Legislator Case Law & Legislation
1668/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal withdrawal as ineffective, rejecting appeal arguments as inadmissible.

Case Number 1668/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to withdraw the appeal regarding the twenty-second respondent. The appellant withdrew the appeal via declaration before the oral hearing, but the court ruled this withdrawal ineffective because the appeal was already being heard. Consequently, the court declared the appeal arguments inadmissible and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure: A declaration of withdrawal from an appeal filed before the oral hearing is valid, but if the appeal has already commenced, the withdrawal is ineffective and the appeal stands.

Keywords

AI generated
appeal withdrawal inadmissible appeal oral hearing commencement legal costs Code of Civil Procedure ineffective withdrawal supreme court

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 614 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1668 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1668/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΩΡΥΓΟΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ - ΑΕΔΙΚ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Ρηγάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., … και 26. Α. Χ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε. Από τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, οι με α/α: 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος,6ος, 7ος, 8Α, 8Β, 9ος,10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ος,21ος,23ος,24ος, 25ος παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παπαθεοδωρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 3872/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 22/2017 μη οριστική και 286/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΚΠολΔ 495 παρ. 1), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, επιφέρει δε την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης και στις κατατεθείσες είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις της παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης από 23.06.2020 και με αριθμό κατάθεσης 42/24-06-2020 αίτησης αναίρεσης ως προς τον εικοστό δεύτερο αναιρεσίβλητο Ε. Χ.. Επομένως, η παραίτηση αυτή είναι έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή ως προς αυτόν το ένδικο μέσο της αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

2. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περιπτ. α, 287, 291 παρ 1 και 2 και 292 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντα διαδίκου.

Συνεπώς, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που απεβίωσε, δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, ο σχετικός ισχυρισμός του δε, απορρίπτεται, ως αλυσιτελής, γιατί προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον. Ο ίδιος, όμως, διάδικος, δηλαδή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του, μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης η οποία έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή (θανάτου), θεωρώντας, ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης σε περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το δικαίωμα της αποποίησης.

Και αυτά ανεξάρτητα από το εάν, κατά την κρίση του επισπεύδοντος (προσκαλούντος), ο κληρονόμος του αρχικού αντιδίκου του έχει ή όχι συμφέρον να συνεχίσει τη δίκη, εφόσον γι` αυτό θα αποφανθεί το δικαστήριο, μετά από ακρόαση και του τελευταίου. Η πρόσκληση, εξ άλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 827/2017, ΑΠ 1891/2014, ΑΠ 1420/2005).

3.Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών εκδοθείσα 286/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων, εδώ αναιρεσιβλήτων, (εκτός του εικοστού δευτέρου ως προς τον οποίο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη) κατά της 3872/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την αγωγή τους και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης, εδώ αναιρεσείουσας, να καταβάλει στους ενάγοντες τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως διαφορές αποδοχών τους.

Η αίτηση αυτή παραδεκτώς απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων όγδοου και εικοστού έκτου, αποβιωσάντων διαρκούσης της διαδικασίας και πριν την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης τελούσε σε γνώση του θανάτου των ανωτέρω (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 1965/2017, ΑΠ 17/2008).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο όγδοος αναιρεσίβλητος Β. Ν. του Δ. απεβίωσε στις 25.02.2020 (με αρ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης της ληξιάρχου ΔΕ ...) και κατέλιπε μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους του τη νόμιμη σύζυγό του Τ. Α. Ε. και τα νόμιμα τέκνα του Δ. Ν. και Β. Ν., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του.

Οι ανωτέρω παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που έχει καταχωρηθεί στα ταυτάρυθμα με την παρούσα πρακτικά, δήλωσαν το θάνατο, την επανάληψη και συνέχιση της δίκης από αυτούς (σχ. με αρ. πρωτ.... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., με αρ.1313/2020 πιστοποιητικό μη αποποίησης Ειρηνοδικείου Κορίνθου και με αρ. 2386/25.09.2020 πιστοποιητικό δημοσίευσης διαθήκης Ειρηνοδικείου Κορίνθου).

