Legislator Case Law & Legislation
1668/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of basis regarding facts considered by lower court.

Case Number 1668/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court ignored a claim regarding shares held as a trustee, but the court ruled this claim was inadmissible as it was not properly proposed during the appeal phase. Furthermore, the court found the appeal lacking basis because the lower court had actually considered and rejected the appellant's other arguments on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8, Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on a claim not lawfully proposed is inadmissible unless it concerns a non-proposable violation, a defect in the judgment itself, or public order, and an appeal based on matters considered by the court is unfounded if the court accepted or rejected the claim.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal argument unlawful proposal of claim consideration of facts rejection of appeal civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 77/2005
OL. AP 111/1996
12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1668 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1668/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντοςΧ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουκκούλλη.

Της αναιρεσίβλητης: "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Γαλάνη-Αχουζαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3381/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1112/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 5-3-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

"Πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο, καίτοι δεν προτάθηκαν νομίμως, συνεπάγεται, κατά τη διάταξη αυτή, την αναίρεση της απόφασης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα νομίμως και παραδεκτώς ισχυρισμό και τον δέχθηκε ή τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 77/2005).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μεταξύ των άλλων και τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Σύμφωνα με το (εκτιθέμενο στην αναιρεσιβαλλομένη) περιεχόμενο των ενεχυρικών συμβάσεων και ιδίως από τον τελευταίο όρο αυτών προκύπτει ότι, κατά την εκφρασμένη δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων, η ενσωματούμενη στα ενεχυρασθέντα χρεώγραφα χρηματική απαίτηση κατά των εκδοτριών τραπεζικών εταιριών εκχωρήθηκε από τον ενάγοντα προς την εναγόμενη δανείστρια Τράπεζα, στην οποία αναγνωρίσθηκε εμμέσως το επιλεκτικό δικαίωμα να μην ακολουθεί τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη της αξίας των χρεωγράφων προς ικανοποίηση της απαίτησής της από το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά να προβαίνει σε περαιτέρω εκχώρηση ή ενεχύραση της απαίτησης αυτής για την εξόφληση των αξιώσεών της.

Επί πλέον, αναγνωρίσθηκε ρητώς στην εναγομένη το δικαίωμα, να προβαίνει σε εκούσιο συμψηφισμό του ποσού, που θα εισέπραττε ως τίμημα από την εκποίηση, με απαιτήσεις της κατά της πιστούχου εταιρείας και του ενάγοντος, από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού. Με τη γενόμενη έτσι εκχώρηση της απαίτησης από τα ενεχυρασθέντα χρεώγραφα, αποκόπηκε κάθε δεσμός του ενάγοντος εκχωρητού με την εξ αυτών απαίτηση και η εναγομένη είχε δικαίωμα να εισπράξει την απαίτηση των χρεωγράφων για την ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης δικής της απαίτησης και να αποδώσει στον ενάγοντα ενεχυραστή το τυχόν υπόλοιπο.

Σημειωτέον ότι, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ( άρθρο 361 ΑΚ), είναι επιτρεπτή η παροχή στο δανειστή με την ίδια σύμβαση, περισσοτέρων εξασφαλιστικών της απαίτησής του μέτρων, όπως το ενέχυρο και η εκχώρηση της απαίτησης που ενσωματώνεται στο ενεχυραζόμενο αξιόγραφο και να παρέχεται στο δανειστή το δικαίωμα να επιλέξει ποιο από τα μέσα θα ενεργοποιήσει για την ικανοποίηση της αξίωσής του.

Εν όψει τούτων, δυνάμει συμβατικού δικαιώματος, προέβη η εναγομένη στις 19-1-1999, σε εκχώρηση των απαιτήσεών της από τα ενεχυρασθέντα χρεώγραφα (με εκποίηση τους) και σε συμψηφισμό του προϊόντος της εκποίησης αυτών (106.393.365 δραχμών) με το αντίστοιχο μέρος από το κατά πολύ υπέρτερο οφειλόμενο προς αυτήν από την πιστούχο και τον ενάγοντα εγγυητή κατάλοιπο του λογαριασμού, τον οποίο έκλεισε η εναγομένη, αφού προηγουμένως διαμαρτυρήθηκε εγγράφως προς την πιστούχο για την καθυστέρηση πληρωμής, των οφειλομένων .

