο του συμφωνητικού). Ότι δηλαδή καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και η δεύτερη εναγομένη, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές της, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα το ποσό των 36.628.804 δραχμών, το οποίο προέρχεται από ασφάλιστρα πελατών που εισπράχθησαν από αυτούς αλλά δεν αποδόθηκαν.
Ότι ιδρύθηκε έτσι κατά την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει κενό - ασαφές και αμφίβολο σημείο στην πιο πάνω σύμβαση για το αν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν να δημιουργήσουν ίδιο και αυτοτελή λόγο γένεσης ενοχής ή απέβλεψαν στην επιβεβαίωση της παλιάς ενοχής και στην παροχή αποδεικτικού μέσου για το χρέος - μία νέα ενοχικής σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής των εναγομένων δηλαδή ενοχή αυτοτελής και ανεξάρτητη.
Χαρακτηριστική, άλλωστε, για το ότι οι διάδικοι ήθελαν να ιδρύσουν μια νέα, αυτοτελή και ανεξάρτητη παροχή είναι και η από 4-8-1999 επιστολή της δεύτερης εναγομένης προς την ενάγουσα (αναφέρεται το περιεχόμενο της επιστολής)........ Ότι ειδικά για το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη ενεργούσε, κατά την κατάρτιση της παραπάνω από 4-8-1999 σύμβασης και κατ' εντολή και για λογαριασμό του συζύγου της πρώτου εναγομένου, όπως διευκρίνισε με τις προτάσεις της η ενάγουσα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτά κατ' άρθρ. 224 εδαφ.
β' ΚΠολΔ και 211 ΑΚ, ενόψει του ότι δεν τάχθηκε με την 3473/2001 προδικαστική απόφαση το οικείο θέμα απόδειξης, έστω και εμμέσως το Εφετείο δέχεται ότι οι εναγόμενοι, με την έφεσή τους και τις προτάσεις τους κατά την παρούσα κατ' έφεση, δίκη δεν αμφισβητούν το περιστατικό αυτό και, συνεπώς, συνάγεται, κατά την κρίση του, ομολογία γι' αυτό (άρθρο 261, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι τελικά, το υπόλοιπο της οφειλής των εναγομένων διαμορφώθηκε στις 30-9-1999, ύστερα από ακυρώσεις συμβολαίων και αφαίρεση διαφόρων εξόδων, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στην αγωγή και στην εκκαλουμένη, στο ποσό των 30.930.053 δραχμών, χωρίς τούτο να αμφισβητείται ειδικά, από τους εναγομένους με την έφεσή τους και τις παρούσες προτάσεις τους με την αναφερόμενη παρακάτω εξαίρεση.
Ότι, μετά την άρνηση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα την επίδικη οφειλή τους, αυτή κατάγγειλε τις επίμαχες συμβάσεις..... και τους κάλεσε να καταβάλουν το χρέος αυτό μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών από την επίδοση της εξωδίκου, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Ότι οι εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους ισχυρίσθηκαν ότι κατά τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου η εφεσίβλητη δεν αφαίρεσε, ως όφειλε να πράξει από το λογαριασμό της δεύτερης εξ αυτών το συνολικό ποσό των 2.031.933 δρχ.
ή 5.963,12 ευρώ, το οποίο προέρχεται από μη εισπραχθέντα από αυτούς ή εισπραχθέντα από αυτούς και αποδοθέντα στην εφεσίβλητη ασφάλιστρα πελατών. Ότι ο ισχυρισμός αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του.... είναι απορριπτέος γιατί πηγάζει από την παλιά ενοχική σχέση και δεν μπορεί να προταθεί ως ένσταση σε βάρος της ένδικης σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους.
Ότι συνεπώς απομένει υπόλοιπο οφειλής των εναγομένων προς την ενάγουσα, ύψους 90.770,51 ευρώ. Τίποτα το διαφορετικό δεν αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων Β και Γ, ούτε το δικαστήριο είναι δυνατό να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση από το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη κηρύχθηκε, με τη 378/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου αθώα της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης.....
