1668/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό την επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων διαπιστώνεται ότι η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από από 29-9-2017 αίτησης αναίρεσης και των συνεκδικαστέων με αυτή από 2-2-2018 πρόσθετων λόγων αναίρεσης -10- συνολικά αναιρεσειουσών κατά της με αριθμό 3012/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21ης Φεβρουαρίου 2017, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (6-3-2018), έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των ως άνω, αναιρεσειουσών όπως προκύπτει από την με αριθμό ..01/2018/2-2-2018 έκθεση επίδοσης αυτών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, την οποία συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ.
Legislator headnote
AI generated1668/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ. και επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενες αναιρεσείουσες. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, άπασες οι αναιρεσείουσες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευαγ. Μπέη με δήλωση του τελευταίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1668 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1668/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Γ., 3) Π. Κ. του Ε.,4) Ι. Κ. του Κ., 5) Ε. Λ. του Ι., 6) Δ. Σ. του Α., 7) Σ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., 8) Ε. Β. του Σ., κατοίκου ..., 9) Λ. Δ. του Ν. και 10) Ε. Γ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελική Αναστοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1316/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3012/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-9-2017 αίτησή τους και τους από 2-2-2018 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων διαπιστώνεται ότι η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από από 29-9-2017 αίτησης αναίρεσης και των συνεκδικαστέων με αυτή από 2-2-2018 πρόσθετων λόγων αναίρεσης -10- συνολικά αναιρεσειουσών κατά της με αριθμό 3012/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21ης Φεβρουαρίου 2017, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (6-3-2018), έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των ως άνω, αναιρεσειουσών όπως προκύπτει από την με αριθμό ..01/2018/2-2-2018 έκθεση επίδοσης αυτών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, την οποία συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ.
Δ. και επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενες αναιρεσείουσες. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, άπασες οι αναιρεσείουσες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευαγ. Μπέη με δήλωση του τελευταίου.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από τις αναιρεσείουσες Ε. Λ. του Ι.. (5η), και Δ. Σ. του Α. (6η), ούτε αποδεικνύεται ότι ο ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και από αυτές, αφού δεν προσκομίζονται συμβολαιογραφικά πληρεξούσια ή ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή κατ αρθ 96 παρ 3 ΚΠολΔ από τις προαναφερθείσες διαδίκους.
Κατά συνέπεια ακύρως αυτές επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ενώ λόγω της μη προσήκουσας παράστασης αυτών κατά τη συζήτηση, αυτές θεωρούνται δικονομικά απούσες. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους Ελληνικού Δημοσίου κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτές κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο.
Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσείουσες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτές, οι οποίες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τις λοιπές αναιρεσείουσες και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτές, ενώ για τις παριστάμενες προσηκόντως λοιπές αναιρεσείουσες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ( αρθ 576 παρ 1,2,3, 94 παρ1, 104 ΚΠολΔ).
2. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγoυσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 29-9-2010 αγωγή (αριθ καταθ. 170128/2010) με την οποία ισχυρίστηκαν ότι, υπό το πρόσχημα σύμβασης μαθητείες για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, προσλήφθηκαν από τους εναγόμενους, για να προσφέρουν την εργασία τους σε διάφορες υπηρεσίες αυτού, σε εκτέλεση του εκεί αναφερόμενου εργασιακού προγράμματος ΟΑΕΔ και ότι απασχολήθηκαν αρχικά για 18 μήνες και, στην συνέχεια για άλλους 18 μήνες, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.
Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά για να απασχοληθούν με σύμβαση αορίστου χρόνου, με πλήρες ωράριο, όπως οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, δεδομένου ότι εργάζονταν υπό καθεστώς προσωπικής και νομικής εξάρτησης καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εναγομένων.
Ότι, άλλως, πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι, άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας είναι άκυρες, συνδέονται με τους εναγόμενους με απλή σχέση εργασίας. Ότι οι αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο μηνιαίες αποδοχές τους ήσαν μικρότερες των αναφερόμενων αποδοχών που λάμβαναν οι τακτικοί υπάλληλοι.
