Legislator Case Law & Legislation
1667/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance commission dispute, rejecting claim of ignored website evidence.

Case Number 1667/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding insurance commission claims. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific website publications submitted as evidence, while the insurance companies contended the lower court properly evaluated all submitted documents. The court ruled that the appellate decision explicitly acknowledged receipt and consideration of these publications, making the appeal's claim of omission factually incorrect and legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court's reasoning demonstrates that all evidence presented by the parties, including specific documents or website publications, was duly taken into account and evaluated within the scope of its free assessment of evidence.

Keywords

AI generated
appeal dismissal free assessment of evidence website publications insurance commission Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1667 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1667/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 3-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ Ελληνική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ Hellas", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ Πρακτορειακή", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη Μπαλτά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4466/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3460/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 17-2-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3460/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, μόνο ως προς το λόγο της που αφορούσε το επικουρικό αίτημα της αγωγής του (περί αναγνώρισης, στην περίπτωση μη λύσης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ότι οι εναγόμενες- αναιρεσίβλητες εταιρίες οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως ασφαλιστικό σύμβουλο, προμήθειες τριών ετών), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς αυτό, κράτησε και δίκασε την αγωγή του μόνο ως προς το ως άνω επικουρικό της αίτημα, το οποίο απέρριψε ως αόριστο (και το οποίο δεν προσβάλλεται με την κρινόμενη αναίρεση) και απέρριψε, κατά τα λοιπά, την έφεσή ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθ. 4466/2019 πρωτοβάθμια οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του ως προς την πρώτη εναγομένη - ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 13.311,38 ευρώ, ως μπόνους χαρτοφυλακίου, (κεφάλαιο της απόφασης που δεν προσβαλόταν με την έφεσή του ούτε προσβάλλεται με την κρινόμενη αναίρεση), και είχε απορρίψει, κατά τα λοιπά, την αγωγή του, ως προς τις πρώτη και τρίτη εναγόμενες - ήδη πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες, ήτοι ως προς τα αιτήματα αναγνώρισης της υποχρέωσής τους να του καταβάλουν α) υπερπρομήθειες για το μετά την καταγγελία των συμβάσεών του με αυτές χρονικό διάστημα και β) για χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την μη επανάληψή της στο μέλλον.

Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητας του προσβληθέντος, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του.

Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.Α.Π.812/1980, Α.Π.445/2023, Α.Π.712/2016, Α.Π. 1599/2000). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 (ως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 136 περ.α'του Ν.5090/2024) και 363 του Π.Κ.

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 ΑΚ αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπόληψης άλλου με εξύβριση ή δυσφήμηση, αίρεται κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ (ως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 136 περ.α' του Ν.5090/2024 και εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο) και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Με την ανωτέρω διάταξη εισάγονται εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, συναπτόμενης προς επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη, η δε ανταλλαγή γνωμών άγει στην έρευνα και στη διαπίστωση της πιο ωφέλιμης προοδευτικής αρχής, χάριν της προστασίας του ανθρώπου.

Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας (άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ), όταν η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (Α.Π.1813/2022, Α.Π.450/2019, Α.Π.712/2016, Α.Π.265/2015.) Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.

ΑΚ (Α.Π.445/2023, Α.Π.1017/2020, Α.Π.712/2016, Α.Π. 265/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/ 2019, Α.Π.708/2017).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ.Α.Π.32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος δραστηριοποιείται στο χώρο των ασφαλίσεων και τυγχάνει ασφαλιστικός σύμβουλος, διατηρούσε από το έτος 1985 επαγγελματική συνεργασία με τον όμιλο εταιριών ING.