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο εικοστός έκτος αναιρεσίβλητος Α. Χ. του Γ. απεβίωσε στις 09.08.2017 (με αρ.135/1/2017 απόσπασμα απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης της ληξιάρχου Δ.Ε ...), κατέλιπε εκ διαθήκης κληρονόμους του τη νόμιμη σύζυγό του Π. Χ. και τα νόμιμα τέκνα του Ι.

Χ. και Γ. Χ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του, έχει δε, κατά τα προεκτεθέντα, παρέλθει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης (άρθρα 292 ΚΠολΔ και 1847 περ 1 εδ α' ΑΚ). Ήδη, την πρόοδο της δίκης επισπεύδει η αναιρεσείουσα, αντίδικος του αποβιώσαντος, η οποία επέδωσε στους παραπάνω κληρονόμους του τελευταίου, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και κλήση για παράσταση κατά τη δικάσιμο, η οποία αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ 4983ΣΤ/3-12-2020, 4982ΣΤ/3-12-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Κορίνθου Βασιλικής Καναράκη - Προύντζου και 5948Β/2-2-2020 της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ασπασίας Πάλλα).

Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα η αναιρεσείουσα - εναγομένη επέσπευσε την επανάληψη της δίκης και εμπρόθεσμα προσκάλεσε προς τούτο τους καθολικούς διαδόχους του θανόντος - αρχικά εναγόμενου - αναιρεσίβλητου. Άρα, εφ` όσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την πιο πάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει περαιτέρω, παρά την απουσία τους (άρθρ 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

4. Με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1067/1980 (ΦΕΚ Α' 187) έχει συσταθεί ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου" (Α.Ε.ΔΙ.Κ.), που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί Ανωνύμων Εταιριών, του ιδρυτικού της νόμου και του καταστατικού της και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού των Οικονομικών.

Αποκλειστικός σκοπός της Α.Ε.ΔΙ.Κ. είναι, μεταξύ άλλων, η άσκηση και εκμετάλλευση των Δικαιωμάτων Διώρυγας προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλή και συνεχής λειτουργία αυτής (ν. 1067/1980 άρθρα 1 παρ. 2 και 3 και 2 νόμου αυτού, όπως η παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 2733/1999 (ΦΕΚ Α' 155) και, ακολούθως, αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 2992/2002 (ΦΕΚ Α' 54).

Με την 2/70483/0025/3.12.2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1546/11.12.2002) εγκρίθηκε το καταστατικό της Α.Ε.ΔΙ.Κ. κωδικοποιημένο, το οποίο τροποποιήθηκε και εναρμονίστηκε με τις διατάξεις των νόμων 1067/1980, 2733/1999, 2768/1999, 2992/2002 και 2190/1920 από το Διοικητικό Συμβούλιο της. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του καταστατικού αυτού "Η διάρκεια της εταιρείας είναι αορίστου χρόνου.

Η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του ιδρυτικού της νόμου 1067/1980 (ΦΕΚ 187/18-8-80, Τεύχος Α), τις διατάξεις του νόμου 2733/1999 (ΦΕΚ 155/30-7-99, Τεύχος Α), τις διατάξεις του νόμου 2992/2002 (ΦΕΚ 54/20-3-02, Τεύχος Α), τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/20, το καταστατικό της και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού των Οικονομικών".

Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του άρθρου 15 του καταστατικού αυτού "Εφόσον όλες οι μετοχές ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ο Υπουργός των Οικονομικών δικαιούται να αποφασίζει ως Γενική Συνέλευση, χωρίς τήρηση των διαδικασιών του άρθρου 11 του παρόντος", ενώ κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 19 "Τα κατά τη νομοθεσία του Κωδ.

