Legislator Case Law & Legislation
1668/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on interest rates, ordering partial retrial on post-2019 interest calculation.

Case Number 1668/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Third Instance Court's decision, which had upheld a bank's claim for damages. The State argued that interest rates applied after April 2019 should follow specific statutory reductions rather than the standard 6% rate. Consequently, the Court ordered a partial retrial to recalculate interest from May 2019 using the reduced public rate while maintaining the original judgment for the pre-2019 period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 45 para. 1 of Law 4607/2019: When an appeal is partially admissible, the case must be retained for judgment on the appealed portion, applying the specific statutory interest rate for the relevant period instead of the general rate.

Keywords

AI generated
partial appeal admissibility interest rate calculation statutory interest reduction retention for judgment public debt interest civil procedure appeal damages interest

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 45 para. 1 of Law 4607/2019
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 19 para. 1 of Law 266/1995
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1668 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1668/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Νάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-12-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 142/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την υπ' αριθ. 67/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 29/8/2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 457.160,39 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο μέρος της εγγυημένης από το εναγόμενο απαίτησής της κατά τρίτου-μη διαδίκου νομικού προσώπου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεδομένου ότι το Δημόσιο δεν υποχρεούται στην καταβολή του σχετικού (άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ) παραβόλου (άρθρο 19 παρ.1 του κ.ν.26-6-/10-7-...4 "κώδικος νόμων δικών δημοσίου"), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν.4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ.

αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (Ολ.ΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή.

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι: "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:

α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...".

Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς.

Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες". Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α.

Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: ι) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ιι) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή......

γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου".

Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.

Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3.

Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4.

Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.

Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.-Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".

Ακολούθως, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 του ως άνω ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", εκδόθηκε η υπ' αριθμόν ....2006 (ΦΕΚ τ.Β' 16/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ.

Β' της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.

Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες.

Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β` της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ ...-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών - διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.

Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Tα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.

δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης (Α.Π.797/2023).

Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω Ν. 2322/1995 εκδόθηκε η έχουσα κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. πρωτ....-2009 (ΦΕΚ Β' 747/2009) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα για τη ρύθμιση οφειλών που προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, στους Νομούς Πιερίας, Γρεβενών, Τρικάλων, Καρδίτσας και στους Δήμους Ενιππέα, Ναρθακίου, Πολυδάμαντα και Φαρσάλων του Νομού Λάρισας", με την οποία ορίστηκαν, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο σημεία της, τα ακόλουθα: "Α) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι 31.12.2008 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, συμπεριλαμβανο-μένων και των τόκων από 1.7.2008 μέχρι 31.12.2008, και μέχρι του ποσού των € 15.000.000,00 ανά επιχείρηση, που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, στους Νομούς Πιερίας, Γρεβενών, Τρικάλων, Καρδίτσας και στους Δήμους Ενιππέα, Ναρθακίου, Πολυδάμαντα και Φαρσάλων του Νομού Λάρισας.

Οι εν λόγω επιχειρήσεις πρέπει να έχουν κάνει έναρξη εργασιών στις προαναφερόμενες περιοχές μέχρι και την 31.12.2008. Το υπόλοιπο των προαναφερόμενων οφειλών θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο, δεκαετούς διάρκειας, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με πρώτη καταβλητέα την 31.12.2010 και τελευταία την 30.6.2019.

Οι τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την 30.6.2010. Β) Το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να εξετάζει και την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, και για τα τυχόν νέα κεφάλαια κίνησης που θα απαιτηθούν κατ` ανώτατο ύψος μέχρι 35% του μέσου κύκλου εργασιών της επιχείρησης των τριών τελευταίων ετών...

Τα εν λόγω δάνεια είναι επταετούς διάρκειας, συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος, εξοφλούμενα σε ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος έως 31.12.2010. Η πρώτη δόση θα καταβληθεί την 30.6.2011 και η τελευταία την 30.6.2016. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος βαρύνουν τις επιχειρήσεις...

Γ)... Δ)... Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τρεις (3) συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση, και μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη τρίτης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ` αριθ. ....2006 (ΦΕΚ ....2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δόσεων, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.

Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου), και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού..." Επακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθ. .../2012 Απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ ...-2012), τροποποιητικής της ανωτέρω απόφασης, στην οποία ορίζονται τα ακόλουθα: "Τροποποιούμε τους όρους αποπληρωμής των εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δανείων βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν...

δυνάμει της υπ' αριθ. ....2009 (ΦΕΚ ...) απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως ισχύει, ως ακολούθως: Α) ι) Παρέχεται η ευχέρεια στις βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, στους Νομούς Πιερίας, Γρεβενών, Τρικάλων, Καρδίτσας και στους Δήμους Ενιππέα, Ναρθακίου, Πολυδάμαντα και Φαρσάλων του Νομού Λάρισας, οι οποίες ρύθμισαν τις υφιστάμενες μέχρι 31.12.2008 ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της υπ' αριθ. ....2009 (ΦΕΚ ...) απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να ζητήσουν την αναστολή καταβολής των οφειλόμενων για το χρονικό διάστημα από 31.12.2010 έως και 31.12.2012 δόσεων.

