Legislator Case Law & Legislation
1668/2016 AI generated

1668/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1668/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1668/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 3/2008). Περαιτέρω το έγκλημα της πλαστογραφίας, ως σχετικό με τα υπομνήματα, προϋποθέτει κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου και έχει χαρακτήρα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή η κατάρτιση εξ αρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως.

Keywords

AI generated
economic offence payment service provider counterfeit currency credit and loan fraud reproduction and imitation of banknotes fraudulent use of cheque cards
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1668 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1668/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα -κατηγορουμένου Γ. Π. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 1427/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2016 αίτησή του μετά των από 2 Σεπτεμβρίου 2016 πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 193/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ Π.Κ.) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε (απαιτείται) δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, ως επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας (άρθρο 216 παρ. 1 εδ. β’ Π.Κ.) συνίσταται σε κάθε ενέργεια περιλαμβάνουσα χρησιμοποίηση του εγγράφου κατά τον εν γένει προορισμό αυτού ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό. Η χρήση του πλαστού εγγράφου καθιερώνεται και ως αυτοτελές έγκλημα από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, είναι δε δυνατόν να διαπραχθεί και από τρίτον εκτός του πλαστογράφου, ενώ μπορεί να γίνει με τρόπο άμεσο ή έμμεσο ή και δια τρίτου προσώπου που αγνοεί την πλαστότητα, δηλαδή από παρένθετο πρόσωπο.

Κατά το εδ. α’ της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε αρχικώς από το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α’ του ν. 2408/1996 και στη συνέχεια από το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2721/1999 και τα χρηματικά ποσά αναπροσαρμόσθηκαν με το άρθρο 25 παρ. 1 περ. α του ν. 4055/2012, η πλαστογραφία προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος εφόσον ο υπαίτιος της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι.

Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, που επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 120.000 ευρώ.

Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξεως και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν δε το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ ή σε περίπτωση εφαρμογής του ν. 1608/1950 το ποσό των 150.000 ευρώ, κατά τα κατωτέρω, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι.

Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και ότι με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση γνήσιου εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθεαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης.

Τούτο είναι πλέον έκδηλο στην κακουργηματική πλαστογραφία του ν. 1608/1950 σε βάρος του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κ.λπ., όπου ο νόμος αρκείται στην απειλή και μόνο ζημίας άνω των 150.000 ευρώ κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα. Περί των ανωτέρω συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, με τη συστηματική ένταξή της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ., σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.

Α.Π. 3/2008). Περαιτέρω το έγκλημα της πλαστογραφίας, ως σχετικό με τα υπομνήματα, προϋποθέτει κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου και έχει χαρακτήρα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή η κατάρτιση εξ αρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως.

Σε περίπτωση δε συνδρομής, επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, και των δύο τρόπων τέλεσης, υπόκεινται δύο αυτοτελή εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά.

Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:

α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Η άνω παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ. όριζε, προ του 1996, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:

α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη τελέσθηκε μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που όριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999 και όριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:

α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (που αντιστοιχεί σε 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (που αντιστοιχεί σε 73.000 ευρώ).

Εξ άλλου με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περ. ιδ’ και παρ. 2 περ. δ’ του ν. 4055/2012, του οποίου η ισχύς άρχισε κατά το άρθρο 113 αυτού από τις 2-4-2012, τα προβλεπόμενα στις διατάξεις της περ. α’ και β’ της παρ. 3 του άρθρου 386 του Π.Κ. ποσά των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα αναπροσαρμόσθηκαν στα ποσά των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα.

Ήτοι η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις.

Η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τους τρεις ως άνω υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιωπήσεως δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, της παραλείψεως δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου.

Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκόμιση παρανόμου περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή άλλου με βλάβη τρίτου.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 υποπαρ. 1.1 του ν. 2721/1999, ορίζεται ότι: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Εξ άλλου με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λ.π.", όπως ήδη ισχύει, ορίζεται ότι στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρα 263Α του Ποινικού Κώδικα (μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους) και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (ήδη δε 150.000 ευρώ) επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή που τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης στρέφονται μεταξύ άλλων και κατά τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (άρθρο 52 παρ. 3 Π.Κ.), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής των δέκα ετών των άρθρων 216 παρ. 3 και 386 παρ. 3 του Π.Κ., με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως με ισόβια κάθειρξη.

Το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή των 150.000 ευρώ του οφέλους ή της ζημίας, δηλαδή των στοιχείων από τα οποία εξαρτάται η βαρύτητα του εγκλήματος και ο χαρακτηρισμός αυτού ως κακουργήματος ή πλημμελήματος υπολογίζεται, προκειμένου εγκλήματος που στρέφεται κατά του Δημοσίου, τραπεζών ημεδαπής κ.λ.π. και τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση, στο σύνολο του και για τις μερικότερες πράξεις ή τα τελεσθέντα εγκλήματα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, κατά την οποία "Οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου 1608/1950, το έγκλημα επράχθη κατ’ εξακολούθησιν δια πολλών μερικωτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, καθώς επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψιν το όλον περιεχόμενον των μερικωτέρων πράξεων", το δε άρθρο αυτό (16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953) που αφορά στα περιοριστικά αναφερόμενα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 δεν έχει καταργηθεί ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και 98 παρ. 2 του Π.Κ.

αντίστοιχα και ως ειδική διάταξη κατισχύει της νεότερης ως άνω γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ. (Ολ. Α.Π. 5/2002, Α.Π. 298/2008). Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 216, 386 Π.Κ. προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμία από αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, καθόσον κάθε μία είναι αυτοτελής, στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία συστατικό της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση ούτε και αναγκαίο μέτρο διάπραξης αυτής (Α.Π. 911/2004).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση)..

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. Α.Π. 3/2008, Α.Π. 553/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον παρόντα κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα των αξιόποινων πράξεων: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση από την οποία το επιδιωκόμενο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ με βλάβη νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263 Α του Π.Κ.

και το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 και δη τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και β) της απάτης κατ’ εξακολούθηση με σκοπό αποκομίσεως από τον ίδιο και άλλους παράνομου περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263 Α του Π.Κ. και το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 και δη τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών.

Δέχθηκε δε ανελέγκτως στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, μετά1 από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ’ αυτήν ως προς το είδος τους, τα εξής επί λέξει: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα στο δικαστήριο τούτο, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και βρίσκονται στη δικογραφία και την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασχολείτο επαγγελματικά με εν γένει χρηματιστηριακές συναλλαγές, στη Θεσσαλονίκη, σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία αλλά πάντως πριν από τα μέσα Δεκεμβρίου 2004, ενεργώντας από κοινού με άγνωστα άτομα, κατάρτισε το με αρ. .../7-10-2004 πλαστό ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο φερόταν ότι είχε συνταχθεί από το συμβολαιογράφο Αθηνών Γ.