Ότι οι εναγόμενοι κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους έπαυσαν να αποδέχονται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και με τον τρόπο αυτό κατήγγειλαν τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς τήρηση του έγγραφου τύπου και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Ζήτησαν δε, όπως παραδεκτά μετέτρεψαν το αίτημα της αγωγής α) να αναγνωριστεί ότι με τους εναγόμενους συνδέονταν από την αρχή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί ότι η παύση αποδοχής των υπηρεσιών τους από τους εναγόμενους συνιστά άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι στο μέλλον να αποδέχονται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους με απαγγελία χρηματικής ποινής, δ) άλλως, επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι παρείχαν εργασία με άκυρη σύμβαση, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά ως νόμιμη αποζημίωση λόγω καταγγελίας ε) άλλως και όλως επικουρικώς, να αναγνωριστεί ότι με τους εναγόμενους συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται κατά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών και για δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας , κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή, άλλως και όλως επικουρικά σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μεταξύ αυτών και των εναγομένων υφίσταται απλή σχέση εργασίας, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται στην καταβολή των ως άνω ποσών κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. 3.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1316/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή τόσο κατά την κυρία βάση της, όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις. Ειδικότερα ως προς την κύρια βάση με την αιτιολογία ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 2112/1920, ούτε η οδηγία 1999/70/ΕΚ, ούτε τα άρθρα 5 και 11 του π.δ 164/ 2004 και οι συμβάσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, σχετικά με τις επικουρικές βάσεις από τα αρθ 914 και 904 ΑΚ η αγωγή απορρίφθηκε γιατί και αληθή υποτιθέμενα τα στην αγωγή εκτιθέμενα δεν πληρούν τη νομοτυπική μορφή των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ, οι δε διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, οι οποίες είναι επιβοηθητικές, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση γίνεται επίκληση έγκυρης γνήσιας σύμβασης μαθητείας.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγουσες. Επί της εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία έγινε δεκτό ότι ορθώς είχε απορριφθεί η αγωγή κατά τις άνω αναφερθείσες βάσεις της ως μη νόμιμη και επικυρώθηκε ως προς αυτές η πρωτοβάθμια απόφαση. Ως προς την επικουρική βάση, όμως, που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με την οποία οι ενάγουσες ισχυρίζονταν ότι, σε περίπτωση που είναι άκυρες οι συμβάσεις τους ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, λειτούργησε ως απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας και όχι ως σύμβαση μαθητείας, με συνέπεια δικαιούται κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας διαφορές αποδοχών, αποζημίωση λόγω απόλυσης, καθώς και δώρα εορτών και επίδομα αδείας, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη.
Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης, το Μονομελές Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς τη βάση αυτή, ως προς την οποία στη συνέχεια δίκασε την αγωγή και με την προσβαλλομένη 3012/2016 απόφασή του την απέρριψε από ουσιαστική άποψη, δεχόμενο ότι η σύμβαση, που στην πραγματικότητα συνέδεε τις ενάγουσες με το εναγόμενο, ήταν γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγουσες άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και, επί πλέον, όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της, με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείες προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση, ανεξάρτητα προς το αν ο μαθητευόμενος, παρεμπιπτόντως, παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Όλες οι ενάγουσες, πλην της όγδοης που είναι πτυχιούχος ΠΕ, είναι πτυχιούχες ΔΕ. Αυτές κατάρτισαν μετά των εναγομένων συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος STAGE, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Το πρώτο συμφωνητικό της πρώτης ενάγουσας καταρτίσθηκε την 29.3.2007 με χρόνο ενάρξεως την 15.5.2007 και λήξεως την 14.11.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε την 9.12.2008 με χρόνο ενάρξεως την 2.1.2009 και λήξεως την 1.7.2010, το πρώτο συμφωνητικό της δεύτερης ενάγουσας καταρτίσθηκε την 30.6.2006 με χρόνο ενάρξεως στις 22.1.2007 και λήξεως στις 21.9.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε την 16.12.2008 με χρόνο ενάρξεως την 19.1.2009 και λήξεως την 18.7.2010, το πρώτο συμφωνητικό της τρίτης ενάγουσας καταρτίσθηκε την 29.3.2007 με χρόνο ενάρξεως την 1.6.2007 και λήξεως την 30.11.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε την 2.2.2009 με χρόνο ενάρξεως την 16.2.2009 και λήξεως την 16.8.2010, το πρώτο συμφωνητικό της τέταρτης ενάγουσας καταρτίσθηκε την 21.6.2007 με χρόνο ενάρξεως την 29-6-2007 και λήξεως την 29.12.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε στις 4.2.2009 με χρόνο ενάρξεως την 7-2-2009 και λήξεως την 17.8.2010, το πρώτο συμφωνητικό της έβδομης ενάγουσας
καταρτίσθηκε την 30.11.2006 με χρόνο ενάρξεως την 1-2-2007 και λήξεως την 1.8.2008, της οποίας η λήξη μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι την 30.10.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε την 7.1.2009 με χρόνο ενάρξεως την 26.1.2009 και λήξεως την 26.7.2010, το πρώτο συμφωνητικό της όγδοης ενάγουσας (ως απόφοιτος ΔΕ) καταρτίσθηκε την 21.2.2007 με χρόνο ενάρξεως την 13-3-2007 και λήξεως την 12.9.2008, της οποίας η λήξη μαζί με τις άδειες παρατάθηκε μέχρι την 7.11.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας (ως πτυχιούχος ΠΕ) καταρτίστηκε την 8.12.2008 με χρόνο ενάρξεως την 5.1.2009 και λήξεως την 5.7.2010, το πρώτο συμφωνητικό της ένατης ενάγουσας καταρτίσθηκε την 29.12.2006 με χρόνο ενάρξεως στις 18.1.2007 και λήξεως την 17.7.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε την 17.12.2008 με χρόνο ενάρξεως την 5.1.2009 και λήξεως την 5.7.2010 και το πρώτο συμφωνητικό της δέκατης ενάγουσας καταρτίσθηκε την 29.12.2006 με χρόνο ενάρξεως στις 26.1.2007 και λήξεως την 26.7.2008, ενώ το δεύτερο συμφωνητικό της ιδίας ενάγουσας καταρτίστηκε την 23.2.2009 με χρόνο ενάρξεως την 17.3.2009 και λήξεως την 16.9.2010.