Οι συμβατικοί τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα μέχρι 30.6.2010 κεφαλαιοποιούνται την 30.6.2010, ενώ οι τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.7.2010 έως 31.12.2012 δεν κεφαλαιοποιούνται, η καταβολή τους βαρύνει αποκλειστικά τις επιχειρήσεις και δεν καλύπτονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Οι δόσεις των οποίων η καταβολή ανεστάλη κατά τα ανωτέρω προσαυξάνουν ισόποσα και αποπληρώνονται μαζί με τις τελευταίες εναπομείνασες δόσεις.

ιι) Παρέχεται η ευχέρεια στις βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, στους Νομούς Πιερίας, Γρεβενών, Τρικάλων, Καρδίτσας και στους Δήμους Ενιππέα, Ναρθακίου, Πολυδάμαντα και Φαρσάλων του Νομού Λάρισας, στις οποίες χορηγήθηκαν δάνεια για κεφάλαια κίνησης με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της υπ' αριθ. ....2009 (ΦΕΚ ...) απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να ζητήσουν την αναστολή καταβολής των οφειλόμενων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως και 31.12.2012 δόσεων.

Οι τόκοι του χρονικού διαστήματος της αναστολής βαρύνουν αποκλειστικά τις επιχειρήσεις και δεν καλύπτονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Οι δόσεις των οποίων η καταβολή ανεστάλη κατά τα ανωτέρω προσαυξάνουν ισόποσα και αποπληρώνονται μαζί με τις τελευταίες εναπομείνασες δόσεις. Β) Οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων μαζί με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά υποβάλλονται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Πανεπιστημίου 37) με καταληκτική ημερομηνία υποβολής αυτών την 29.6.2012 και αξιολογούνται από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 37 του Ν. 2458/2006), το οποίο παρέχει την τελική έγκριση για την αναστολή καταβολής των οφειλόμενων δόσεων...

Γ) Στις διατάξεις της παρούσας υπάγονται ως ρύθμιση περιπτώσεις συμβάσεων δανείων εγγυημένων δυνάμει της υπ' αριθ. ....2009 υπουργικής απόφασης, όπως ισχύει, οι οποίες έχουν καταγγελθεί. Δ)... Ε) Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την υλοποίηση αυτής, ανατίθενται στην Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους...

Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της υπ' αριθ. ....2009 υπουργικής απόφασης, όπως ισχύει." Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται, καταρχήν, από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού και ρυθμίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ.

του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν.2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022), με την παροχή δε της εν λόγω εγγυήσεως γεννάται παρεπόμενη ενοχή αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση.

Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή - εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως.

Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει με τη σύμβαση εγγύησης την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.

Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1000/2006).

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που η δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης.

Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995), αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή αν εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης (άρθρο 11 § 4 του ν. 2322/1995) ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 757/2003), που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων.

Επομένως, προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) να συντρέχει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας.

Ως υπαιτιότητα νοείται εν προκειμένω όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων (άρθ. 281 ΑΚ και άρθ. 862, 914 ΑΚ).

Η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνεται από την 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, που είναι αρμόδια κατά την παρ. 5 του άρθρου 11 του Ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης των όρων αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022).

Αντιθέτως, σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα (Α.Π.797/2023).

H προβλεπόμενη στην κατ' εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995 εκδοθείσα υπ' αριθ. ...-2009 και την τροποποιητική αυτής υπ' αριθ. .../20012 Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών υποχρέωση των τραπεζών να επιδιώκουν μέσα στον οριζόμενο στις αποφάσεις αυτές χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της αγωγής από τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά μπορεί η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης να θεμελιώσει, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, αξίωση του Δημοσίου προς αποζημίωση (Α.Π.797/2023).

Απαραίτητη δε προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη (ως προς το κεφάλαιο και τους τόκους) είναι η καθυστέρηση της καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη τριών τουλάχιστον δόσεων, χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός ως προς το χρόνο, κατά τον οποίο δικαιούται η δανείστρια τράπεζα να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου και να ζητήσει εν συνεχεία από το Δημόσιο την εξόφληση του σχετικού ποσού, καθώς και τους οφειλόμενους συμβατικούς και υπερημερίας τόκους που αναλογούν στο ποσό αυτό.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Για να είναι δε ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής της Τράπεζας κατά του Δημοσίου, ως εγγυητή ευθυνόμενου για την εξόφληση της οφειλής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό τα προς εξατομίκευση της οφειλής του Δημοσίου αναγκαία στοιχεία και η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων καταβολής της εγγύησης (ΑΠ 1674/2011).