Β. Π., με το οποίο φερόταν ότι η εντολέας Χ. Ξ., η οποία είχε ήδη αποβιώσει από τις 23-9-2004, ορίζει αυτόν ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο και του δίνει την ειδική εντολή, αρμοδιότητα και πληρεξουσιότητα να πωλήσει τα ομόλογα τα οποία η εντολέας τηρεί στην Τράπεζα Πειραιώς, τα οποία προέκυπταν από αγορά της ιδίας στις 31-3-2003, συνολικής αξίας 174.600 ευρώ, και να εισπράξει το αναλογούν ποσό, προβαίνοντας σε ανάληψη από το λογαριασμό με αρ. ...

που αυτή τηρούσε στην ως άνω τράπεζα, ενώ σ’ αυτόν επρόκειτο να πιστωθεί το συνολικό ποσό που θα προέκυπτε από την πώληση των ομολόγων και γενικά να ενεργήσει και κάθε άλλη νόμιμη πράξη, έστω και αν δεν αναφέρεται στο παραπάνω πληρεξούσιο, που όμως είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των εν λόγων εντολών.

Με το ίδιο πληρεξούσιο η ως άνω εντολέας φερόταν ότι εγκρίνει εκ των προτέρων όλες τις πράξεις του, εφόσον αυτές ενεργηθούν μέσα στα πλαίσια της ως άνω εντολής, ως έγκυρες και απρόσβλητες, σαν να έγιναν από αυτή την ίδια. Το ανωτέρω πλαστό έγγραφο ακολούθως χρησιμοποίησε ο ίδιος ατομικά για τον εαυτό του, εμφανίζοντας αυτό περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2004 σε υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής σχετικά με την εγκυρότητα του ως άνω πληρεξουσίου, δηλαδή ότι αυτός έχει την απαιτούμενη από την εν λόγω δικαιούχο ειδική πληρεξουσιότητα, ζητώντας να ενεργήσει τις αναφερόμενες σε αυτό πράξεις, ως ειδικός πληρεξούσιος της Χ.

Κ.. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη, σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία αλλά πάντως πριν από τις 21-12-2004, ενεργώντας από κοινού με άλλα άγνωστα άτομα, κατάρτισε πλαστή αστυνομική ταυτότητα, η οποία έφερε ακριβώς τα ίδια στοιχεία με την με αρ. ... γνήσια αστυνομική ταυτότητα του Α’ Α.Τ. Αθηνών, με ημερομηνία έκδοσης ...

και επικύρωσης 8-5-1989 της Χ. Κ., δηλαδή όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και μητρώνυμο, ημερομηνία, τόπο γέννησης, επάγγελμα, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό δημοτολογίου κ.λ.π., τα οποία ήταν καταχωρημένα στον τραπεζικό λογαριασμό αυτής στην Τράπεζα Πειραιώς, θέτοντας σε αυτήν φωτογραφία άγνωστης ως προς τα στοιχεία της υπερήλικης γυναίκας.

Ακολούθως ο ίδιος χρησιμοποίησε για τον εαυτό του ατομικά το ως άνω ειδικό πληρεξούσιο, εμφανίζοντάς το στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη Θεσσαλονίκη, συνοδευόμενος από την ως άνω υπερήλικη γυναίκα αγνώστων στοιχείων, η φωτογραφία της οποίας είχε τεθεί στο ως άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, ώστε να φαίνεται ότι η εικονιζόμενη είναι η πραγματική κάτοχος της παραπάνω ταυτότητας.

Τούτο το έπραξε ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της εν λόγω τράπεζας και να συνυπογράψει μαζί με την υπερήλικη γυναίκα την από 21-12-2004 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού φυσικών προσώπων- προσθήκη νέου δικαιούχου, ώστε να προστεθεί αυτός ως συνδικαιούχος στον τραπεζικό λογαριασμό της Χ.

Κ.. Με τον τρόπο αυτό σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε τρίτους άγνωστους συνεργούς του περιουσιακό όφελος ποσού 174.600 ευρώ, προξενώντας ισόποση ζημία στην Τράπεζα Πειραιώς, ήτοι σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το καταστατικό της. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη στις 21-12-2004 εμφανίστηκε στο επί της οδού ...

υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς συνοδευόμενος από υπερήλικη γυναίκα αγνώστων στοιχείων και με τη χρήση της προαναφερομένης πλαστής αστυνομικής ταυτότητας παρέστησαν ψευδώς από κοινού στους αρμοδίους υπαλλήλους της πιο πάνω τραπέζης ότι η γυναίκα αυτή είναι η Χ. Κ. χήρα Ν. και ότι θέλει να τον προσθέσει ως συνδικαιούχο στον με αρ. ...

τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να συνυπογράψει με την παραπάνω γυναίκα την από 21-12-2004 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού φυσικών προσώπων-προσθήκη νέου δικαιούχου, ώστε να καταστεί αυτός συνδικαιούχος στον ως άνω λογαριασμό. Εξάλλου ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη, στις 23-12-2005 και ώρα 10:03, προσήλθε στο επί της οδού ...

υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε εκεί η Χ. Κ., εισέπραξε το ποσό των 26.500 ευρώ, ενώ στις 28-12-2004 και ώρα 12.00’ προσήλθε στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας στους αρμόδιους υπάλληλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, εισέπραξε το ποσό των 19.000 ευρώ.

Ακόμη ο ίδιος στη Θεσσαλονίκη, στις 28-12-2004 και ώρα 12:08’ , προσήλθε στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, εισέπραξε το ποσό των 30.000 ευρώ, ενώ στις 29-12-2004 και ώρα 9:53, προσήλθε στο επί της ...

υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος στον ως άνω λογαριασμό, εισέπραξε το ποσό των 35.500 ευρώ. Τέλος αυτός στη Θεσσαλονίκη, στις 29-12-2004 και ώρα 10:04, προσήλθε στο επί της ... υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, εισέπραξε το ποσό των 24.000 ευρώ και ο ίδιος την 3-1-2005 και ώρα 12:29 προσήλθε στο επί της οδού ...

υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, εισέπραξε το ποσό των 45.000 ευρώ. Το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ (ήτοι 26.500 + 19.000 + 30.000 + 24.000 + 35.500 + 45.000) είχε καταθέσει στις 22-12-2004 η άγνωστη υπερήλικη συνεργός του στον ως άνω λογαριασμό ως Χ.