Νόμου 2190/1920 περί Ανωνύμων Εταιριών και του Ν. 1067/80 περί συστάσεως με το παρόν της Εταιρίας Διώρυγας Κορίνθου δικαιώματα του Δημοσίου ως μετόχου στη Γενική Συνέλευση ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών". Οι τελευταίες αυτές διατάξεις περιέχονται στην παρ. 4 του άρθρου 15 και στο άρθρο 19 του τροποποιημένου καταστατικού της, όπως αυτό έχει ήδη προσαρμοσθεί προς τις διατάξεις του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)" (ΦΕΚ Α' 314) [ανακοίνωση καταχώρισης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της τροποποίησης του καταστατικού της Α.Ε.ΔΙ.Κ. (ΦΕΚ 12222/12.10.2009 τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης)].

Με το άρθρο 10 του Ν. 3142/1955 "Περί Πλοηγικής Υπηρεσίας" (ΦΕΚ 43) ρυθμίστηκαν οι αποδοχές του προσωπικού των Πλοηγικών Σταθμών και ορίστηκε ότι," 1. Αι αποδοχαί των Αρχιπλοηγών ως και του λοιπού εν γένει προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας βαρύνουσιν το Κ.Π.Υ. 2. Ως μηνιαίος μισθός των μεν Αρχιπλοηγών και Πλοηγών ορίζεται ο εκάστοτε ισχύων δια τους Πλοιάρχους των επιβατηγών ατμοπλοίων εσωτερικού αυξημένος κατά 20% των δε Πλοηγών ο δια τους Πλοιάρχους των πλοίων τούτων εκάστοτε ισχύων." ενώ με το άρθρο 18 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι, " 1.

Το προσωπικό του Πλοηγικού Σταθμού Διώρυγας Κορίνθου μισθοδοτείται από την Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου. Οι αποτελούντες αυτό είναι υπάλληλοι της εταιρείας και οι αποδοχες τούτων ρυθμίζονται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Οι παρά τω ως άνω Πλοηγικώ Σταθμώ υπηρετούντες αρχιπλοηγοί καθώς και ο προϊστάμενος της Ναυτικής Υπηρεσίας της Διώρυγας Κορίνθου, εφόσον κέκτηνται δίπλωμα Πλοιάρχου ασφαλίζονται παρά τω ΝΑΤ και τω Τ.Π.Α.Ε.Ν.

κατά τα εν άρθρω 14 του παρόντος οριζόμενα. Πλοηγοί μη κεκτημένοι δίπλωμα πλοιάρχου ασφαλίζονται επικουρικώς παρά τω Τ.Π.Κ.Π-Ε.Ν....3. Τα της λειτουργίας του Πλοηγικού Σταθμού Διώρυγας Κορίνθου καθορίζονται δι` ειδικού κανονισμού καταρτιζομένου υπό της διευθύνσεως της Εταιρείας της Διώρυγας...". Ακολούθησε ο ν. 1395/1983, με το άρθρο 6 παρ. 2 του οποίου αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3142/1955 και ορίσθηκε ότι, "Το προσωπικό του Πλοηγικού Σταθμού Διώρυγας Κορίνθου μισθοδοτείται από την Ανώνυμη Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου.

Οι αποτελούντες αυτό είναι υπάλληλοι της Εταιρείας και οι αποδοχές τους καθορίζονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας καταρτιζόμενες για μεν το ναυτολογημένο προσωπικό κατά τις διατάξεις του ναυτικού δικαίου για δε το λοιπό προσωπικό κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Σε περίπτωση αδυναμίας καταρτίσεως συλλογικής συμβάσεως εργασίας, από έλλειψη συνδικαλιστικής εκπροσωπήσεως του προσωπικού, οι αποδοχές καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των αρμόδιων κατά περίπτωση Υπουργών ύστερα από σχετική πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας Διώρυγας Κορίνθου.

Συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που έχουν καθορίσει διαφορετικές αποδοχές του παραπάνω προσωπικού μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κατισχύουν των διατάξεων του ν. 3142/1955 ". Εξάλλου, με το άρθρο 17 παρ. 4 και 5 του Ν. 2322/1995, με τον τίτλο θέματα Α.Ε. Διώρυγας Κορίνθου, ορίσθηκαν τα ακόλουθα" 4. Οι πλοηγοί του Πλοηγικού Σταθμού Διώρυγας Κορίνθου χαρακτηρίζονται ως πλοηγοί διέλευσης.