Οι ως άνω ενάγουσες τοποθετήθηκαν στο δεύτερο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, ως φορέα υλοποίησης και συγκεκριμένα στις υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις 7 ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, με μικτό ημερομίσθιο 25 ευρώ, πλην της όγδοης ενάγουσας η οποία κατά τη διάρκεια του 2ου συμφωνητικού λάμβανε μικτό ημερομίσθιο 30 ευρώ, και ειδικότερα:
η πρώτη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, στο Ειρηνοδικείο Γουμένισσας Κιλκίς ως υπάλληλος γραφείου με αντικείμενο εργασιών την γραμματειακή υποστήριξη, η δεύτερη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, στο Πρωτοδικείο Κιλκίς ως υπάλληλος γραφείου με αντικείμενο εργασιών την καθαρογραφή πολιτικών αποφάσεων, την αρχειοθέτηση των αποφάσεων, τη κίνηση του αρχείου, τη συμπλήρωση καρτελών πολιτικών αποφάσεων, τη συμπλήρωση στατιστικών δελτίων ποινικών υποθέσεων, την αποστολή - παραλαβή αλληλογραφίας, την έκδοση φωτοαντιγράφων πολιτικών - ποινικών αποφάσεων, η τρίτη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, στο Ειρηνοδικείο Κιλκίς ως υπάλληλος γραφείου τόσο στο πολιτικό όσο και στο ποινικό τμήμα αυτού με αντικείμενο εργασιών την αρχειοθέτηση, την καθαρογραφή αποφάσεων, την αλληλογραφία και το πρωτόκολλο και επιπλέον κατά τη διάρκεια του δεύτερου συμφωνητικού την καταχώριση των στοιχείων σε βιβλία, η τέταρτη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, στο Ειρηνοδικείο Κιλκίς ως υπάλληλος γραφείου τόσο στο πολιτικό όσο και στο ποινικό τμήμα αυτού με αντικείμενο εργασιών την αρχειοθέτηση, την καθαρογραφή αποφάσεων, την καταχώριση των στοιχείων σε βιβλία, το πρωτόκολλο και την αλληλογραφία και επιπλέον κατά τη διάρκεια του δεύτερου συμφωνητικού την δημοσίευση αποφάσεων, η έβδομη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, στην Εισαγγελία του Πρωτοδικείου Κιλκίς με αντικείμενο εργασιών κατά τη διάρκεια του 1ου συμφωνητικού την καθαρογραφή κατηγορητηρίων Μονομελούς, ταχυδρομείο και αρχειοθέτηση αρχείου και κατά τη διάρκεια του 2ου συμφωνητικού την καθαρογραφή των κατηγορητηρίων και κλήσεων Μονομελούς, η όγδοη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, στην κεντρική αποθήκη υλικού φυλακών Κορυδαλλού (Κ.Α.Υ.Φ.), κατά τη διάρκεια του 1ου συμφωνητικού στη γραμματεία και στο λογιστήριο αυτής, με αντικείμενο εργασιών την γραμματειακή υποστήριξη, και κατά τη διάρκεια του 2ου συμφωνητικού στο λογιστήριο αυτής με αντικείμενο εργασιών διοικητικό-λογιστικό, η ένατη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, στο Κατάστημα Κράτησης Ελαιώνα Θηβών στην Γραμματεία αυτού με αντικείμενο εργασιών πρωτόκολλο, αλληλογραφία, αρχείο, και η δέκατη ενάγουσα, καθ'όλη τη διάρκεια των δύο συμφωνητικών, στο Κατάστημα Κράτησης Ελαιώνα Θηβών στο λογιστήριο αυτού με αντικείμενο εργασιών κατά τη διάρκεια του 1ου συμφωνητικού την αρτοτροφοδοσία των κρατουμένων και κατά τη διάρκεια του 2ου συμφωνητικού το χρηματικό των κρατουμένων και τις κρατικές πιστώσεις.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθ'όλη τη διάρκεια των προαναφερομένων συμφωνητικών επιδιώχθηκε η διά της απασχόλησής τους απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και μόνον, αφού οι ενάγουσες εργάστηκαν σε διάφορα τμήματα με αντικείμενο εργασίας, το οποίο εναλλασσόταν συνεχώς, παρείχαν τις υπηρεσίες τους επί 7 ώρες ημερησίως, εν αντιθέσει με τους δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι παρείχαν την εργασία τους επί 8 ώρες ημερησίως, δεν είχαν το δικαίωμα υπογραφής, όπως είχαν οι δικαστικοί υπάλληλοι, δεν ευθύνονταν για τυχόν λάθη ή παραλείψεις για τα οποία την ευθύνη έφερε ακέραια ο τακτικός υπάλληλος που είχε ορισθεί για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάρτισης των εναγουσών, επιπλέον δε οι πρώτες επτά ενάγουσες δεν είχαν το δικαίωμα να είναι μέλη της σύνθεσης των δικαστηρίων, ως είχαν οι δικαστικοί υπάλληλοι.