Ήτοι, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή η σύναψη και οι όροι της δανειστικής σύμβασης, ο χρόνος χορήγησης του δανείου, η υπερημερία του δανειολήπτη ως συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται για τη λειτουργία της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου από την οικεία, υπουργική απόφαση και το ποσό της οφειλής της πρωτοφειλέτιδας επιχείρησης, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται, αν συμπίπτει και σε ποια έκταση με το εγγυημένο από το Δημόσιο ποσό (για κεφάλαιο και τόκους) σύμφωνα με τους όρους της οικείας υπουργικής απόφασης (Α.Π.1674/2011).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Α.Π.1597/2018, Α.Π.967/2017).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (Α.Π.133/2022).

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (Α.Π.362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (Α.Π.797/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την κρινόμενη αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι στο πλαίσιο της υπ' αριθ. ...-2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, αυτή (ενάγουσα) συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Κ.

ΑΤΕΒΕ" (μη διάδικο εν προκειμένω) την από 16.2.2010 σύμβαση δανείου, με την οποία χορήγησε στην τελευταία το ποσό των 500.000 ευρώ με τους ειδικό-τερους αναφερόμενους όρους και συμφωνίες και με την εγγύηση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (Ελληνικού Δημοσίου) σε ποσοστό 80% αυτού, περιλαμβανομένων σ' αυτή και των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου, καθώς και των εξόδων καταγγελίας κλεισίματος.

Ότι η άνω πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δεν τήρησε τους όρους της δανειστικής σύμβασης και κατέστη υπερήμερη αναφορικά με την καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων, οι οποίες στις 21.02.2012 ανέρχονταν στο ποσό των 44.621,72 ευρώ και ότι κατόπιν τούτου την 21.02.2012 κατήγγειλε την άνω σύμβαση με συνέπεια να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο της οφειλής του δανείου, ανερχομένης κατά το χρόνο εκείνο σε 544.621,72 ευρώ.

Ότι κατόπιν αιτήσεώς της εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2015 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων για μέρος της απαιτήσεώς της, όπως περιορίστηκε από την ίδια, ποσού 250.000 ευρώ. Ότι ενόψει τούτων, επήλθε κατάπτωση της εγγύησης του εναγομένου, το οποίο μέχρι την 30.09.2012 και δη ένα τρίμηνο από τη λήξη της τρίτης ανεξόφλητης δόσης της 30.06.2012, όφειλε στην ενάγουσα το ποσό των 457.160,39 ευρώ, όπως περαιτέρω αναλύεται στην αγωγή κατά τα επιμέρους ποσά (κεφάλαιο και τόκους) με βάση και το παρατιθέμενο αντίγραφο κίνησης λογαριασμού του δανείου, πλην ουδέν ποσό της κατέβαλε, παρά τη σχετική όχλησή της.

Ότι η ενάγουσα με σχετικό έγγραφό της που απηύθυνε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, προσκομίζοντας τα απαραίτητα έγγραφα, ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του εναγομένου - Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση το ως άνω ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το άνω ποσό των 457.160,39 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων), με την υπ' αριθ. 67/2018 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό. Μετά την άσκηση έφεσης από το εναγόμενο - αναιρεσείον, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο, αιτιολογία: "Στην προκείμενη περίπτωση η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή...

είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιγράφεται σ' αυτή και εξατομικεύεται η οφειλή του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) με τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων καταβολής της εγγύησης σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της υπουργικής απόφασης ....2009 με προσδιορισμό επαρκώς της υπαγωγής της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας στη ρύθμιση της ως άνω υπουργικής απόφασης, του είδους της δανειστικής σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) καθώς και την κάλυψη της εγγυήσεως του εναγόμενου και περαιτέρω, η υπερημερία της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και το ποσό της οφειλής της μετά την καταγγελία της δανειστικής σύμβασης από την ενάγουσα, κατά κεφάλαιο και τόκους με αναφορά και του ποσοστού του συμβατικού επιτοκίου και του αντίστοιχου επιτοκίου υπερημερίας, ενώ προσδιορίζεται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το συνολικό ποσό της οφειλής της πρωτοφειλέτιδας ως άνω εταιρείας προς την ενάγουσα, για το οποίο το εναγόμενο εγγυήθηκε προς την τελευταία και τέλος την υποβολή αρμοδίως από την ενάγουσα των δικαιολογητικών που απαιτούνταν για την εξόφληση της εγγυημένης απαιτήσεώς της, χωρίς να χρειάζεται η λεπτομερής αναφορά και εξειδίκευση αυτών.

Επισημαίνεται δε ότι ακόμη και στην περίπτωση που έκρινε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και η Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και δημοσιονομικών κανόνων ότι απαιτούνται συμπληρωματικά δικαιολογητικά για την κατάπτωση της εγγυήσεως, μετά την αποστολή και των συμπληρωματικών στοιχείων και τον έλεγχο αυτών ολοκληρωνόταν η εξέταση της διαδικασίας καταπτώσεως της εγγυήσεως, ως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση...