Τα υπό του άρθρου 8 του ν. 3142/1955 προβλεπόμενα για το διορισμό πλοηγών προσόντα ισχύουν και για το διορισμό πλοηγών διέλευσης. Κατ` εξαίρεση για τους πλοηγούς διέλευσης απαιτείται υπερτριετής πραγματική θαλάσσια υπηρεσία και όχι υπερδεκαετής. 5. Οι αποδοχές των πλοηγών διέλευσης Διώρυγας Κορίνθου από της εφαρμογής του παρόντος καθορίζονται με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 1395/1983 αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 3/4 των αντίστοιχων αποδοχών των πλοηγών του Λιμένα Πειραιά...".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με τη σύσταση της εταιρείας προς εκμετάλλευση της Διώρυγας Κορίνθου, με την επωνυμία "Διώρυγα Κορίνθου Α.Ε.ΔΙ.Κ.", αρχικά με το ν. 1395/1983 και στη συνέχεια με το ν. 2322/1995, οι αποδοχές των πλοηγών της Διώρυγας Κορίνθου οι οποίοι ονομάσθηκαν" πλοηγοί διέλευσης "αποσυνδέθηκαν από τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας και ρυθμίζονται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του ν. 2322/1995 με συλλογικές συμβάσεις εργασίες, για την πρόσληψή τους όμως ισχύουν τα οριζόμενα για τους πλοηγούς της πλοηγικής υπηρεσίας (ΣτΕ 2860/2016, ΑΠ 968/2013). 5.

Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:

Στο άρθρο 4 ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17", στο δε άρθρο 6 παρ. 1 ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]".

Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", (ΦΕΚ Α 222) στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 12, ορίζει, "12.

Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212). [...].

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του δεύτερου κεφαλαίου του ν. 4024/2011 επιχειρήθηκε το πρώτον η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος.

Με αυτές ρυθμίζεται ενιαία και χωρίς εξαιρέσεις το καθεστώς βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης των μόνιμων και δόκιμων με σύμβαση ΙΔΑΧ υπαλλήλων Δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, επανακαθορίστηκε το σύστημα βαθμολογικής κατάταξης των υπαλλήλων με πρόβλεψη 6 βαθμών (Α.Β.Γ.Δ.Ε.ΣΤ) για τις κατηγορίες (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΠ), ορίζονται τα της βαθμολογικής εξέλιξης κατόπιν αξιολόγησης με ελάχιστο χρόνο παραμονής στο βαθμό, σε σχέση με τη μισθολογική εξέλιξη αυτοί λαμβάνουν το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό, προβλέπονται μισθολογικά κλιμάκια και οι αποδοχές συναρτώνται άμεσα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν και το βαθμό που κατέχουν, η ένταξη σε κατηγορία γίνεται με βάση τον τίτλο σπουδών και η βαθμολογική τους εξέλιξη επηρεάζει τη μισθολογική τους εξέλιξη, η οποία συναρτάται και προς τα μισθολογικά.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις ίσχυσαν αναλογικά από 1-1-2013 και για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ν. 4093/12). Η αναιρεσείουσα εταιρεία που ανήκει στο Ελληνικό δημόσιο απασχολεί, μεταξύ άλλων, στον πλοηγικό σταθμό της προσωπικό που είναι απογεγραμμένοι ναυτικοί, προϋπόθεση για την πρόσληψή του είναι μεταξύ άλλων, ναυτική εμπειρία, κατοχή διπλώματος πλοιάρχου για τους πλοηγούς, οι αποδοχές του ορίζονται από ΣΣΕ και δεν συναρτώνται προς τα εκάστοτε ισχύοντα μισθολογικά κλιμάκια και τους βαθμούς της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας, με βάση τα οποία προσδιορίζεται ο μισθός των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων.