Ότι με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενοι παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απήγγειλε σε βάρος τους προσωπική κράτηση..... ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, ενώ δεν διέπραξαν καμία αδικοπραξία και ερμηνεύτηκε εσφαλμένα και ο βαθμός υπαιτότητάς τους. Ότι ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στην εκκαλουμένη εκτίθενται όλα τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά που συνιστούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και την απαίτηση από την αιτία αυτή της ενάγουσας, όπως τα περιστατικά αυτά προαναφέρθηκαν και ότι σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων και του ύψους της απαίτησης της ενάγουσας, πρέπει ν' απαγγελθεί σε βάρος των εναγομένων, που τέλεσαν την προπεριγραφόμενη αδικοπραξία, προσωπική κράτηση, διάρκειας τεσσάρων (4) μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση αφού αντικατέστησε εν μέρει τις αιτιολογίες της με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι στην καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 90.770,51 ευρώ και με προσωπική τους κράτηση διαρκείας τεσσάρων μηνών λόγω της αδικοπραξίας, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει δέχθηκε την αγωγή επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και ως προς τις δύο βάσεις της ήτοι αυτή της συμβάσεως αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και της αδικοπραξίας. 'Ετσι το διατακτικό της εφετειακής στηρίζεται σε δύο επάλληλες και αυτοτελείς αιτιολογίες κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8,19 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία το χρηματικό ποσό των 30.930.053 δραχμών με βάση την αναφερόμενη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και τις διατάξεις των αδικοπραξιών" έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από τους διαδίκους ήτοι αυτό της κατάρτισης σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, δεχόμενο δε χωρίς αιτιολογία ως βάση της ένδικης αγωγής την σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και αντικαθιστώντας εν μέρει τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης κατέστησε χείρονα τη θέση αυτών ως εκκαλούντων και ιδία της δεύτερης τούτων αφού διαφορετικά η αγωγή θα απορρίπτονταν ως προς αυτήν για έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ δε κατά τη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης η δεύτερη αναιρεσείουσα ουδεμία σχέση έχει με τη σύμβαση πρακτόρευσης όλως αντιφατικά απέρριψε το Εφετείο την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι "ταυτόχρονα την ίδια ημεροχρονολογία (15-12-1998) καταρτίσθηκε προφορικά.... άλλη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης και συμφωνήθηκε η τελευταία να συνεργάζεται ως άτυπος συνεταίρος με τον πρώτο εναγόμενο, καθόλη τη διάρκεια της παραπάνω σύμβασης πρακτόρευσης, έχοντας την ουσιαστική συνδιαχείριση του πρακτορείου.......
Δημιουργήθηκε έτσι μία ειδική σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης των εναγομένων, διαφορετική από τη σχέση της ασφαλιστικής πρακτόρευσης το Ν. 1569/1995...." παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1569/85 όπως τροποποιήθηκε με τους Ν. 2170/1993 και 2496/1997 σε συνδ.
με το Π.Δ. 298/86, 361, 174, 719 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. . Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι με το να δεχθεί το Εφετείο α) ότι αμέσως μετά την εκκαθάριση της 31-7-1999 η ενάγουσα και η δεύτερη εναγομένη ενεργώντας τόσο ατομικά όσο και κατ' εντολή και για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου......
κατάρτισαν το από 4-8-1999 συμφωνητικό "συμφωνία λογαριασμού - αναγνώριση χρέους" κατά το οποίο : "Σήμερα τις 4 του μηνός Αυγούστου.... 1999 μεταξύ των Α, Διευθυντή διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Πίστης ΑΕΓΑ και του πράκτορα και υπευθύνου διαχειριστή (διαχειρίστρια) της παραπάνω εταιρίας συμφωνήθηκαν...... Ο/Η κος/κα Χ2 δηλώνει ότι αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτής της εκκαθάρισης και αναγνωρίζει ρητά την εκ δραχμών 36.628.804 οφειλή...." β) ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και η δεύτερη εναγομένη υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές της αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα το ποσό των 36.628.804 δρχ....