Κ., στον οποίο αυτός, σύμφωνα με τα παραπάνω, είχε καταστεί συνδικαιούχος μετά την αυθημερόν ρευστοποίηση των τραπεζικών ομολόγων έκδοσης ΕΤΒΑ των οποίων πραγματική δικαιούχος ήταν η Χ. Κ., συνολικής αξίας την ημέρα εκείνη 180.882,05 ευρώ. Τα προεκτεθέντα γεγονότα που παρέστησε στους αρμοδίους υπαλλήλους ήταν εν γνώσει του ψευδή, αφού ουδέποτε n Χ.

Κ. μετέβη στο παραπάνω υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς ώστε να τον διορίσει συνδικαιούχο στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό που αυτή τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, αφού η ίδια είχε ήδη αποβιώσει από τις 23-9-2004. Με την προαναφερόμενη απατηλή συμπεριφορά του προσπόρισε στον εαυτό του και στους αγνώστους συνεργούς του παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 180.000 ευρώ, προξενώντας ισόποση ζημία στην Τράπεζα Πειραιώς ήτοι σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το καταστατικό της.

Ειδικότερα ο κατηγορούμενος γνώριζε όλα τα ανωτέρω στοιχεία (πλαστότητα εγγράφων, ταυτότητα της άγνωστης που τον συνόδευσε στην τράπεζα που δεν συνέπιπτε με αυτήν της Κ., για την οποία ο ίδιος δήλωσε ψευδώς ότι είναι θεία του) και ήταν ο ίδιος που απέσυρε τα χρήματα από το λογαριασμό στη συνέχεια, προξενώντας έτσι ζημία στην ως άνω τράπεζα, η οποία υποχρεούται να αποζημιώσει τους πραγματικούς κληρονόμους της προαποβιώσασας των ως άνω περιστατικών Κ..

Επομένως πρέπει, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αναβολής αιτήματος του κατηγορουμένου προκειμένου να κληθεί ο συνεργάτης Ι. Μ., εφόσον τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία κρίνονται απόλυτα επαρκή για την ασφαλή διάγνωση της παρούσας υπόθεσης, να κηρυχθεί αυτός ένοχος των αξιοποίνων πράξεων κατά το διατακτικό, να απορριφθεί δε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του περί απλής συνέργειάς του σ’ αυτές".

Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, όπως επί λέξει διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του: "Κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις διέπραξε περισσότερα από ένα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) Στη Θεσσαλονίκη κατά τους παρακάτω χρόνους, ενεργώντας από κοινού με άλλον, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, ενώ στις πράξεις αυτές προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 αλλά και των 120.000 ευρώ, βλάπτοντας νομικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263 Α Π.Κ.

και το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950 και ειδικότερα τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή με επιδιωκόμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και πιο συγκεκριμένα: α) Στη Θεσσαλονίκη, σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία αλλά πάντως πριν από τα μέσα Δεκεμβρίου 2004, ενεργώντας από κοινού με άγνωστα άτομα, κατάρτισε το με αρ. .../7-10-2004 πλαστό ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο φερόταν ότι είχε συνταχθεί από το συμβολαιογράφο Αθηνών Γ.

Β. Π., με το οποίο φερόταν ότι η εντολέας Χ. Ξ., η οποία είχε ήδη αποβιώσει από τις 23-9-2004, ορίζει αυτόν ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο και του δίνει την ειδική εντολή, αρμοδιότητα και πληρεξουσιότητα να πωλήσει τα ομόλογα τα οποία η εντολέας τηρεί στην Τράπεζα Πειραιώς, τα οποία προέκυπταν από αγορά της ιδίας στις 31-3-2003 συνολικής αξίας 174.600 ευρώ και να εισπράξει το αναλογούν ποσό, προβαίνοντας σε ανάληψη από το λογαριασμό με αρ ...

που αυτή τηρούσε στην ως άνω τράπεζα, ενώ σ’ αυτόν επρόκειτο να πιστωθεί το συνολικό ποσό που θα προέκυπτε από την πώληση των ομολόγων και γενικά να ενεργήσει και κάθε άλλη νόμιμη πράξη, έστω και αν δεν αναφέρεται στο παραπάνω πληρεξούσιο, που όμως είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των εν λόγων εντολών.

Με το ίδιο πληρεξούσιο η ως άνω εντολέας φερόταν ότι εγκρίνει εκ των προτέρων όλες τις πράξεις του, εφόσον αυτές ενεργηθούν μέσα στα πλαίσια της ως άνω εντολής, ως έγκυρες και απρόσβλητες, σαν να έγιναν από αυτή την ίδια. Το ανωτέρω δε πλαστό έγγραφο ακολούθως χρησιμοποίησε για τον εαυτό του ατομικά, εμφανίζοντας αυτό περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2004 σε υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής σχετικά με την εγκυρότητα του ως άνω πληρεξουσίου, δηλαδή ότι αυτός έχει την απαιτούμενη από την εν λόγω δικαιούχο ειδική πληρεξουσιότητα, ζητώντας να ενεργήσει τις αναφερόμενες σε αυτό πράξεις, ως ειδικός πληρεξούσιος της Χ.

Κ.. β) Στη Θεσσαλονίκη, σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία αλλά πάντως πριν από τις 21-12-2004, ενεργώντας από κοινού με άλλα άγνωστα άτομα, κατάρτισε πλαστή αστυνομική ταυτότητα, η οποία έφερε ακριβώς τα ίδια στοιχεία με την με αρ. ... γνήσια αστυνομική ταυτότητα του Α’ Α.Τ. Αθηνών, με ημερομηνία έκδοσης ...

και επικύρωσης 8-5-1989 της Χ. Κ., δηλαδή όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και μητρώνυμο, ημερομηνία, τόπο γέννησης επάγγελμα, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό δημοτολογίου κ.λ.π., τα οποία ήταν καταχωρημένα στον τραπεζικό λογαριασμό αυτής στην Τράπεζα Πειραιώς, θέτοντας σε αυτήν φωτογραφία υπερήλικης γυναίκας, ακολούθως χρησιμοποίησε για τον εαυτό του ατομικά, εμφανίζοντας αυτήν στο επί της οδού ...

υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη Θεσσαλονίκη, συνοδευόμενος από την ως άνω υπερήλικη γυναίκα αγνώστων στοιχείων, η φωτογραφία της οποίας είχε τεθεί στο ως άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, ώστε να φαίνεται ότι η εικονιζόμενη είναι η πραγματική κάτοχος της παραπάνω ταυτότητας, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της εν λόγω τράπεζας και να συνυπογράψει μαζί με την υπερήλικη γυναίκα την από 21-12-2004 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού φυσικών προσώπων-προσθήκη νέου δικαιούχου, ώστε να προστεθεί αυτός ως συνδικαιούχος στον τραπεζικό λογαριασμό της Χ.