Συγκεκριμένα, με την ... επιστολή της εναγομένης προς την εκπροσωπούμενη από τον ενάγοντα εταιρία "MEGA TRADE AND DISTRIBUTION AE" γνωστοποιήθηκε στην τελευταία, ότι οι λογαριασμοί της περιείχαν, ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ποσού 154.014.111 δραχμών και της τάχθηκε προθεσμία εξόφλησης μέχρι τις 10-12-1998, με την προειδοποίηση ότι, σε διαφορετική περίπτωση, η εναγομένη θα ασκούσε τα δικαιώματα από την πιστωτική σύμβαση για κλείσιμο του λογαριασμού και είσπραξη του συνόλου της απαίτησης με τα διατιθέμενα από τη σύμβαση και το νόμο μέσα.

Η εξακολουθητική μη πληρωμή των χρεών της πιστούχου και μετά τη διαμαρτυρία της εναγομένης, οδήγησαν την τελευταία στην απόφαση να κάνει χρήση του συμβατικού δικαιώματος εκποίησης των χρεωγράφων του ενάγοντος, τα οποία είχαν ενεχυρασθεί, ενώ ταυτοχρόνως είχε εκχωρηθεί (στην εναγομένη) και η περικλειόμενη σ' αυτά ενοχική αξίωση κατά των εκδοτριών τους τραπεζικών εταιριών, δεν αποτελούσε δε προϋπόθεση άσκησης του δικαιώματος εκχώρησης (εκποίησης) αυτών των χρεογράφων (ούτε για τον εκούσιο συμψηφισμό), κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα, ούτε το προηγούμενο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε η τήρηση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Συνεχίζει δε το Εφετείο τις παραδοχές του ως εξής: Ανεξάρτητα από τα παραπάνω το τίμημα της εκποίησης των επίμαχων χρεωγράφων του (τα οποία είχε ενεχυράσει και εκχωρήσει στην εναγομένη) επέφερε (δια συμψηφισμού) ισόποση απόσβεση της οφειλής της πιστούχου, για την οποία αυτός ήταν εις ολόκληρον υπεύθυνος και, επομένως, δεν προξενήθηκε σ' αυτόν περιουσιακή (ούτε κατ' επέκταση ηθική) βλάβη του, ώστε να θεμελιώνονται τα αντίστοιχα αγωγικά αιτήματά του.

Ειδικότερα, και με την υπόθεση ότι πρόωρα και χωρίς συμβατικό δικαίωμα προέβη η εναγομένη στην επίμαχη εκποίηση χρεωγράφων, δεν θεμελιώνεται το αγωγικό δικαίωμα αποζημίωσης, αφού ο ενάγων, αναφορικώς με την επικαλουμένη ζημιά του, δεν ισχυρίζεται ότι, έστω και μεταγενεστέρως, προσφέρθηκε να καταβάλει ή εν πάση περιπτώσει θα κατέβαλε το χρέος και θα απέτρεπε την αναγκαστική εκποίηση των χρεωγράφων του, ούτε ότι η περαιτέρω επιβάρυνση της οφειλής του με τόκους θα μπορούσε να καλυφθεί με ανατίμηση των χρεωγράφων του στον ενδιάμεσο χρόνο από την πρόωρη εκποίηση τους με νόμιμο τρόπο, ώστε να παρίσταται επιζήμια γι' αυτόν η πιο πάνω συμπεριφορά της εναγομένης.

Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ενάγοντος αποζημιώσεώς του εξ αδικοπραξίας και γιατί η εναγομένη δεν προέβη στην δια πλειστηριασμού εκποίηση των εν λόγω χρεωγράφων του. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8 της Κ.Πολ.Δ. 559 αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη γιατί παρά το νόμο, έλαβε υπόψη κρίσιμα πράγματα, ασκούντα, δηλαδή, ουσιώδη έκβαση στη δίκη μη προταθέντα ενώπιον του Εφετείου από την εφεσίβλητη εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό (αυτοτελή) ότι κατόπιν συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων η εναγομένη είχε το δικαίωμα να εκποιεί τα χρεώγραφα που είχε εις χείρας της λόγω ενεχύρου, χωρίς να τηρήσει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και στη συνέχεια να συμψηφίζει το τίμημα με τις απαιτήσεις της κατά της πιστούχου εταιρείας και του ενάγοντος εγγυητή από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της εφεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη η εφεσίβλητη εναγομένη, πρόβαλε τον άνω κρίσιμο αυτοτελή ισχυρισμό από την ΑΚ 361, με τρόπο μεν ευσύνοπτο αλλά νοηματικά σαφή και πλήρη.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής γιατί αφήνει αναιρετικά ανέπαφη την άλλη επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, ότι, δηλαδή, και με την υπόθεση ότι πρόωρα και χωρίς συμβατικό δικαίωμα προέβη η εναγομένη στην επίμαχη εκποίηση χρεωγράφων δεν θεμελιώνεται ουσιαστικά το αγωγικό δικαίωμα αποζημίωσης, διότι η ένδικη συμπεριφορά της εναγομένης επέφερε δια συμψηφισμού ισόποση απόσβεση της οφειλής της πιστούχου, για την οποία ο ενάγων ήταν εις ολόκληρον υπεύθυνος και, επομένως, δεν προξενήθηκε σ' αυτόν περιουσιακή (ούτε κατ' επέκταση ηθική) βλάβη του, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην επάλληλη αυτή αιτιολογία, όπως αυτά αναφέρονται παραπάνω ως παραδοχές του Εφετείου (επάλληλες).