ιδρύθηκε έτσι κατά την αληθή βούληση των συμβαλλομένων και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200, ενόψει του ότι υπάρχει κενό..... μια νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση...... Χαρακτηριστική προς τούτο είναι η από 4-8-1999 επιστολή της δεύτερης εναγομένης προς την ενάγουσα (αναφέρεται το περιεχόμενο) γ) ότι η δεύτερη εναγομένη ενεργούσε, κατά την κατάρτιση της από 4-8-1999 σύμβασης και κατ' εντολή του συζύγου της πρώτου εναγομένου......
ενόψει του ότι δεν τάχθηκε με την 3473/2001 προδικαστική απόφαση το οικείο θέμα απόδειξης....... Οι εναγόμενοι με την έφεσή τους και με τις προτάσεις τους κατά παρούσα, κατ' έφεση, δίκη δεν αμφισβητούν το περιστατικό αυτό, συναγομένης ομολογίας περί τούτου και δ) ότι οι εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους ισχυρίζοντα ότι "κατά τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου η εφεσίβλητη δεν αφήρεσε......
το ποσό των 2.031.933 δρχ....... Ο ισχυρισμός....... Είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση γιατί πηγάζει από την παλιά ενοχική σχέση και δεν μπορεί να προταθεί ως ένσταση σε βάρος της ενάγουσας δεδομένου ότι δεν αναφέρεται σε ελαττώματα της ένδικης σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους....., υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ.
ι, 19, 8, 10, 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (πρώτος - τρίτος - τέταρτος) αφορούν ειδικότερα την αιτιολογία της απόφασης την αφορώσα τη βάση εκ της αιτιώδους συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους και αφήνουν αναιρετικά ανέπαφη την εκ της αδικοπραξίας επάλληλη αιτιολογία αυτής, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς και με τους παρακάτω αναφερόμενους λόγους αναίρεσης.
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αλυσιτελείς και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (Ολ ΑΠ 25/1994, Ολ. ΑΠ 25/2003).
Ο από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ εκτιμώμενος (όχι από τους αριθ. 19 και 17) δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί παρά τα όσα για το ορισμένο του ανωτέρω αναιρετικού λόγου συνάγονται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. δεν προσδιορίζονται με αυτόν τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση και δεν λήφθηκαν υπόψη, το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και οι ισχυρισμοί προς απόδειξη των οποίων προσκομίσθηκαν.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 339, 432 επ. και 440 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η απόφαση που εκδόθηκε επί άλλης δίκης κατά την ποινική διαδικασία έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, κατά το μέρος που προσκομίζεται προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο δεσμευτική δύναμη, όπως ως προς τις βεβαιώσεις πραγμάτων και τις διατάξεις που περιέχει (ΑΠ 359/1993 ΕλλΔ 35. 372). Δεν είναι, όμως έγγραφο, αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τις αιτιολογίες της, διότι, μεταξύ άλλων, τα βεβαιούμενα υπ' αυτής περιστατικά δεν συνέβησαν κατά την παρά του δικαστικού λειτουργού σύνταξή της, ως δημοσίου εγγράφου (ΑΠ 432/1985 Ελλ.Δ. 26. 869).
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δε δέχθηκε πλήρη αποδεικτική δύναμη της 378/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών, ως προς το αναφερόμενο στις αιτιολογίες της και στο αναιρετήριο περιστατικό της μη διάπραξης εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης της πράξης της υπεξαίρεσης, αλλά, αφού εκτίμησε την απόφαση αυτή ελευθέρως, δέχθηκε ότι διεπράχθη αδικοπραξία (υπεξαίρεση εκ μέρους των αναιρεσειόντων), δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης του νόμου, σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς ο τ' αντίθετα υποστηρίζων πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1487/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