Υπό τα διαλαμβανόμενα τόσο το βαθμολογικό όσο και το μισθολογικό σύστημα του ν. 4024/2011 προσιδιάζει στους υπαλλήλους του δημοσίου και διαφέρει ουσιωδώς από τις ρυθμίσεις για το ναυτικό προσωπικό το οποίο είναι αδιαβάθμητο, τα ειδικά καθήκοντα του ως άνω προσωπικού προσιδιάζουν στην άσκηση ναυτικού επαγγέλματος και ως εκ τούτου η κατηγορία αυτή του προσωπικού της αναιρεσείουσας δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου του ν. 4024/2011.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). 6.Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:

Ότι δυνάμει συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στα Ίσθμια Κορινθίας, μεταξύ ενός εκάστου των εναγόντων απογεγραμμένων ναυτικών με τον νόμιμο εκπρόσωπο είτε της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΩΡΥΓΑΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α Ε." (Α.Ε.ΔΙ.Κ), που έχει αποκλειστικό σκοπό την άσκηση και εκμετάλλευση των δικαιωμάτων της εν λόγω Διώρυγας και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από τις διατάξεις του ιδρυτικού της ν. 1067/1980, του ν. 2733/1999, του ν. 2992/2002, του νόμου περί ανωνύμων εταιρειών και το καταστατικό της, ενώ τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού των Οικονομικών, είτε της παραχωρησιούχου των εν λόγω δικαιωμάτων, κατά το αντίστοιχο διάστημα, ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ", ναυτολογήθηκαν με την αναφερόμενη κατωτέρω ειδικότητα έκαστος τούτων και απασχολήθηκαν κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα στα ρυμουλκά πλοία και πλοηγίδες της, αντί του προβλεπομένου από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μηνιαίου μισθού και τις ειδικότητες.

Ότι κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα ναυτολόγησής τους, τις πάσης φύσεως αποδοχές τούτων ρύθμιζε αρχικά η από 10.9.1998 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού Ναυτικής Υπηρεσίας της Ανωνύμου Εταιρείας Διώρυγος Κορίνθου και μεταγενέστερα η από 16.9.2008 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ", στην οποία είχαν παραχωρηθεί τότε από την εναγομένη, δυνάμει της από 18.5.2001 συμβάσεως παραχωρήσεως, που καταγγέλθηκε στις 23.12.2009, τα δικαιώματα της διώρυγας, εξακολούθησαν δε οι καθοριζόμενες με τις, ως άνω, ΣΣΕ αποδοχές να ισχύουν και μετά την τυπική λήξη της διάρκειας ισχύος τούτων, εφόσον αποτέλεσαν συμβατικούς όρους, κατά τα συνομολογηθέντα στις οικείες εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων και ανέρχονταν κατά την 1.1.2011 στο αναφερόμενο για καθένα ποσό, έκτοτε δε μειώθηκαν μονομερώς από την εναγομένη στα εκτιθέμενα ποσά αντιστοίχως, στο πλαίσιο δημοσιονομικής προσαρμογής με την περικοπή των μισθολογικών παροχών των εργαζομένων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3899/2010.

Ότι πέραν των ανωτέρω περικοπών των αποδοχών των εναγόντων, η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία από 1-1-2013 σύμφωνα με την παράγραφο ΓΙ της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012, εφάρμοσε σε όλο το προσωπικό της το ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 χωρίς να εξαιρέσει καμία κατηγορία υπαλλήλων της, δηλαδή τόσο στο διοικητικό υπαλληλικό προσωπικό, έχοντας την διαβάθμιση και τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, όσο και το προσωπικό του πλοηγικού της σταθμού, άλλως του ναυτικού προσωπικού, ήτοι των πλοηγών, κυβερνητών, μηχανικών ρυμουλκού, ναυτών, ναυτοπαίδων κ.αλ., κατ' εφαρμογή των οποίων επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές του.