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετό για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, ενώ για να είναι ορισμένος ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται, εκτός των άλλων, σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά του, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και επί πλέον να αναφέρονται οι ως αντιφατικές φερόμενες παραδοχές του Εφετείου.

Εν προκειμένω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση από το Εφετείο των άρθρων 1200, 1211 εδ. β, 1244 και 1253 ΑΚ είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, ούτε αυτές ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του.

Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος κατά το μέρος του που πλήττει της ίδια απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 455 ΑΚ, που ορίζει ότι "ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη", ήτοι για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται στις παραδοχές του Εφετείου η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του εν λόγω κανόνα δικαίου, ούτε ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού σχετικώς ή σε τί συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 460 ΑΚ, αφού δεν διέλαβε στο σκεπτικό της ότι υπήρξε αναγγελία από τον ενάγοντα (εγγυητή) δηλαδή οφειλέτη και κύριο των εκεχυρασθεισών μετοχών ή από την εναγομένη της φερομένης ως εκχωρηθείσας χρηματικής απαίτησης, απορρέουσας από τις ένδικες μετοχές, προς τις πρωτογενείς οφειλέτριες αυτής εκδότριες αυτών Τράπεζες, είναι αλυσιτελής και τούτο διότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η εναγομένη εκποίησε τις επίμαχες μετοχές κατόπιν σχετικής σύμβασής της με τον ενάγοντα, ο οποίος της έδωσε το σχετικό δικαίωμα, η οποία (σύμβαση καταρτίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ και έτσι δεν ευρίσκει πεδίο εφαρμογής το άρθρο 460 ΑΚ.

Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δεν εφάρμοσε το άρθρο 3 παρ. 3 του Α.Ν. 1818/1951, ούτε το άρθρο 41 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 και επιπλέον οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, αφού το Δικαστήριο εκείνο δέχτηκε συμφωνία των διαδίκων (361 ΑΚ), η οποία δεν αποκλείεται από το άρθρο 41 του Ν.Δ.

από 17-7/13-8-1923.

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 ΚΠολΔ, ο θεσπιζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου εντοπίζεται σε λάθος περί την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, συνιστάμενο στο ότι το δικαστήριο της ουσίας του απέδωσε περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνει την περίπτωση, κατά την οποία από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου το δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα που δεν θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια, που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, γιατί μ' αυτόν αποδίδεται όχι διαγνωστικό άλλα εκτιμητικό σφάλμα του Εφετείου, σε σχέση με το περιεχόμενο της από 15-5-1995 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο στην αναιρεσιβαλλομένη.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, προβάλλοντας αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι "πέραν των άνω συμβάσεων ενεχύρου παρέδωσε επίσης στην εναγομένη ως παρακαταθήκη, την 22-3-1996, 740 μετοχές της Τράπεζας Πίστεως ΑΕ, τις οποίες η εναγομένη τις παρέλαβε και τις κράτησε στην κατοχή της ως θεματοφύλακας, στη συνέχεια δε αυθαιρέτως τις εκποίησε δια της χρηματιστηριακής οδού" τον οποίο δεν επανέφερε στο Εφετείο (κατά τα εκτιθέμενα στο ίδιο λόγο) νομίμως ως εκκαλών με το εφετήριο ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων σύμφωνα με τα άρθρα 520, 525 και 527 ΚΠολΔ αλλά με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ενώ, εξάλλου, ουδεμία από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις παραδεκτής πρότασης λόγου αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά σιωπηρή, συναγόμενη από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 111/1996, 12/1991).

Συνεπώς, ο έβδομος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον πέμπτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος με τον οποίο επανέφερε ισχυρισμό του από τα άρθρα 2 ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ και τον απέρριψε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1112/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