Η διαδικασία αυτή ουδόλως συνηγορεί υπέρ της απορρίψεως της αγωγής ως αόριστης, αφού δίδεται η δυνατότητα θεραπείας τυχόν ελλείψεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης του εναγομένου - Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας, ως προς το σημείο τούτο, την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα ως άνω αναγκαία στοιχεία για τη συνδρομή της εγγυητικής ευθύνης του εναγομένου- αναιρεσείοντος, ούτε έλαβε υπόψη απαραίτητα για τη θεμελίωση της αγωγής στοιχεία που δεν εκτίθεντο στο δικόγραφο αυτής, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτή (αγωγή) απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, καθόσον δεν απαιτείτο επιπλέον να εκτίθενται σ' αυτή τα απαιτούμενα στοιχεία - δικαιολογητικά του φακέλου της ενάγουσας, βάσει της υπ' αριθ. ...-2006 υπουργικής απόφασης, τα οποία και υποβλήθηκαν στην 25η Διεύθυνση του Γενικού λογιστηρίου του Κράτους, για την κατάπτωση της εγγύησης του εναγομένου, όπως αβάσιμα αυτό ισχυρίζεται.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθ.8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004). Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (Α.Π.797/2023, Α.Π.1903/2022, Α.Π. 1352/2022).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. ....2009 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 747), η οποία τροποποιήθηκε με τη μεταγενέστερη υπ' αριθμ. ....2012 (ΦΕΚ Β' 1346) απόφαση, αποφασίστηκε η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Τράπεζες για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι την 31.12.2008 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων από 1-7-2008 μέχρι 31-12-2008 με κάλυψη μέχρι το 80% των άνω οφειλών και μέχρι του ποσού των 15.000.000 ευρώ ανά επιχείρηση, προερχομένων (των οφειλών) από δάνεια που είχαν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης, σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, μεταξύ άλλων και στον (τότε) Νομό Τρικάλων, με τις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην ως άνω απόφαση, μεταξύ των οποίων ορίστηκε ότι η διάρκεια των δανείων που θα χορηγούνται στους πρωτοφειλέτες να είναι δεκαετής, ότι τα δάνεια θα εξοφλούνται σε εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και με περίοδο χάριτος μέχρι την 31-12-2010 καθώς και ότι οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται στο τέλος της περιόδου χάριτος.

Υπό την ισχύ της εν λόγω απόφασης και κατόπιν της από 24.06.2009 αιτήσεως της εδρεύουσας στα Τρίκαλα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "Κ. ΑΤΕΒΕ" (μη διαδίκου εν προκειμένω) ως και της από 16.10.2009 επιστολής της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) Τράπεζας προς την 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η Διεύθυνση αυτή με τα υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2009 και ....2009 έγγραφά της προς την εταιρεία και την ενάγουσα Τράπεζα απάντησε εν πρώτοις ότι το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου κατά την 115η συνεδρίασή του της 22.07.2009 ενέκρινε την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) σε ποσοστό 80%, σύμφωνα με τις διατάξεις της άνω Απόφασης, στις υφιστάμενες κατά την 31.12.2008 οφειλές της άνω επιχείρησης, συνολικού ποσού 1.409.279,90 ευρώ και ακολούθως προέβη σε τελική έγκριση:

α) της εκταμίευσης ποσού 302.511,82 ευρώ από την ενάγουσα Τράπεζα προκειμένου να εξοφληθούν οι ισόποσες οφειλές της εταιρείας "Κ. ΑΤΕΒΕ" προς την ίδια Τράπεζα, και β) της εκταμίευσης ποσού 500.000 ευρώ από την ίδια Τράπεζα προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η άνω εταιρεία με τμήμα του ήδη εγκριθέντος κεφαλαίου κίνησης ποσού 2.180.000 ευρώ με τους όρους ι) της λήψης προσωπικών εγγυήσεων των βασικών μετόχων της εταιρείας και ιι) της εγγραφής υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 400.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στο 80% του εκταμιευθέντος ποσού των 500.000 ευρώ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι για την παροχή της επίδικης εγγύησης δεν έλαβε χώρα η προβλεπόμενη ειδική διοικητική διαδικασία του άρθρου 37 του ν. 3458/2006 και δη η διαπίστωση της συνδρομής των όρων για την παρασχεθείσα εγγύηση καθώς και η έγκριση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επισημαίνεται δε ότι η έγκριση του ως άνω Συμβουλίου προβλέπεται για το στάδιο της παροχής της εγγυήσεως. Ακολούθως, υπό τις ως άνω προϋποθέσεις, η ενάγουσα ΕΤΕ συνήψε στα Τρίκαλα, στις 16.02.2010, με την προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία, την υπ' αριθμ. ... σύμβαση εφάπαξ χορηγήσεως τοκοχρεολυτικού δανείου ποσού 500.000 ευρώ, αποκλειστικά για κεφάλαιο κίνησης (σύμφωνα με την προαναφερόμενη 02/14709/0025/14.04.2009 απόφαση), την αποπληρωμή του οποίου, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι στην ως άνω δανειακή σύμβαση εγγυήθηκαν εγγράφως, παραιτούμενοι των ενστάσεων των άρθρων 853 επ.