Ότι η εναγομένη Ανώνυμη Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου, η οποία με το άρθρο 1 του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις", το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 20 ν. 3429/2005, είχε ρητά υπαχθεί στις δημόσιες επιχειρήσεις, που διέπονταν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, πλέον θεωρείται δημόσια επιχείρηση και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)", συνεπεία της άσκησης αποφασιστικής επιρροής από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της καθολικής συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο, εφόσον όλες οι μετοχές της ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 15 παρ. 4 Καταστατικού της) και, ως εκ τούτου, υπόκειται στις ρυθμίσεις των προαναφερθέντων διατάξεων του Δευτέρου Κεφαλαίου του ν. 4024/2011, αναφορικά με το σύστημα μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων του άρθρου 4 τούτου, τις μηνιαίες αποδοχές εκάστου μισθολογικού κλιμακίου και τις "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" του άρθρου 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, καθώς επίσης της υποπαραγράφου ΓΙ του άρθρου πρώτου, περίπτωσης 12, του ν. 4093/2012.

Ότι, όμως, το μισθολογικό σύστημα των εναγόντων ναυτικών,που υπηρετούν στον πλοηγικό σταθμό της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και εν γένει του προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας, αποτελεί ήδη υπό την προϊσχύσασα νομοθεσία, ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς στο πλαίσιο οργάνωσης του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθόσον υπό την ισχύ του ν. 3142/1955 οι αποδοχές των πλοηγών της Διώρυγας Κορίνθου καθορίζονταν σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας, ενώ στη συνέχεια, με τη σύσταση της εναγομένης εταιρείας προς εκμετάλλευση της Διώρυγας Κορίνθου, αρχικά με το ν. 1395/1983 και στη συνέχεια με το ν. 2322/1995, οι αποδοχές των πλοηγών της Διώρυγας Κορίνθου, οι οποίοι ονομάσθηκαν "πλοηγοί διέλευσης", αποσυνδέθηκαν από τις αποδοχές των πλοηγών της Πλοηγικής Υπηρεσίας, οι οποίοι θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι και ρυθμίζονται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 του ν. 2322/1995 με συλλογικές συμβάσεις εργασίες καταρτιζόμενες κατά τις διατάξεις του ναυτικού δικαίου.

Ότι τόσο τα προσόντα διορισμού των πλοηγών της Διώρυγας Κορίνθου, που είναι τα προβλεπόμενα (άρθρο 8 ν. 3142/1955) για το διορισμό πλοηγών Πλοηγικής Υπηρεσίας, με εξαίρεση την υπερτριετή θαλάσσια υπηρεσία που προϋποθέτουν και πιστοποιούν ναυτικές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες, όσο και τα καθήκοντα τους, προσιδιάζουν στην άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, παρά στα καθήκοντα των διοικητικών υπαλλήλων.

Ότι οι αποδοχές των πλοηγών διέλευσης Διώρυγας Κορίνθου καθορίζονται με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 1395/1983, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 3/4 των αντίστοιχων αποδοχών των πλοηγών του Λιμένα Πειραιά (άρθρο 17 παρ.5 ν.2322/1995), ήτοι ρυθμίζονται σε σχέση με εκείνες του ναυτικού προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας, οι οποίες καθορίζονται βάσει των αντίστοιχων αποδοχών των πληρωμάτων των ελληνικών επιβατικών πλοίων εσωτερικού, όπως αυτές διαμορφώνονται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών Σ.Σ.Ν.Ε.

και δεν συναρτώνται προς τα ισχύοντα μισθολογικά κλιμάκια και τους βαθμούς της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας, με βάση τα οποία προσδιορίζεται ο μισθός των διοικητικών δημοσίων υπαλλήλων. Ότι το ναυτικό προσωπικό της εναγομένης, όπου ανήκουν οι ενάγοντες-εκκαλούντες, τελεί σε διαφορετικό ασφαλιστικό καθεστώς υπαγόμενο στην ασφάλιση του Ν.Α.Τ για την χορήγηση κύριας σύνταξης και του Κ.Ε.Α.Ν.

για την χορήγηση επικουρικής σύνταξης, οι δε ασφαλιστικές τους εισφορές είναι ανάλογες αυτών των ρυμουλκών λιμένος εσωτερικού. Ότι το εν λόγω προσωπικό, δεν συμπεριλήφθηκε στις κατηγορίες εκείνες των υπαλλήλων, για τις οποίες έγινε ειδική μνεία υπαγωγής τους στο πεδίο εφαρμογής του ν.4024/2011 ενόψει των ιδιαιτεροτήτων τους (εκπαιδευτικοί, υπάλληλοι γραμματείας Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, υπάλληλοι της Βουλής, θρησκευτικοί λειτουργοί κ.λπ.).