Κ.. Με τον τρόπο αυτό σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε τρίτους άγνωστους συνεργούς του περιουσιακό όφελος ποσού 174.600 ευρώ, προξενώντας ισόποση ζημία στην Τράπεζα Πειραιώς, ήτοι σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το καταστατικό της. Β) Στη Θεσσαλονίκη κατά τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει αυτός και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε συνολικό περιουσιακό όφελος και η συνολική περιουσιακή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 αλλά και των 120.000 ευρώ, επιπλέον δε η πράξη αυτή στρέφεται κατά νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του ΠΚ και το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1608/1950 και ειδικότερα σε βάρος τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, ενώ το όφελος που πέτυχε και η ζημία που προξένησε σ’ αυτό υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και πιο συγκεκριμένα:

α) Στη Θεσσαλονίκη στις 21-12-2004 εμφανίστηκε στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς συνοδευόμενος από υπερήλικη γυναίκα αγνώστων στοιχείων και με τη χρήση της προαναφερομένης πλαστής αστυνομικής ταυτότητας παρέστησαν ψευδώς από κοινού στους αρμοδίους υπαλλήλους της πιο πάνω τραπέζης ότι η γυναίκα αυτή είναι η Χ.

Κ., χήρα Ν. και ότι θέλει να τον προσθέσει ως συνδικαιούχο στον με αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να συνυπογράψει με την παραπάνω γυναίκα την από 21-12-2004 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού φυσικών προσώπων-προσθήκη νέου δικαιούχου, ώστε να καταστεί αυτός συνδικαιούχος στον ως άνω λογαριασμό, β) Στη Θεσσαλονίκη, στις 23-12-2004 και ώρα 10:03, προσήλθε στο επί της οδού ...

υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε εκεί η Χ. Κ., εισέπραξε το ποσό των 26.500 ευρώ. γ) Στη Θεσσαλονίκη, στις 28-12-2004 και ώρα 12.00, προσήλθε στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, εισέπραξε το ποσό των 19.000 ευρώ.

δ) Στη Θεσσαλονίκη, στις 28-12-2004 και ώρα 12:08, προσήλθε στο επί της οδού ... υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, εισέπραξε το ποσό των 30.000 ευρώ. ε) Στη Θεσσαλονίκη, στις 29-12-2004 και ώρα 9:53, προσήλθε στο επί της ...

υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος στον ως άνω λογαριασμό, εισέπραξε το ποσό των 35.500 ευρώ. στ) Στη Θεσσαλονίκη, στις 29-12-2004 και ώρα 10:04 προσήλθε στο επί της ... υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπάλληλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, εισέπραξε το ποσό των 24.000 ευρώ και ζ) στη Θεσσαλονίκη, την 3-1-2005 και ώρα 12:29, προσήλθε στο επί της οδού ...

υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είναι νόμιμος συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, εισέπραξε το ποσό των 45.000 ευρώ. Το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ (ήτοι 26.500 + 19.000 + 30.000 + 24.000 + 35.500 + 45.000) είχε καταθέσει στις 22-12-2004 η άγνωστη υπερήλικη συνεργός του στον ως άνω λογαριασμό ως Χ.

Κ., στον οποίο αυτός, σύμφωνα με τα παραπάνω, είχε καταστεί συνδικαιούχος μετά την αυθημερόν ρευστοποίηση των τραπεζικών ομολόγων έκδοσης ΕΤΒΑ, των οποίων πραγματική δικαιούχος ήταν η Χ. Κ., συνολικής αξίας την ημέρα εκείνη 180.882,05 ευρώ. Τα προεκτεθέντα γεγονότα που παρέστησε στους αρμοδίους υπαλλήλους ήταν εν γνώσει του ψευδή, αφού ουδέποτε η Χ.

Κ. μετέβη στο παραπάνω υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, ώστε να τον διορίσει συνδικαιούχο στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό που αυτή τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, αφού η ίδια είχε ήδη αποβιώσει από τις 23-9-2004. Με την προαναφερόμενη απατηλή συμπεριφορά του προσπόρισε στον εαυτό του και στους αγνώστους συνεργούς του παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 180.000 ευρώ, προξενώντας ισόποση ζημία στην Τράπεζα Πειραιώς, ήτοι σε τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το καταστατικό της".

Με αυτά τα οποία δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε ως αυτουργό τους τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 και 3α, 263Α περ.

β’ , 386 παρ.1 και 3 περ. β’ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της, και αιτιολογούνται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά οι εξής κρίσιμες και αναγκαίες για τη θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσης ουσιαστικές και νομικές παραδοχές και δη:

α) η απαρχής από τον αναιρεσείοντα, που ενεργούσε από κοινού με άλλους, επομένως ως συναυτουργός, κατάρτιση πριν από τα μέσα Δεκεμβρίου 2004 και πριν από τις 21-12-2004 των πλαστών εγγράφων, ήτοι αντιστοίχως κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες του .../7-10-2004 ειδικού πληρεξουσίου που φέρεται ότι συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Β.

Π. και της ... αστυνομικής ταυτότητας με τα στοιχεία της έχουσας αποβιώσει από τις 23-9-2004 Χ. Ξ.-Κ., β) ο εγκληματικός σκοπός (υπερχειλής δόλος) για τον οποίο ο αναιρεσείων κατάρτισε τα ανωτέρω έγγραφα, ο οποίος ήταν η από αυτόν τον ίδιο παραπλάνηση και η εξαπάτηση των αρμόδιων υπαλλήλων της εδρεύουσας στην ημεδαπή Τράπεζας Πειραιώς σχετικά με το ότι τα ανωτέρω έγγραφα ήσαν έγκυρα και ότι με το μεν πρώτο παρείχετο νόμιμα στον ίδιο (αναιρεσείοντα) η ειδική πληρεξουσιότητα να πωλήσει τα συνολικής αξίας 174.600 ευρώ ομόλογα της δικαιούχου τους Χ.

Ξ.-Κ. και ακολούθως να εισπράξει το αναλογούν ποσό, προβαίνοντας σε ανάληψή του από τον ... λογαριασμό που η τελευταία τηρούσε στην άνω τράπεζα, στον οποίο και θα πιστωνόταν το τίμημα της υπ’ αυτού πωλήσεως των ομολόγων αυτών, με το δε δεύτερο ότι αποδεικνυόταν ότι η υπερήλικη γυναίκα που τον συνόδευσε στην προαναφερόμενη τράπεζα κατά την υποβολή της από 21-12-2004 αιτήσεως για τη προσθήκη αυτού (αναιρεσείοντος) ως συνδικαιούχου στον ανωτέρω λογαριασμό ήταν αυτή η ίδια η δικαιούχος του λογαριασμού Χ.