ΑΚ και ενεχόμενοι εις ολόκληρον με την άνω δανειολήπτρια εταιρεία, ως αυτοφειλέτες, οι Σ. Κ. και Δ. Ν. Για το ίδιο δάνειο, η ενάγουσα έλαβε την προβλεπόμενη με την άνω απόφαση εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι αναλαμβάνει την ευθύνη αποπληρωμής μέρους αυτού (ποσοστού 80%) και δη ποσού 409.904,62 ευρώ.

Προς εξασφάλιση δε των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου λόγω της παρεχόμενης εγγύησης, η άνω εταιρεία παραχώρησε, ως όφειλε βάσει της Υπουργικής αποφάσεως, στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2010 πράξης του συμβολαιογράφου Τρικάλων Α. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 254 και φύλλο 30 των βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων, υποθήκη ποσού 400.000 ευρώ επί ενός αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας της, εκτάσεως 22.360 τ.μ.

μετά των επ' αυτού κτισμάτων και εγκαταστάσεων, κειμένου στη θέση "Λόγγος" της κτηματικής περιφέρειας Δροσερού Τρικάλων. Από το περιεχόμενο της άνω δανειακής συμβάσεως, προκύπτει ότι τα συμφωνηθέντα μεταξύ της ενάγουσας και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας συμπίπτουν με τους όρους και τις προϋποθέσεις που έθετε η προαναφερόμενη υπουργική απόφαση του έτους 2009.

Ειδικότερα το ως άνω δάνειο συμφωνήθηκε ότι χορηγούνταν υπό την εγγύηση του εναγόμενου για κεφάλαιο κίνησης της ως άνω εταιρείας, κατ' εφαρμογή της ως άνω υπουργικής απόφασης, ότι θα εξοφλούνταν σε εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με πρώτη την 30.06.2011 και τελευταία την 30.06.2016 με περίοδο χάριτος μέχρι την 31.12.2010 και με το συμβατικό επιτόκιο και επιτόκιο υπερημερίας που συμφωνήθηκε στα άρθρα 2 και 10, αντιστοίχως, της ως άνω δανειακής σύμβασης, των τόκων κεφαλαιοποιημένων στο τέλος της περιόδου χάριτος.

Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει εγγράφως την ως άνω δανειακή σύμβαση σε περίπτωση που η ως άνω ανώνυμη εταιρεία καθυστερήσει την εξόφληση τριών (3) τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Επιπλέον, για το ως άνω δάνειο συμφωνήθηκε ...ότι αναγνωριζόταν ρητά από την δανειζόμενη εταιρεία και τους εγγυητές ότι τα εκδιδόμενα από την Τράπεζα αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα βιβλία της, που εμφάνιζαν την κίνηση του λογαριασμού του δανείου από την πρώτη εκταμίευση ή από την οποιαδήποτε αναγνώριση του υπολοίπου από την δανειζόμενη, μέχρι την καταγγελία του, καθώς και του τηρουμένου λογαριασμού καθυστερήσεων, στον οποίο θα παρακολουθούνταν η οφειλή μετά την καταγγελία, αποτελούσαν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της Τράπεζας κατά της ως άνω πρωτοφειλέτιδας εταιρείας.

Σε εκτέλεση της ως άνω δανειακής σύμβασης η ενάγουσα χορήγησε στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία το ποσό των 500.000 ευρώ στις 23.03.2010 και από τότε άρχισαν να υπολογίζονται σ' αυτό τόκοι. Τηρήθηκε δε για την εξυπηρέτηση του ως άνω δανείου ο με αριθμό ... λογαριασμός του δανείου. Από το απόσπασμα κίνησης του ως άνω λογαριασμού που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα προκύπτει ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δεν κατέβαλε τις δύο πρώτες ληξιπρόθεσμες δόσεις της 30.06.2011 και της 31.12.2011, το συνολικό ποσό των οποίων μετά των τόκων ανέρχονταν στις 23.02.2012 σε 44.621,72 ευρώ και με την από 23.02.2012 εξώδικη γνωστοποίηση-καταγγελία που κοινοποίησε στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και στους εγγυητές της στις 02.03.2012 ...

κατήγγειλε την ως άνω δανειακή σύμβαση λόγω της καθυστέρησης εξόφλησης των άνω δόσεων και κατέστησε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το μη ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο του δανείου που ανέρχονταν κατά το χρόνο της καταγγελίας στο ποσό των 544.621,72 ευρώ. Μετά δε την πάροδο τριών (3) ετών από την καταγγελία, η ενάγουσα με την από 13.01.2015 επιστολή της προς την αρμόδια 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης από το εναγόμενο (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του από την εγγύηση) και την καταβολή του ποσού των 457.160,39 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο μέρος της εγγυημένης από το Δημόσιο απαίτησής της κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και ειδικότερα:

