Legislator Case Law & Legislation
1668/2017 AI generated

1668/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1668/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1668/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1668 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1668/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ζ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Λ. Χ., χας Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Πηνελόπη Λιακόγκονα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 506/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 17-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 170/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά παραδοχή των δεύτερου και τέταρτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Tο ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το όρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή.

Περαιτέρω, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., καθ' όσον απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Αλυσιτελείς είναι επίσης και οι λόγοι που πλήττουν αιτιολογίες πλεοναστικές. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση και ασκηθέντες με ιδιαίτερα δικόγραφα πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 506/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποίο έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης και αυτός υποχρεώθηκε να της καταβάλει για οφειλόμενα μισθώματα το ποσό των 3.950 ευρώ και να της αποδώσει το αναφερόμενο σ' αυτή μίσθιο.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε στο δικόγραφο αυτής, ότι με το από 31-12-2011 ιδιωτικό μίσθωσης εκμίσθωσε στον εναγόμενο το περιγραφόμενο στην αγωγή μίσθιο κατάστημα. Ότι το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 800 ευρώ για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, πληρωτέο το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός, με τον έκτο δε όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτής υποχρεούται στην καταβολή του τέλους χαρτοσήμου.

Ότι ο εναγόμενος, αν και παρέλαβε τη χρήση του μισθίου και το χρησιμοποιεί ελεύθερα και ακώλυτα, καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων Ιανουαρίου 2012 έως και Δεκεμβρίου 2013, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, συνολικού ποσού 19.891,20 ευρώ. Ότι, τέλος, για το λόγο αυτό η ενάγουσα καταγγέλλει με την αγωγή τη μίσθωση κατ' άρθρο 597 Α.Κ.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, περιέχουσα με πληρότητα όλα τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 597 Α.Κ. στοιχεία, όπως ορθώς κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να απαιτούνται περισσότερα στοιχεία, όπως π.χ. αν υφίσταται οριζόντια ιδιοκτησία στο μίσθιο, ποιος ο τίτλος σύστασης κ.λπ., και όσα αντίθετα υποστηρίζει με την πρώτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναίρεσης, που προσιδιάζουν στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και όχι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.

Με την δεύτερη αιτίαση του αυτού λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον έκτο λόγο έφεσης, με τον οποίο αυτός προέβαλε ισχυρισμό αοριστίας της αγωγής, και ο οποίος απορρίφθηκε, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, "διότι δεν μνημονεύονται συγχρόνως σ' αυτόν οι νομικές διατάξεις που παραβίασε το ως άνω Δικαστήριο κρίνοντας την αγωγή ορισμένη...".

Ο λόγος αυτός, κατά την εν λόγω αιτίαση, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, διότι αφορά σε επάλληλη αιτιολογία, δοθέντος ότι η αγωγή κρίθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ορθώς, ως ορισμένη και νόμιμη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 434 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής επέρχεται απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει, κατά το χρόνο της καταθέσεως, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν τη δημόσια κατάθεση, δηλαδή είτε όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επομ.

του Α.Κ., είτε όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του. Για να είναι έγκυρη η δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, λόγω υπερημερίας του δανειστή και να επιφέρει έτσι την απόσβεση της ενοχής, απαιτείται η προσφορά αυτής στο δανειστή, να είναι όχι μόνον πραγματική αλλά και προσήκουσα, δηλαδή να είναι κατά ποσότητα η οφειλόμενη και να προσφερθεί στον κατάλληλο τόπο και χρόνο.

Τόπος δε παροχής χρηματικής, όπως είναι το συμφωνηθέν μίσθωμα, που υποχρεούται να καταβάλει ο μισθωτής στον εκμισθωτή σε εκτέλεση της σύμβασης μίσθωσης (άρθρα 574, 595 και 597 Α.Κ.), σε περίπτωση αμφιβολίας και αν δεν συνάγεται άλλως από τη σύμβαση ή από τις περιστάσεις, είναι ο τόπος όπου ο δανειστής έχει την κατοικία του κατά το χρόνο της καταβολής (άρθρα 320 και 321 Α.Κ.).

Έτσι η μη προσήκουσα προσφορά παροχής, όπως είναι η γενομένη σε άλλον τόπο, δεν είναι ικανή να προκαλέσει υπερημερία στο δανειστή, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, ένεκα της συνδρομής των οποίων η άρνηση του εκμισθωτή να δεχθεί το μίσθωμα αντίκειται στην καλή πίστη, κατ' όρθρο 288 Α.Κ., και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. α' του Αστικού Κώδικα "ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου". Αν δεν του αποδοθεί η εξοφλητική απόδειξη, ο οφειλέτης δικαιούται σε επίσχεση, κατά το άρθρο 325 του ίδιου Κώδικα, της παροχής του μέχρις ότου ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του αυτή ο δανειστής της απαίτησης, χωρίς στο μεταξύ να περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη, αφού σε αντίστοιχη υπερημερία τελεί ήδη ο δανειστής, ο οποίος, παρόλο που του προσφέρθηκε η παροχή, αρνήθηκε να εκτελέσει ταυτόχρονα, δηλαδή χέρι με χέρι, τη συναφή υποχρέωσή του προς απόδοση της απόδειξης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους κατ' ουσίαν, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Με προφορική σύμβαση που καταρτίστηκε το έτος 2009 η ενάγουσα εκμίσθωσε στον εναγόμενο ένα ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 100 τ.μ.