Ξ.- Κ., ήδη έχουσα αποβιώσει από τις 23-9-2004 όπως προαναφέρθηκε, και επομένως μπορούσε να ενεργήσει νομίμως την προσθήκη του ως συνδικαιούχου στο λογαριασμό αυτό, γ) η ακολούθως χρήση επίσης από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα των ως άνω πλαστών εγγράφων, με την εμφάνισή τους υπ’ αυτού ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας Πειραιώς, την προς αυτούς παράσταση επίσης από τον ίδιο, εν γνώσει του, των προαναφερομένων ψευδών περιστατικών, με το σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους, άγνωστους συναυτουργούς του, το ύψους κατά την ημέρα της ρευστοποιήσεώς τους 180.882,05 ευρώ, ποσό των αξίας 174.600 ευρώ ως άνω ομολόγων, προξενώντας έτσι αντίστοιχη ισόποση ζημία στην εν λόγω Τράπεζα, η οποία οπωσδήποτε απειλήθηκε, με την ανάληψη υπ’ αυτού (αναιρεσείοντος) του ποσού αυτού από τον προαναφερόμενο λογαριασμό της δικαιούχου Χ.

Ξ.-Κ., δ) η επίτευξη της κατά τον ανωτέρω τρόπο εξαπάτησης από τον αναιρεσείοντα των υπαλλήλων της ως άνω τράπεζας, με συνέπεια την ανάληψη από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) του προαναφερόμενου ποσού των 180.882,05 ευρώ και την ενσωμάτωσή του στην περιουσία του παρανόμως, με αντίστοιχη ισόποση ζημία της εν λόγω τράπεζας, η οποία οπωσδήποτε απειλήθηκε και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των υπό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου εξακολουθητικών ψευδών ως άνω παραστάσεων προς τους αρμοδίους υπαλλήλους της εν λόγω τράπεζας και της εκ τούτων δημιουργηθείσης πλάνης αυτών, οι οποίοι, πεισθέντες στις ψευδείς αυτές παραστάσεις του αναιρεσείοντος, που ήσαν πρόσφορες να προκαλέσουν την τοιαύτη πλάνη τους, αφενός μεν ως προς το ότι ο αναιρεσείων είχε την εξουσία να προβεί στην πώληση των ανωτέρω ομολόγων της εν ζωή δικαιούχου τους Χ.

Ξ.-Κ. και μετά το θάνατο αυτής των νομίμων κληρονόμων της και αφετέρου ως προς το ότι είχε καταστεί νομίμως συνδικαιούχος του ανωτέρω λογαριασμού και συνεπώς εδικαιούτο στην ανάληψη του ποσού αυτού, επέτρεψαν την προς αυτόν (αναιρεσείοντα) εκταμίευση της αξίας αυτών (ομολόγων), ύψους κατά την ημέρα της ρευστοποιήσεώς τους 180.882,05 ευρώ, με συνέπεια ο ίδιος, όπως είχε σκοπό, να αποκομίσει το ποσό αυτό και να το ενσωματώσει στην περιουσία του παρανόμως με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της τράπεζας αυτής κατά το χρηματικό τούτο ποσό, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ζημία η οποία οπωσδήποτε και απειλήθηκε στην τράπεζα αυτή.

Για την κατά τα ανωτέρω περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, όπως διαβεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, έλαβε υπ’ όψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα ενώπιον του, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα ανεξαιρέτως τα επίσης αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του.

Επομένως εκ τούτων προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν ενώπιον του στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, δεν ήταν δε αναγκαία ειδικότερη αναφορά για τον προσδιορισμό των αποδεικτικών αυτών μέσων, όπως επίσης δεν ήταν αναγκαία η παράθεση του τι προέκυψε από καθένα εξ αυτών χωριστά ούτε η αναφορά ή η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά ούτε και η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση (Ολ.

Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1266/2016, Α.Π. 609/2012). Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος καθ’ ο μέρος ανάγεται σε εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος και επίσης απορριπτέος, αφού με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.

Για την ύπαρξη της κατά τα προαναφερόμενα ειδικής και εμπεριστατωμένης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό της που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας υπό τη μορφή της τυπικής αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή όταν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (Α.Π. 503/2015), όπως επίσης δεν συνιστά έλλειψη ειδικής αιτιολογίας μόνη η μη θεωρητική νομική ανάπτυξη των νομικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (Α.Π. 232/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανωτέρω επί λέξει παρατιθέμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, ότι στο διατακτικό, όπως επίσης και στο σκεπτικό αυτής, περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε με την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού από το σκεπτικό ή το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση επίσης για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επήλθε από το ότι το σκεπτικό της αποτελεί αντιγραφή του παραπεμπτικού βουλεύματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με σαφήνεια και πληρότητα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και συνεπώς της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι’ αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ., που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Β’ Κ.Π.Δ., ενώ όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, μετά του οποίου ο τελευταίος παραστάθηκε στο ακροατήριο, υπέβαλε γραπτώς και ανέπτυξε προφορικώς τον εξής επί λέξει ισχυρισμό: "Εν προκειμένω, αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, προκύπτει σαφώς εξ απόψεως συλλεγέντων στοιχείων, ότι η συμμετοχή μου αναφορικά με την πράξη της πλαστογραφίας εξαντλείται αποκλειστικώς και μόνον: 1) Στην εκ μέρους μου προσκόμιση του με αριθμό .../07.10.2004 πλαστού ειδικού πληρεξουσίου στο υποκατάστημα της οδού ...

της τράπεζας Πειραιώς στα μέσα Οκτωβρίου 2004 κι όχι στη σύνταξη, κατάρτιση αλλά ούτε και στη χρήση αυτού. Το πληρεξούσιο αυτό, την πλαστότητα του οποίου φυσικά αγνοούσα, το συνέταξε και μου το απέστειλε ταχυδρομικά ο Ι. Μ. του Β. (αποδεικνύεται η αποστολή του από το εν λόγω πρόσωπο από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως δύο τεχνικές εκθέσεις - σελ. 1, 2, 4 και 6 της από 05.10.2015 έκθεσης ελέγχου γνησιότητας του μηχανικού αυτοματισμού Α.