α) για κεφάλαιο, το ποσό των 409.904,62 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 80% του συνολικώς οφειλόμενου για την ίδια αιτία ποσού των 512.380,77 ευρώ, β) για ανεξόφλητους τόκους ενήμερης και ληξιπρόθεσμης οφειλής μέχρι τη λήξη της τρίτης ανεξόφλητης δόσης κατά την 30.06.2012, το ποσό των 29.574,82 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 80% του συνολικώς οφειλομένου για την ίδια αιτία ποσού των 36.968,53 ευρώ, γ) για ανεξόφλητους τόκους έως τρεις μήνες από τη λήξη της τρίτης ολόκληρης ανεξόφλητης δόσης, το ποσό των 17.577,63 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 80% του συνολικώς οφειλόμενου για την ίδια αιτία ποσού των 21.972,04 ευρώ, και δ) για έξοδα αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού, το ποσό των 103,32 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 80% του συνολικώς οφειλόμενου για την ίδια αιτία ποσού των 129,15 ευρώ, προσκομίζοντας παράλληλα και τα αποδεικτικά της απαίτησής της έγγραφα.

Το ως άνω αίτημα κατάπτωσης, νομίμως υποβλήθηκε μετά την παρέλευση του τριμήνου από τη συμπλήρωση του αναγκαίου αριθμού των τριών (3) συνεχόμενων ληξιπρόθεσμων τοκοχρεωλυτικών δόσεων εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, όπως προβλέπεται από την ως άνω υπουργική απόφαση του έτους 2009, εφόσον η τελευταία δεν εξόφλησε την προαναφερόμενη οφειλή της στο μεσοδιάστημα.

Επειδή δε η εγγυημένη ως άνω απαίτηση απέρρεε από το άνω δάνειο, η ενάγουσα προέβη πριν την υποβολή του αιτήματος κατάπτωσης σε καταγγελία αυτού, λόγω των παραπάνω ληξιπρόθεσμων δόσεων, ώστε συνεπεία της ως άνω καταγγελίας το σύνολο του ως άνω δανείου να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό πριν την υποβολή του αιτήματος κατάπτωσης...

Σημειωτέον ότι σε εκπλήρωση της υποχρέωσής της να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων δόσεων μέσα στο τρίμηνο που ακολούθησε την ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκε ο αναγκαίος αριθμός ληξιπρόθεσμων δόσεων, η δανείστρια Τράπεζα επιδίωξε, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εναγόμενο, τη δικαστική επιδίκαση των οφειλών αυτών και δη με την υπ' αριθμ. ....2015 αίτησή της με την οποία περιόρισε την άνω απαίτησή της στο ποσό των 250.000 ευρώ επιφυλασσόμενη ρητά ως προς την επιδίωξη του υπολοίπου, προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. .../2015 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων με την οποία επιτάχθηκαν η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και οι συνοφειλέτες εγγυητές της να της καταβάλουν το ποσό των 250.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, χωρίς να θεμελιώνεται, πάντως, και υποχρέωσή της να επιδιώξει οπωσδήποτε την αναγκαστική είσπραξη των οφειλών κατόπιν έκδοσης εκτελεστού τίτλου...

Το γεγονός δε ότι η πιστώτρια Τράπεζα προέβη εν προκειμένω σε καταγγελία της συμβάσεως δανείου μετά την συμπλήρωση δύο (2) και όχι τριών (3) ληξιπροθέσμων τοκοχρεωλυτικών δόσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, όπως όριζε η απόφαση του 2009 και η σύμβαση δανείου, το οποίο όμως ουδόλως προτείνεται υπό μορφή ενστάσεως εκ μέρους του εναγομένου ως εγγυητή κατά της ενάγουσας δανείστριας με συγκεκριμένο αίτημα σχετιζόμενο με την εν λόγω αντισυμβατική ενέργεια (άρθρ. 262 ΑΚ), ουδόλως ανατρέπει την εκ της υπερημερίας της πρωτοφειλέτιδας επελθούσα κατάπτωση της εγγύησης σε βάρος του εναγομένου, καθώς, όπως προκύπτει από το κείμενο της αποφάσεως του Υπ.

Οικονομικών για την εγγύηση, το επιτρεπτό της καταγγελίας της συμβάσεως δανείου της πρωτοφειλέτιδας δεν αποτελεί όρο του επιτρεπτού της κατάπτωσης της εγγύησης. Αποδεικνύεται δε περαιτέρω, ότι η ενάγουσα, μαζί με την αίτηση για την κατάπτωση της εγγύησης από το εναγόμενο, υπέβαλε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, τα οποία προσδιορίζονται στη με αριθ. ....2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για τη διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Ειδικότερα υπέβαλε στις 13-1-2015 στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και στην προαναφερόμενη Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού την με αρ. πρ. ... αίτηση με συνημμένα έγγραφα: την επίδικη σύμβαση δανείου, τις εκθέσεις επιδόσεως της καταγγελίας της σύμβασης, το συμβόλαιο παροχής υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και σχετικά πιστοποιητικά του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου, κατάσταση των ακινήτων και βαρών της οφειλέτριας ΑΤΕΒΕ, αναλυτική κατάσταση οφειλής εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο, κατάσταση ανακεφαλαίωσης ανεξόφλητων υπολοίπων (εγγυημένων και μη ποσών), ανάλυση κίνησης του τηρηθέντος λογαριασμού και πίνακας εφαρμοσθέντων επιτοκίων.