Επομένως η σχέση που συνέδεε τις ενάγουσες με τους εναγόμενους ήταν σύμβαση μαθητείας και όχι σχέση εργασίας, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, και δεν λειτούργησε ως σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ώστε να δικαιούνται οι ενάγουσες, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να λαμβάνουν την αμοιβή που θα λάμβαναν άλλοι, αντί αυτών ασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, το δε δεύτερο εναγόμενο δεν αποκόμισε κάποια ωφέλεια αφού όλη η ανατεθείσα στις ενάγουσες εργασία ελεγχόταν από τους μόνιμους υπαλλήλους του, οι οποίοι είχαν ορισθεί για την παρακολούθηση της κατάρτισης των εναγουσών και οι οποίοι, ως προαναφέρθηκε, έφεραν ακέραια την ευθύνη για τυχόν λάθη ή παραλείψεις.
Μετά τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε από ουσιαστική άποψη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμού, την οποία είχε κατά τα άνω αναφερθέντα κρίνει νόμιμη κατά τη βάση της αυτή και είχε εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το σκέλος της αυτό κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης.
5. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ορθώς υπήγαγε τις ως άνω, αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του ως προς τις συνθήκες πρόσληψης και απασχόλησης των εναγουσών στις προαναφερθείσες υπηρεσίες του εναγομένου, στη νομική έννοια της γνήσιας σύμβασης μαθητείας, στην οποία δεν δημιουργούνται υπέρ των μαθητευόμενων αξιώσεις ούτε από την εργατική νομοθεσία ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, οι ενάγουσες, ως άνεργες και ακατάρτιστες, είχαν συνάψει με τους εναγόμενους, στο πλαίσιο ενός νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε για ολόκληρη την Επικράτεια, σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας. Η εμπειρία αυτή επρόκειτο να αποκτηθεί στο αντικείμενο παροχής γραμματειακής υποστήριξης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου οποιαδήποτε πρόσληψη προσωπικού χωρίς την τήρηση νόμιμης διαδικασίας ήταν απαγορευμένη.
Η απόκτηση της εμπειρίας αναμένονταν να επέλθει με την παροχή εργασίας στις υπηρεσίες των δικαστηρίων, χωρίς, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ιδιαίτερη νομική εξάρτηση από το φορέα ενασχόλησης, με μειωμένο ωράριο και με μειωμένες αποδοχές, μέσα σε χρονικώς περιορισμένα πλαίσια, χωρίς ευθύνες για τυχόν λάθη, χωρίς συμμετοχή στην σύνθεση των δικαστηρίων.
Όλα αυτά προσιδιάζουν, όπως ορθά δέχτηκε το εφετείο, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και όχι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας από μαθητευόμενο. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως και ο πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο κατ'εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων έκρινε ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ακολούθως απέρριψε ως μη νόμιμα τα αγωγικά αιτήματα για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών και για αποζημιώσεις απόλυσης είναι αβάσιμοι.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν δυσχερής και έχει οδηγήσει σε νομολογιακές διακυμάνσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τις αναιρεσείουσες Ε. Λ. του Ι.. (5η), και Δ. Σ. του Α.. (6η).
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς αυτές.
Απορρίπτει την από 29-9-2017 αίτηση και τους από 2-2-2018 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 3012/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