Α. και σελ. 8, 10, 25 και 28 της από 25.10.2015 έκθεσης ελέγχου γνησιότητας της εταιρίας "...." του μηχανογράφου - προγραμματιστή Σ. Α., καθώς την έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Χ. Σ. - σελ. 1-3 και 21-22 της έκθεσης). Δεν είχα καμία άλλη συμμετοχή ούτε στην σύνταξη ούτε στην κατάρτιση του πλαστού πληρεξουσίου, η δε προσκόμιση αυτού στην τράπεζα Πειραιώς, ως προελέχθη στην προηγούμενη ενότητα, τελικώς δεν παρήγαγε καμία έννομη συνέπεια, αφού ρητώς μου εξηγήθηκε από τον τραπεζικό υπάλληλο κατά την προσκόμιση του πληρεξουσίου ότι θα χρειαστεί να περάσει αρκετός χρόνος μέχρι να ελεγχθεί από τη νομική υπηρεσία και συνεπώς θα ήταν επωφελέστερο χρονικά να κάνει τη συναλλαγή που επιθυμούσε η (φερόμενη ως) εντολέας στο πληρεξούσιο, με αποτέλεσμα το πληρεξούσιο να μην χρησιμοποιηθεί ποτέ για οποιαδήποτε συναλλαγή. 2) Στην απλή φυσική παρουσία μου δίπλα στην άγνωστη ηλικιωμένη κυρία, η οποία έφερε πάνω της μία πλαστή αστυνομική ταυτότητα.

Με την ταυτότητα αυτή εγώ προσωπικά δεν είχα καμία σχέση, δεν την έλαβα ποτέ στα χέρια μου, δε γνώριζα την ύπαρξή της ούτε τον τρόπο κατάρτισης της και φυσικά δεν γνώριζα ούτε θα μπορούσα να γνωρίζω ότι η κυρία που εμφανίστηκε μπροστά σε εμένα και στην τραπεζικό υπάλληλο δεν είναι η Χ. Κ., όπως δήλωνε η ταυτότητά της και η ίδια.

Σε κάθε περίπτωση, η συμμετοχή μου εξαντλείται σε μία απλή φυσική παρουσία δίπλα στην αυτουργό της πράξης της πλαστογραφίας κι όχι σε οποιαδήποτε άλλη ανάμειξή μου στην πράξη αυτή. Αναφορικά με την πράξη της απάτης η συμμετοχή μου εξαντλείται αποκλειστικώς και μόνον: 1) Στην εκ μέρους μου απλή φυσική παρουσία στο υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στις 21/12/2004 στην ..., προκειμένου να συνυπογράψω την αίτηση προσθήκης νέου δικαιούχου στο λογαριασμό της Χ.

Κ.. Ρητά δηλώνω και είναι πασιφανές κατά την κοινή πεποίθηση ότι, χωρίς τη ρητή θέληση και εκφρασμένη βούληση του κυρίου δικαιούχου, δεν μπορεί σε καμία τράπεζα ποτέ κανένας συναλλασσόμενος να προστεθεί αυτοβούλως ως δεύτερος δικαιούχος. Δεδομένο είναι λοιπόν ότι η άγνωστη και σε εμένα κυρία, εμφανιζόμενη ως Χ.

Κ., ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν αυτή, μπορεί να κατηγορηθεί ότι διέπραξε την πράξη της απάτης των τραπεζικών υπαλλήλων κι εμού του ιδίου και την ενέργεια αυτή την έκανε μόνη της, εκφράζοντας δηλαδή η ίδια τη βούλησή της στην τραπεζικό υπάλληλο. Ωστόσο εγώ προσωπικά, ο οποίος είχα απλώς μία φυσική παρουσία στο τραπεζικό κατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στις 21.12.2004, μακριά μάλιστα από τη συνομιλία της άγνωστης κυρίας με την τραπεζικό υπάλληλο και αφότου είχε ήδη συνταχθεί η αίτηση προσθήκης δικαιούχου και είχε ήδη υπογραφεί από την άγνωστη κυρία, απλώς κλήθηκα από την υπάλληλο να συνυπογράψω την αίτηση ως συνδικαιούχος, αφού η υπάλληλος είχε ολοκληρώσει τον έλεγχο των στοιχείων της φερόμενης ως Χ.

Κ..

Συνεπώς, η μόνη κατηγορία που θα μπορούσε να εξεταστεί είναι η παροχή απλής συνδρομής και σε καμία περίπτωση ηθικής ή φυσικής αυτουργίας της πράξης, 2) Ακολούθως, αναφορικά με τις πράξεις ανάληψης των ποσών που ακολούθησαν και περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, δεν μπορεί να μου καταλογισθεί καμία από αυτές ως εγκληματική πράξη του άρθρου 386 ΠΚ, καθώς οι πράξεις αυτές ακολούθησαν μία, κατά τη δική μου θεώρηση, νόμιμη διαδικασία που είχε προηγηθεί κατά την προσθήκη μου ως δευτέρου δικαιούχου στον επίμαχο λογαριασμό, ενώ σε κάθε περίπτωση εμφανίστηκα πάντα με την ταυτότητά μου στα τραπεζικά καταστήματα και δεν απέκρυψα τα πραγματικά μου στοιχεία ούτε σε καμία περίπτωση παρέστησα ψευδή γεγονότα ως αληθινά.

Ωσαύτως, αιτούμαι όπως το Δικαστήριο Σας αναγνωρίσει σε κάθε περίπτωση στο πρόσωπο μου την ιδιότητα του απλού συνεργού στην τέλεση των παραπάνω αδικήματος, το οποίο οπωσδήποτε θα πραγματοποιούνταν και χωρίς την δική μου συμμετοχή". Τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος υπό το ανωτέρω περιεχόμενο του δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη αφού δεν υπάρχει μεταβολή κατηγορίας στην περίπτωση που παραλλάσσει ο τρόπος συμμετοχής κάποιου στο έγκλημα (Α.Π. 197/2014) αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, το δικαστήριο της ουσίας, παρά το ότι δεν είχε δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψή του, τον απέρριψε αιτιολογώντας επαρκώς την απορριπτική του κρίση, με βάση τις ανωτέρω περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, ως αυτουργού των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες τον κατεδίκασε, παραδοχές.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και Δ’ του Κ.Π.Δ. τρίτος εν μέρει λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επήλθαν από την αναιτιολόγητη απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του Κ.Π.Δ. παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, όμως εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου κώδικα δικανική του πεποίθηση.

Εξ άλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του αυτού κώδικα, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί αυτή είναι ανέλεγκτη, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένο, δηλαδή με όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του περιστατικά.

Είναι δε ορισμένο το αίτημα αυτό μόνο όταν αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα κατέθετε ο μάρτυρας, ώστε να κριθεί αν τα ζητήματα αυτά είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση. Σε διαφορετική περίπτωση ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.

δ’ του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.