περίπου, κείμενο στην Καρδάμαινα του Δήμου Κω, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον τελευταίο για τη λειτουργία σ' αυτό επιχείρησης πώλησης τουριστικών ειδών, ειδών κοσμημάτων και ειδών ένδυσης και υπόδησης. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εξαετής, αρχόμενη από 1-1-2010 και το μίσθωμα ορίστηκε στο ποσόν των 250 ευρώ μηνιαίως.

Κατά τη σύναψη της ως άνω σύμβασης η ενάγουσα απαίτησε την καταβολή ποσού 30.000 ευρώ για την "άυλη" εμπορική αξία (αέρα) του καταστήματος, ποσό το οποίο αποδέχτηκε ο εναγόμενος, συμφωνήθηκε δε να καταβληθεί τούτο τμηματικά εντός έξι ετών και ειδικότερα 5.000 ευρώ κατά έτος, τα οποία και κατέβαλε ο εναγόμενος για τα έτη 2010 και 2011.

Το έτος, όμως, 2012 ο εναγόμενος δήλωσε αδυναμία, λόγω της οικονομικής κρίσης και της εμπορικής πτώσης που είχε σημειωθεί στην τοπική αγορά της Καρδάμαινας, να συνεχίσει να καταβάλλει το παραπάνω ποσό του "αέρα", οπότε η ενάγουσα του πρότεινε να αυξηθεί το μίσθωμα από 250 σε 400 ευρώ το μήνα και να υπογράψουν ένα νέο συμβόλαιο, πρόταση που αποδέχτηκε ο εναγόμενος.

Προς τούτο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το από 31-12-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, με το οποίο συμφωνήθηκε μηνιαίο μίσθωμα 400 ευρώ πλέον αναλογούντος χαρτοσήμου, καταβαλλόμενο το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, η δε διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εξαετής, δηλαδή από 1-1-2012 έως 31-12-2017. Ο εναγόμενος κατά τους θερινούς μήνες του έτους 2012 κατέβαλε στην ενάγουσα, κατά την μεταξύ τους προφορική συμφωνία ότι τα μισθώματα θα καταβάλλονται για όλο το έτος κατά τους θερινούς μήνες, το ποσόν των 5.150 ευρώ για τα μισθώματα του έτους 2012, μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ήτοι 4.800 ευρώ για μισθώματα και 172,80 ευρώ για το χαρτόσημο, το δε επιπλέον ποσό των 177,20 ευρώ συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με τα μισθώματα του επομένου έτους.

Για το μισθωτικό έτος 2013 ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσόν των 835 ευρώ τον Μάιο του 2013, απέμεινε δε υπόλοιπο 3.950 ευρώ (δεδομένου ότι ποσό 177,20 ευρώ συμψηφίστηκε από το καταβληθέν μίσθωμα του προηγούμενου έτους), που παρακατέθεσε ο εναγόμενος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με το υπ' αριθ. .../2-9-2013 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε παραδεκτά πρωτοδίκως ο εναγόμενος κατ' ένσταση ότι με την ως άνω δημόσια κατάθεση, η οποία έγινε στο όνομα της θυγατέρας της εκμισθώτριας Χ. Κ., εξόφλησε το υπόλοιπο των μισθωμάτων του έτους 2013, διότι η εκμισθώτρια αρχικά και θυγατέρα της στη συνέχεια, καθ' υπόδειξή της, αρνήθηκαν να τα παραλάβουν όταν τα πρόσφερε, επισκεπτόμενος την εκμισθώτρια και ακολούθως απευθυνόμενος πολλές φορές στη θυγατέρα της.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, παρ' ότι ο εναγόμενος, ο οποίος φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της προσήκουσας προσφοράς εκ μέρους του των μισθωμάτων, ισχυρίζεται ότι πολλές φορές επισκέφτηκε την ενάγουσα και απευθύνθηκε ακολούθως επίσης πολλές φορές στην θυγατέρα της, επικαλούμενος, εμμέσως πλην σαφώς, ως τόπο καταβολής του μισθώματος την κατοικία της εκμισθώτριας, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν η ημέρα ή οι ημέρες προσέλευσής του στην κατοικία τους και η προσφορά του εν λόγω ποσού και η άρνηση παραλαβής εκ μέρους τους.

Ούτε και αποδείχθηκε ότι η εκμισθώτρια στη ρηματική προσφορά του εναγόμενου για καταβολή των μισθωμάτων είχε δηλώσει ότι δεν τα αποδέχεται, εάν δεν της καταβάλει τον "αέρα" για τα έτη 2012, 2013 (ΑΚ 350), δεδομένου ότι, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, η ενάγουσα είχε εισπράξει το ποσόν των 835 ευρώ που της είχε καταβάλει ο εναγόμενος για μέρος των μισθωμάτων το Μάιο του 2013.