Ότι ενόψει των προαναφερθέντων, το μισθολογικό σύστημα του ν.4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, προσιδιάζει στους διοικητικούς υπαλλήλους της εναγομένης δημόσιας επιχείρησης, ενώ διαφέρει ουσιωδώς από τις ρυθμίσεις της ειδικής νομοθεσίας για το ναυτικό προσωπικό της, που υπάγεται σε εντελώς διαφορετικό νομικό καθεστώς, ως προς την ρύθμιση των όρων εργασίας του, καθώς επίσης την μισθολογική και υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξή του.

Ότι οι ειδικές διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, που ρυθμίζουν τις αποδοχές του ναυτικού προσωπικού του πλοηγικού σταθμού της Διώρυγας Κορίνθου, εξακολουθούν να ισχύουν και δεν καταργήθηκαν από τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου των νόμων 4024/2011 και 4093/2012, καθόσον οι αποδοχές του ως άνω προσωπικού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τούτων.

Ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, προβαίνοντας σε περικοπή αποδοχών των εναγόντων κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ανωτέρω νόμων, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ισόνομη ρύθμιση των ομοίων, που κυρώθηκε με το ν.945/1979, άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ν.δ. 53/1974), άρθρου 4 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, για το δικαίωμα για δίκαιη αμοιβή, που κυρώθηκε με τον ν. 1426/1984, άρθρου 7, α, I του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985 και άρθρων 2 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997.

Άλλωστε, κατά τα ρηθέντα στην μείζονα σκέψη, οι αποδοχές του ναυτικού προσωπικού της Πλοηγικής Υπηρεσίας, εξαιρέθηκαν ομοίως από τις διατάξεις του ν. 3833/2010 και του ν. 4024/2011, ένεκα του ειδικού μισθολογικού καθεστώτος, που την διέπει (αιτιολογική έκθεση ν. 4024/2011), παρά το ότι οι υπάλληλοι της θεωρούνται εκ του νόμου δημόσιοι υπάλληλοι και συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου, για τον λόγο ότι η λειτουργία της υπηρεσίας αυτής και τα ειδικά καθήκοντα του προσωπικού της, δεν προσιδιάζουν με εκείνα των διοικητικών υπαλλήλων, αλλά των ναυτικών.

Ότι επιπρόσθετα διαπιστώνεται αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται και για τον λόγο αυτό η εξαίρεση του ναυτικού προσωπικού της εναγομένης από το ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4024/2011, εφόσον συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της παροχής ναυτικής εργασίας υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες και όχι διοικητικής υπηρεσίας και δεν διαπιστώνεται η συνδρομή λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, που να το απαγορεύουν.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατά παραδοχή λόγου έφεσης των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον καθένα ενάγοντα τα εκεί χρηματικά ποσά μειώσεων που προέκυψαν από την εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου.

Με τις ανωτέρω αιτιολογίες και επιχειρήματα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατ' αρχήν εμπίπτει στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων ως εταιρεία του Ελληνικού δημοσίου, όμως ειδικώς το ναυτολογημένο προσωπικό του πλοηγικού σταθμού αυτής αποτελεί διαφορετική, διακριτή κατηγορία εργαζομένων, εφόσον υπηρετεί στα ρυμουλκά και λοιπά πλωτά μέσα της, υπό ναυτική ειδικότητα, βάσει της ναυτικής ικανότητας και εμπειρίας του και υπό τους όρους εργασίας και αμοιβής, που καθορίζονται από την εκάστοτε συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας, συνιστά ειδική κατηγορία εργαζομένων και δεν καταλαμβάνεται για τη μισθολογική και βαθμολογική του εξέλιξη από τις διατάξεις του ν. 4024/2011 ώστε να εμπίπτει στις ρυθμίσεις των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου.