Έτσι με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της συμβάσεως αυτής αν υποβληθεί νομίμως αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και αυτό απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ιδρύεται και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1269/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, μετά του οποίου ο τελευταίος παρίστατο στο ακροατήριο, υπέβαλε γραπτά και ανέπτυξε προφορικά αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και δη για κλήτευση του Ι.

Μ. του Β., προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, με το ακόλουθο, κατά λέξη, περιεχόμενο: "Εν προκειμένω, μετά την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης με την έκδοση του με αριθμό 180/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης στις 25.02.2009, εγώ προσωπικά παραπέμφθηκα να δικαστώ με τις κατηγορίες: 1. Της πλαστογραφίας με χρήση κατ’ εξακολούθηση με επιτευχθέν όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και στρέφεται κατά του νομικού προσώπου τράπεζας με επιτευχθέν όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρα 216 παρ. 1, 3α και 263Α περ.

β’ ) και 2. Της απάτης κατ’ εξακολούθηση με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και στρέφεται κατά του νομικού προσώπου τράπεζας με επιτευχθέν όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (386 παρ. 1, 3β ΠΚ σε συνδυασμό με αρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950). Αντίστροφα, με το ίδιο ως άνω βούλευμα ο Ι.

Μ. του Β. απαλλάχθηκε των κατηγοριών για τα ως άνω αδικήματα, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του σε δίκη και συνεπώς δεν κλητεύτηκε να παραστεί στο Δικαστήριο. Όμως, μετά από την έκδοση του ως άνω βουλεύματος αλλά και μετά από τη διαδικασία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης στις 27-01-2014, ήρθαν στην κατοχή μου νέα αδιάσειστα στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν την αθωότητά μου και καθιστούν την παρουσία του ως άνω προσώπου απαραίτητη για την αποκάλυψη της αλήθειας στο Δικαστήριο.

Έτσι, μετά από ενδελεχή έρευνα που ζήτησα να γίνει στο αρχείο της εταιρίας μου ... και πράγματι έγινε τον Οκτώβριο 2015, αποκαλύφθηκαν έγγραφα που αποδεικνύουν ότι ο Ι. Μ. του Β. ήταν εκείνο το πρόσωπο που διέπραξε τις ακόλουθες πράξεις, για τις οποίες κατηγορούμαι σήμερα. Ειδικότερα: 1. Ο Ι. Μ. μου αποστέλλει επιστολή μέσω φαξ στις 29-10-2004 και ώρα 10:30, στην οποία μου απαντά σε προηγούμενη δική μου επιστολή με την οποία τον ενημέρωνα ότι μετέβην στην τράπεζα Πειραιώς και προσκόμισα το πληρεξούσιο της Κ.

που εκείνος μου έστειλε και μου αναφέρει επί λέξει: "ΠΡΟΣ ... - Γ. Π. Μίλησα με τον Σ. και μου είπε πως η θεία του πήγε μια φορά στην τράπεζα για να σπάσει το ομόλογο αλλά την μπέρδεψαν και δεν μπόρεσε να κάνει δουλειά. Είπε ακόμη πως δεν θέλει τα λεφτά στο όνομά του. Προτιμάει να είναι στο δικό σου όνομα και να σου δίνει εντολές για επενδύσεις.

Αυτός όλο τον επόμενο καιρό θα ταξιδεύει για δουλειές. Συμφωνήσαμε να φέρει τη θεία του στη Θεσσαλονίκη για να πάτε μαζί στην τράπεζα και να κάνετε ότι χρειάζεται. Είπε πως θα σου πάρει και τηλέφωνο. Γ. Μ. (υπογραφή)". Η υπογραφή του Ι. Μ. στο εν λόγω φαξ αποδεικνύεται από την έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Χ.

Σ. που προσκομίζεται με τους παρόντες ισχυρισμούς, ότι είναι γνήσια και έχει τεθεί από το χέρι του Ι. Μ.. 2. Στις 17-12-2004 και ώρα 17:45 ο Α. Κ., φίλος του Ι. Μ. και φερόμενος σε εμένα ως ανιψιός της Χ. Κ., απαντά σε εμένα μέσω φαξ και μου στέλνει μία επιστολή και μία εξουσιοδότηση. Η επιστολή ανέφερε επί λέξει: "ΠΡΟΣ ... - Γ.

Π. Γ. πήρα το φαξ που έστειλες χθες στον Γ.. Πίστεψέ με η γιαγιά είναι πολύ άρρωστη κι έχει πρόβλημα με τα πόδια της. Δεν μπορούμε να την μετακινήσουμε. Όταν θα έρθουμε στην τράπεζα θα έχει ότι χαρτιά χρειάζεται, μην ανησυχείς. Για την εξουσιοδότηση που λες, ξέρεις πως έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στον Γ.. Επειδή όμως μου το ζήτησες, σου στέλνω και μία εξουσιοδότηση.

Ευχαριστώ, Σ.ς (υπογραφή)". Ακολούθησε η εξουσιοδότηση, η οποία ανέγραφε τα εξής: "..., 17/12/2004 Εξουσιοδότηση Εγώ ο Κ. Α. του Ν. κάτοικος ... με Α.Δ.Τ. ... εξουσιοδοτώ τον Μ. Ι. του Β., κάτοικο ... με Α.Δ.Τ. ..., όπως εισπράττει για λογαριασμό μου και αντ’ εμού χρήματα από τον κ. Π. Γ. του Ι., κάτοικο ... με Α.Δ.Τ. ... προερχόμενα από πώληση ομολόγου της θείας μου Κ.

Χ.. Ο εξουσιοδοτών (υπογραφή)". 3 έως 6. Τα ακόλουθα τέσσερα έγγραφα, που αποκαλύπτεται ότι έχουν δημιουργηθεί ως ηλεκτρονικά αρχεία, παραχθέντα από το σκανάρισμα του ημερολογίου της γραμματείας της εταιρίας μου, ήδη από τις 07-01-2005 και δεν έχουν τροποποιηθεί έκτοτε (οράτε προς τούτο παρακαλώ τις δύο προσκομιζόμενες με το παρόν δικόγραφο τεχνικές εκθέσεις), αποκαλύπτουν ότι ο Ι.

Μ. έλαβε από εμένα, διά χειρός της γραμματέως Μ. Κ., τα εξής ποσά: Στις 23-12-2004 "το ποσό των 26.500 ευρώ", στις 28-12-2004 "το ποσό των 49.000 ευρώ", στις 29-12-2004 "το ποσό των 59.500 ευρώ" και στις 03-01-2005 "το ποσό των 45.000 ευρώ", δηλαδή όλα τα ποσά που είχα αναλάβει νωρίτερα από τον επίμαχο λογαριασμό της τράπεζας Πειραιώς κατ’ εντολή του Ι.