Επίσης, το αποδειχθέν από τις καταθέσεις των μαρτύρων περιστατικό, κατά το οποίο η θυγατέρα της εκμισθώτριας επισκέφθηκε το μίσθιο και παρέλαβε το ποσόν των 4.000 ευρώ από τη σύζυγο του εναγομένου Α. Α., επειδή όμως αρνήθηκε να εκδώσει απόδειξη, αποχώρησε τελικά χωρίς να παραλάβει το εν λόγω ποσόν, δεν μπορεί να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο ως προσήκουσα προσφορά των μισθωμάτων εκ μέρους του εναγομένου, εφόσον αυτός δεν επικαλείται στην ένστασή του ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ότι ο τόπος καταβολής της παροχής του θα είναι το μίσθιο κατάστημα.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε η προσήκουσα προσφορά του παραπάνω ποσού των μισθωμάτων και άρνηση παραλαβής τους από την ενάγουσα, δεν κατέστη υπερήμερη η τελευταία, ούτε είναι νόμιμη η δημόσια παρακατάθεση αυτών και επομένως ο εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει το παραπάνω ποσό, το οποίο αντιστοιχεί σε οκτώ μισθώματα, ήτοι αυτά των μηνών Μαΐου έως Δεκεμβρίου 2013.

Σημειωτέον εδώ, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η θυγατέρα της εκμισθώτριας εισέπραξε το παρακατατεθέν ποσόν, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα με την αγωγή της, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 18-12-2013 (σχετ. η υπ' αριθ. .../18-12-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κω Κ.

Π.), κατήγγειλε ρητά τη σύμβαση μίσθωσης, τα αποτελέσματα της oποίας (καταγγελίας), εφόσον ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα, τους τόκους και τα έξοδα καταγγελίας εντός μηνός, επήλθαν, κατά το άρθρο 597 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στις 19-1-2014 και επομένως η μίσθωση λύθηκε, με συνακόλουθη υποχρέωση του εναγομένου να αποδώσει τη χρήση του μισθίου.

Απορριπτέα δε κατ' ουσίαν είναι και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ του άρθρου 281 ΑΚ, που πρότεινε πρωτοδίκως ο εναγόμενος, κατά το μέρος που είναι βάσιμη η αγωγή, διότι μ' αυτήν η ενάγουσα, λόγω της υπερημερίας του εναγομένου ως προς την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων άσκησε τα νόμιμα δικαιώματά της για καταγγελία της μίσθωσης και καταβολή των οφειλομένων".

Το Εφετείο, υπό τις ως άνω παραδοχές, με το να κρίνει ότι η προσφορά των μισθωμάτων στην ενάγουσα δεν ήταν προσήκουσα, κατά συνέπεια δε, ότι η τελευταία δεν περιήλθε σε υπερημερία δανειστή και η επακολουθήσασα δημόσια παρακατάθεση αυτών δεν επέφερε απόσβεση της ενοχής, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε ως αποδειχθέν το γεγονός της επίσκεψης της θυγατέρας της εκμισθώτριας, για λογαριασμό της μητέρας της, στο μίσθιο με πρόθεση να εισπράξει το ποσό των 4.000 ευρώ (με σύνολο οφειλής 3.950 ευρώ), το οποίο αρχικά της καταβλήθηκε, αλλά τελικά δεν το παρέλαβε, επειδή αρνήθηκε να εκδώσει απόδειξη, περιστατικό που πληρούν το πραγματικό της απορριφθείσας ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία πρότεινε ο εναγόμενος με τις κατατεθείσες στις 8-4-2014 προτάσεις του στο Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου αυτών, και επανέφερε με την έφεσή του, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 325, 424, 349, 427 και 431 Α.Κ.

με την εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή αυτών, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, οι οποίοι συνακόλουθα πρέπει να γίνουν δεκτοί. Με τον πέμπτο λόγο, κατά την δεύτερη αιτίασή του, καθώς και με την δεύτερη αιτίαση του τέταρτου λόγου, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, κατά τα ως άνω μέρη τους, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., διότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι η μίσθωση καταρτίσθηκε προφορικά το 2009 (και όχι στις 31-12-2011 όπως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα), ότι η ενάγουσα απαίτησε 30.000 ευρώ για άυλη εμπορική αξία, που συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε έξι ετήσιες δόσεις των 5.000 ευρώ, ότι ο εναγόμενος, αφού κατέβαλε τις δύο πρώτες δόσεις, για το 2012 δήλωσε αδυναμία και τότε, μετά από πρόταση της ενάγουσας αυξήθηκε το μίσθωμα από 250 σε 400 ευρώ και καταρτίσθηκε το από 31-12-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι όλα τα προαναφερθέντα είναι περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά την πρώτη αιτίαση αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι, δήθεν, δεν έλαβε υπόψη περιστατικά που συνέθεταν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλε ο εναγόμενος και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή του εναγομένου και την απέρριψε ρητώς.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά παραδοχή των δευτέρου και τετάρτου λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνηση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατάθεσε και προτάσεις (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 170/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Και

Διατάσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε με αριθμό διπλοτύπου ... της ΔΟΥ ΚΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