Σχεδόν 3 έτη μετά το Γενικό Λογιστήριο απέστειλε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη το με Α.Π. ΟΙΚ ...-2017 έγγραφο, με το οποίο ζήτησε συμπληρωματικά δικαιολογητικά στοιχεία σχετικά με την επίδικη υπόθεση. Τα εν λόγω δικαιολογητικά απεστάλησαν άμεσα από την ενάγουσα ΕΤΕ, όπως αναφέρεται ρητώς στο επόμενο με αρ. πρωτ. ...-2017 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και της αρμόδιας Διεύθυνσης αυτού, και η εν λόγω Υπηρεσία δήλωσε ότι "θα προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων που αιτείται η ενάγουσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 2322/1995 όπως ισχύει".

Με την υποβολή του ως άνω αιτήματος κατάπτωσης εκ μέρους της ενάγουσας και εφόσον πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις από τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις και προσκομίστηκαν τα αναγκαία δικαιολογητικά, όπως διαπιστώθηκε και από την αρμόδια υπηρεσία του εκκαλούντος, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 457.160,39 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας ποσοστού 6% από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης και εν συνεχεία την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε όμοια.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 11 του ν. 2322/1995 καθώς και των υπ' αριθ. ....2009, ....2012 και ...-2006 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δεν κατέβαλε τις δύο πρώτες ληξιπρόθεσμες δόσεις της καταρτισθείσας με την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη - πιστώτρια Τράπεζα σύμβασης δανείου, και η τελευταία, αφού προηγουμένως κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση δανείου, με συνέπεια να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το συνολικό ποσό του δανείου, ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης από το εναγόμενο - αναιρεσείον μόνο μετά την μη καταβολή και της τρίτης ληξιπρόθεσμης δόσης και την παρέλευση τριμήνου.

Συνεπώς το ως άνω αίτημα της ενάγουσας για την κατάπτωση της εγγύησης υποβλήθηκε νομίμως, στην 25η Δ/νση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μετά την παρέλευση του τριμήνου από τη συμπλήρωση του αναγκαίου αριθμού των τριών (3) συνεχόμενων ληξιπρόθεσμων τοκοχρεωλυτικών δόσεων εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, όπως προβλέπεται από τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις, εφόσον η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δεν εξόφλησε την οφειλή της προς την ενάγουσα στο μεσοδιάστημα, το δε γεγονός ότι η ενάγουσα προέβη εν προκειμένω σε καταγγελία της σύμβασης δανείου μετά την συμπλήρωση δύο (2) και όχι τριών (3) ληξιπροθέσμων τοκοχρεωλυτικών δόσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα της ιδίας και κατ' επέκτασιν και του Ελληνικού Δημοσίου έναντι της πρωτοφειλέτριας και των λοιπών εγγυητών του δανείου, ουδόλως ανατρέπει την εκ της υπερημερίας της πρωτοφειλέτιδας επελθούσα, νομίμως, κατά τα προαναφερόμενα, κατάπτωση της εγγύησης σε βάρος του εναγομένου αφού, όπως σαφώς συνάγεται από την ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με βάση την οποία δόθηκε η επίδικη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Η καταγγελία της σύμβασης του δανείου από την δανείστρια αναιρεσίβλητη μετά την καθυστέρηση της καταβολής από την πρωτοφειλέτρια λιγότερων από τρείς δόσεις του δανείου, δεν εμποδίζει την κατάπτωση της εγγύησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον επακολούθησε και η μη καταβολή και άλλων δόσεων, ώστε να συμπληρωθούν τρεις μη καταβληθείσες δόσεις και η πάροδος τριμήνου και συνεπώς η πρόωρη αυτή καταγγελία δεν αποτελεί περιστατικό που επιφέρει την ελευθέρωση του Δημοσίου είτε κατά το άρθρο 11 παρ. 4 Ν. 2322/1995, είτε κατά το άρθρο 862 ΑΚ.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Κατά την ως άνω διάταξη ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, κατά τα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι, δεν αποτελούν έγγραφα, με την έννοια αυτή, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 545/2014), όπως είναι τα διαδικαστικά έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενώπιον πταισματοδίκη ή άλλου αρμόδιου (προ)ανακριτικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης (Α.Π.1217/2018, Α.Π.1953/2017).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια που προεκτέθηκε, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Α.Π.Ολ.2/2008, Α.Π.1953/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και συγκεκριμένα του υπ' αριθ. πρωτ....-2017 εγγράφου της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, παραλείποντας να αναγνώσει την κρίσιμη περικοπή αυτού και συγκεκριμένα την εξής: "...Μετά την αποστολή αυτών (δηλαδή των συμπληρωματικών στοιχείων που η ως άνω Διεύθυνση ζήτησε από την ενάγουσα) και εφόσον έχουν τηρηθεί οι όροι παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου...".