Μ., του Α. Κ. και της φερόμενης ως θείας του Χ. Κ.. Και στις τέσσερις ως άνω παραλαβές των ανωτέρω ποσών, ο Ι. Μ. υπογράφει ιδιοχείρως την παραλαβή του αντίστοιχου ποσού. Για όλες τις ανωτέρω υπογραφές του I. Μ., η ειδική δικαστική γραφολόγος Χ. Σ. αναφέρει ρητά στην προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης ότι "είναι γνήσιες, τέθηκαν δηλαδή πράγματι από τον Ι.

Μ., στον οποίο αποδίδονται" (σελ. 22 της έκθεσης). Λόγω της αποκάλυψης των ανωτέρω στοιχείων, άσκησα κατά του Ι. Μ. (και του συνεργάτη του Α. Κ.) την από 27-10-2015 και με αριθμό καταθέσεως ... μήνυση για τα αδικήματα της Α) Απάτης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 386 παρ. 1, 3β ΠΚ), Β) Πλαστογραφίας με χρήση κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 216 παρ. 1, 3α ΠΚ) και Γ) Ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 225 παρ.

Ια ΠΚ), προσκομίζοντας όλα τα παραπάνω αποδεικτικά έγγραφα. Με τα ως άνω δεδομένα λοιπόν, καθίσταται σαφές ότι το ανωτέρω πρόσωπο αποτελεί τον πλέον καθοριστικό μάρτυρα, ο οποίος θα ρίξει φως στις έως τώρα άγνωστες λεπτομέρειες της επίμαχης περιόδου Οκτώβριος 2004 - Ιανουάριος 2005. Η ακριβής διεύθυνση του ως άνω προσώπου, στην οποία μπορεί να κλητευτεί από την Εισαγγελική Αρχή, είναι: ..., οδός ....

Η διεύθυνση αυτή προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από 05-03-2014 εξουσιοδότηση του εν λόγω προσώπου προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Κ., από τον οποίο μπορεί επίσης να αναζητηθεί σε κάθε περίπτωση το εν λόγω πρόσωπο. Ωσαύτως, αιτούμαι όπως το Δικαστήριο Σας αναγνωρίσει την καθοριστική σημασία της μαρτυρίας του Ι.

Μ. του Β. στην παρούσα δίκη και αναβάλλει αυτήν προκειμένου κατ’ άρθρα 352 και 353 Κ.Π.Δ. να κλητευτεί το ως άνω πρόσωπο ως μάρτυρας, προκειμένου να καταθέσει στη δίκη". Το δικαστήριο της ουσίας, αφού επιφυλάχθηκε να αποφασίσει, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος μνημονεύει στο προοίμιο του σκεπτικού (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) "κρίνονται απόλυτα επαρκή για την ασφαλή διάγνωση της παρούσας υπόθεσης".

Με την προπαρατεθείσα αιτιολογία και συγκεκριμένα με την παραδοχή ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ώστε να μην κρίνεται αναγκαία η παρουσία του εν λόγω μάρτυρα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.

απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του άνω αιτήματος, δεν ήταν δε αναγκαία για την επάρκεια αυτής (αιτιολογίας) η παράθεση επιπλέον στοιχείων. Και τούτο πέραν του ότι το ως άνω αίτημα, όπως διατυπώθηκε, ήταν παντελώς αόριστο, αφού δεν διευκρινιζόταν το θέμα στο οποίο ο κλητευόμενος αυτός μάρτυρας θα εξεταζόταν, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην έχει υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του (Α.Π. 496/2016).

Ακόμη ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται από την απόρριψη της αίτησης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί ο ανωτέρω μάρτυρας. Και αυτό γιατί, όπως προαναφέρθηκε, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου αν θα αναβάλει ή όχι την εκδίκαση της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις, δεν υποχρεούται δε αυτό να διατάξει την αναβολή αν δεν κρίνει αναγκαία την προσκόμιση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, εφόσον κατά την κρίση του μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα με τα ήδη υπάρχοντα (Α.Π. 198/2015).

Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και Δ’ του Κ.Π.Δ. τρίτος εν μέρει λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επήλθαν από την αναιτιολόγητη απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Όπως προαναφέρεται η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ.

με σαφήνεια και πληρότητα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής, καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα ποινής.

Προϋποτίθεται όμως η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ζήτησε, επί λέξει "να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2 ε’ του Π.Κ.".

Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως ανωτέρω προτάθηκε, ήταν αόριστος, αφού υποβλήθηκε χωρίς την επίκληση κανενός συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού καλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, παρά μόνο με την επίκληση των διατάξεων που προβλέπει το άνω ελαφρυντικό. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του.

Παρά ταύτα το δικαστήριο για την απόρριψη αυτού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχετική αιτιολογία δεχόμενο ότι "Ενόψει της έντονης ηθικοκοινωνικής απαξίας των αξιοποίνων πράξεων που τέλεσε ο κατηγορούμενος σε συνδυασμό με το ότι δεν προέκυψε ότι αυτός, όντας υπό καθεστώς ελευθερίας, συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, επιδεικνύοντας αξιόλογη θετική κοινωνική δραστηριότητα και ουσιαστική διάθεση μεταστροφής του τις προπεριγραφείσες παράνομες δραστηριότητές του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του".

Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επήλθε από την αναιτιολόγητη απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. β’ και γ’ Κ.Π.Δ. "Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως.

Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανάγνωση στην κατ’ έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ’ αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από τη μη ανάγνωσή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες της έρευνας του σχετικού αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αμέσως μετά το πέρας της εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας αναγνώσθηκε από τον πρόεδρο η εκκαλουμένη 179/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της.

Στην αιτιολογία δε της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα στο δικαστήριο, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά και βρίσκονται στη δικογραφία και την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Εκ τούτων, σε συνδυασμό με το ότι δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εκκαλούμενη απόφαση αναγνώσθηκε μόνο ως προς το σκεπτικό ή το διατακτικό της, συνάγεται μετά βεβαιότητος ότι η απόφαση αυτή αναγνώσθηκε στο σύνολο της και επομένως αναγνώσθηκαν και τα ενσωματωμένα σ’ αυτήν πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης.

Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ , Γ’ και Δ’ του ΚΠΔ μόνος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, άλλως για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επήλθαν από τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του, των μη αναγνωσθέντων πρακτικών της εκκαλουμένης απόφασης, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Τέλος απορριπτέες ως απαράδεκτες είναι οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου κύριου και πρόσθετου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη δήλωση-αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2016 και με αριθμό εκθέσεως …/25-1-2016 δήλωση-αίτηση του Γ. Π. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, καθώς και τον από 2-9-2016 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της 1427/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