Περαιτέρω, έκρινε και ότι οι προκύπτουσες μειώσεις των αποδοχών κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ισόνομη ρύθμιση των ομοίων, που κυρώθηκε με το ν.945/1979, άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ν.δ. 53/1974), έτι δε περαιτέρω ότι τα αιτούμενα χρηματικά ποσά δικαιούται το ναυτολογημένο προσωπικό κατ' εφαρμογή της αρχής ίσης μεταχείρισης με τις αμοιβές του ναυτολογημένου προσωπικού της πλοηγικής υπηρεσίας. 7.Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 4024/2011, της παρ.

Γ υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 12 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012,του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος και με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως από τον αρ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το μέρος που κρίνει αντισυνταγματικές τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και κατά το μέρος που δέχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας...

Όμως, με τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις, το δικαστήριο της ουσίας προσηκόντως ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 4024/2011, της παρ. Γ υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 12 του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 και δεν παραβίασε αυτές με τη μη εφαρμογή τους. Τούτο διότι ναι μεν η αναιρεσείουσα ως εταιρεία του Ελληνικού Δημοσίου υπήχθη από 1-1-2013 ως προς το μισθολογικό και βαθμολογικό καθεστώς του προσωπικού της στις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.4024/2011 ενιαίου μισθολογίου οι ρυθμίσεις όμως αυτές δεν καταλαμβάνουν και το ναυτολογημένο προσωπικό του πλοηγικού σταθμού αυτής το οποίο αποτελεί διαφορετική, διακριτή κατηγορία εργαζομένων, εφόσον υπηρετεί στα ρυμουλκά και λοιπά πλωτά μέσα της, υπό ναυτική ειδικότητα, βάσει της ναυτικής ικανότητας και εμπειρίας του και υπό τους όρους εργασίας και αμοιβής, που καθορίζονται από την εκάστοτε συλλογική σύμβαση, είναι ασφαλισμένοι στο ΝΑΤ που αποτελούν ειδική κατηγορία προσωπικού κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω με αρ.4 και 5 της παρούσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποδίδεται παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με τη η εφαρμογή τους, είναι αβάσιμος.

8. Περαιτέρω, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο η περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, όταν απευθύνεται κατά λοιπών αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 182/2016, ΑΠ 729/2015).Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αιτιολογίες της οποίας παρατίθενται ανωτέρω στον αριθμό 6 της παρούσας, η κύρια αιτιολογία αυτής περί μη εφαρμογής των ανωτέρω περί ενιαίου μισθολογίου διατάξεων στο ναυτολογημένο προσωπικό αυτής ως ειδικής κατηγορίας προσωπικού ναυτικής εργασίας στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ύστερα από την απόρριψη ως αβασίμου του κατ' αυτής στρεφόμενου λόγου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Παρέπεται, ως εκ τούτου, ότι οι λόγοι της αιτήσεως πρώτος, κατά τα λοιπά μέρη αυτού, και δεύτερος, με τους οποίους πλήττονται οι επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της ισότητας, είναι αλυσιτελείς, δεδομένου ότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην ανωτέρω, μη πληττόμενη τελεσφόρως, κύρια αιτιολογία αυτής.

Επομένως οι λόγοι της αιτήσεως πρώτος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος αυτού, και δεύτερος, αντιστοίχως από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.

9.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2). Τέλος, το κατατεθέν από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως παράβολο ύψους 450 ευρώ (Κωδικός πληρωμής 33684383495008170059), που επισυνάπτεται στην αίτηση πρέπει να αποδοθεί στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα διότι αυτή δεν υπείχε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την ένδικη εργατική διαφορά. (ΚΠολΔ 614 αρ. 3, 495 αρ. 3 ), το οποίο είναι αποδοτέο ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 2/2015, 3 και 4/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 23.06.2000 και με αριθμό κατάθεσης 42/24-06-2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΩΡΥΓΟΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ-ΑΕΔΙΚ " για αναίρεση της 286/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τον εικοστό δεύτερο αναιρεσίβλητο Ε. Χ..

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-06-2020 αίτηση περί αναιρέσεως της 286/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου, εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.-

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