Στην προκείμενη περίπτωση, στο υπ' αριθ. πρωτ....-2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αναγράφονται, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος του, τα εξής "...Γ. Επί του υποβαλλόμενου αιτήματος κατάπτωσης και προκειμένου να ολοκληρωθεί η εξέταση αυτού, η Υπηρεσία μας, με το αριθ.

πρωτ.οικ. ...-2017 έγγραφο, ζήτησε από την ενάγουσα την αποστολή συμπληρωματικών στοιχείων και διευκρινίσεων. Μετά την αποστολή αυτών και εφόσον έχουν τηρηθεί οι όροι παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, η Υπηρεσία μας θα προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων που αιτείται η ενάγουσα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 2322/1995 όπως ισχύει...".

Από την αντιπαραβολή, όμως, του εγγράφου αυτού με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το οποίο δέχεται ειδικότερα, ότι πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις από τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις, για την κατάπτωση της εγγύησης, αφού προσκομίσθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας τα αναγκαία δικαιολογητικά στην αρμόδια Υπηρεσία του Γ.Λ.Κ., ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, ως προς το έγγραφο αυτό, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωσή του, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αντίθετα δε, αφού συνεκτίμησε το περιεχόμενό του, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό, και συνεπώς η αποδιδόμενη εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τα συναγόμενα πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύει τον εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ο οποίος ως εκ τούτου είναι αβάσιμος, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.Δ της 26.6/10.7....4 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισ.Ν.ΑΚ "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α` 65/24-04-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.

Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για:

α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ.1). Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2).

Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος (παρ.3)". Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν.4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (Α.Π.875/2023, Α.Π. 1303/2022).

Η ως άνω ρύθμιση κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη καταλαμβάνει όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 103/2025, ΑΠ 875/2023, ΑΠ 520/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας στις 7-2-2020, δηλαδή μετά την 1-5-2019, την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία πλήττετο η πρωτόδικη απόφαση και κατά το παρεπόμενο κεφάλαιο των τόκων, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 457.160,39 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας ποσοστού 6% από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση και ως προς το (παρεπόμενο) κεφάλαιο των τόκων ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε όμοια.

Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε, ως προς το επιτόκιο υπερημερίας της οφειλής του εναγομένου - Δημοσίου, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και έως την εξόφληση της οφειλής του, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 26-06/10-07-1944, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 του Ν. 4607/2019, η οποία ήταν εφαρμοστέα και συνεπώς εσφαλμένα δεν έκανε δεκτή την έφεση και δεν επεδίκασε τόκους από την 1-5-2019 έως την εξόφληση της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ.1 του Ν. 4607/2019. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ.1 πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω μέρος της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, το οποίο συμβαίνει όταν δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο της απόφασης αυτής διατύπωση του διατακτικού, βάσει της έκτασης της αναίρεσης (ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 252/2017, ΑΠ 353/2015, σχετ. ΟλΑΠ 42/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, το εναγόμενο - αναιρεσείον βαρύνεται μεν με την καταβολή τόκων υπερημερίας επί του ποσού των 457.160,39 ευρώ, που έγινε τελεσιδίκως δεκτό ότι υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, αλλά με το νόμιμο τόκο σε ποσοστό 6% από την επίδοση της αγωγής και μέχρι τις 30.04.2019, ενώ έκτοτε, δηλαδή από την 1η Μαΐου 2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, το κεφάλαιο της οφειλής επιβαρύνεται με το μειωμένο επιτόκιο του Δημοσίου, κατά τις ειδικότερα στο άρθρο 45 παρ.1 του Ν.4607/2019 οριζόμενες προβλέψεις.

Γι' αυτό, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την κατά ένα μέρος αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να δικασθεί κατά το μέρος αυτό, ακολούθως να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη, υπ' αριθ.67/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά το μέρος, που επεδίκασε τόκους με ποσοστό 6%, για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα και συναφώς κατά την διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα, να γίνει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 457.160,39 ευρώ, με το νόμιμο τόκο σε ποσοστό 6% από την επίδοση της αγωγής και μέχρι τις 30-4-2019 και με το ποσοστό επιτοκίου του άρθρου 45 παρ.1 του Ν.4607/2019 από 1-5-2019 και μέχρι την εξόφληση.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και για τους τρείς βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Ν.3693/1957),όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 142/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 12-2-2019 έφεση του αναιρεσείοντος - Ελληνικού Δημοσίου.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ.67/2018 απόφαση (τακτικής διαδικασίας) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 29-8-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς το μέρος αυτό.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το αναιρεσείον - εναγόμενο, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη- ενάγουσα, το επιδικασθέν (με την ως άνω υπ' αριθ. 67/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά το μη αναιρούμενο μέρος) ποσό των τετρακοσίων πενήντα επτά χιλιάδων εκατόν εξήντα ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (457.160,39 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το χρονικό διάστημα έως τις 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον- εναγόμενο στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης- ενάγουσας και των τριών βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