Συγκεκριμένα, δυνάμει του από 1-10-1985 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Μισθώσεως Έργου, που είχε καταρτιστεί μεταξύ του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης εταιρίας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN LEVENSVERZEKERING MIJ N.V.", ο πρώτος ανέλαβε ως Διευθυντής Υποκαταστήματος (Agency Manager) την εξεύρεση, επιλογή και θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των παραγωγών ασφαλίσεων και την παρακολούθηση της δραστηριότητάς τους στον κλάδο ζωής, έναντι αμοιβής (εκπαιδευτικό επίδομα), όπως αυτή καθοριζόταν στην εν λόγω σύμβαση, όπως τροποποιήθηκε, ως προς το επίδομα διατήρησης ασφαλίστρων με το από 1-1-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Επιπλέον, με την από 1-2-1992 "Σύμβαση Παραγωγού Ασφαλίσεων Ζωής" ο ενάγων είχε συνάψει με την ως άνω δικαιοπάροχο της πρώτης εναγομένης, σύμβαση, ως παραγωγός (ασφαλιστικός σύμβουλος), με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να διαμεσολαβεί μεταξύ της δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης και τρίτων, στην κατάρτιση συμβολαίων ζωής, προσωπικών ατυχημάτων νοσοκομειακής περίθαλψης κλπ., έναντι αμοιβής (προμήθειας), όπως αναφέρεται στην εν λόγω σύμβαση.

Στη συνέχεια, στις 11-9-1998 κατήρτισε με τη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγομένης ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας για την προώθηση διάθεσης αμοιβαίων κεφαλαίων, με το οποίο ανέλαβε την προώθηση της διάθεσης προς το επενδυτικό κοινό μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων που διέθετε και διαχειριζόταν η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "NATIONALE - NEDERLANDEN Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", έναντι αμοιβής (προμήθειας), όπως αυτή καθοριζόταν στην εν λόγω σύμβαση, ενώ, με το από 2-4-2003 "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Συνεργασίας για την Προώθηση Διάθεσης Τραπεζικών Προϊόντων" που είχε συνάψει με την πρώτη εναγομένη, ανέλαβε τη διάθεση προϊόντων της Τράπεζας Πειραιώς, τη διάθεση των οποίων είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη δυνάμει συμβάσεως που είχε καταρτίσει με την Τράπεζα Πειραιώς, έναντι αμοιβής (προμήθειας), όπως αυτή καθοριζόταν στην εν λόγω σύμβαση.

Ακολούθως, με την τρίτη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία είχε τότε την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων", ο ενάγων κατήρτισε την από 1/2/2007 σύμβαση συνεργασίας, ως ασφαλιστικός σύμβουλος, μετά του από 15/9/2009 Προσαρτήματος, έναντι αμοιβής, όπως αυτή καθοριζόταν στην εν λόγω σύμβαση.

Στην ανωτέρω από 1/2/1992 Σύμβαση παραγωγού ασφαλίσεων ζωής, στον όρο Α.(5) προβλεπόταν ότι "Ο παραγωγός συμφωνεί και αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε όλη τη διάρκεια ισχύος της παρούσης συμβάσεως, να παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά και μόνο στην Εταιρία και να μην αναλαμβάνει ή επιδιώκει με οποιοδήποτε τρόπο την ανάληψη συνεργασίας με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, ούτε να διαμεσολαβεί άμεσα ή έμμεσα για την κατάρτιση οποιασδήποτε ασφαλίσεως για λογαριασμό ή προς όφελος άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς επίσης και να μην προκαλεί την ακύρωση ασφαλιστηρίων συμβολαίων πελατών της Εταιρίας με σκοπό τη σύναψή τους με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση".

Ομοίως, στο από 1/10/1985 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο όρος 8 όριζε πως "ο εργολήπτης υποχρεούται όπως κατά τη διάρκεια της παρούσης συμβάσεως μη επιδιώξει ή αναλάβει την εκτέλεση παρεμφερούς έργου παρ' ετέρα εταιρία ή παρ' ετέρω εργοδότη".

Καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με τις ανωτέρω εταιρίες ο ενάγων εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα και εμφάνισε αυξημένη παραγωγή ασφαλιστηρίων συμβολαίων και για αυτό το λόγο βραβευόταν από τις εναγόμενες, ενώ από το 2008 ήταν Διευθυντής υποκαταστήματος στην Αθήνα.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι εναγόμενες, ασκώντας το συμβατικό τους δικαίωμα για την απρόθεσμη καταγγελία των ένδικων συμβάσεων με την από 17-05-2010 εξώδικη καταγγελία, που κοινοποίησαν στον ενάγοντα αυθημερόν, κατήγγειλαν τις ανωτέρω συμβάσεις, επικαλούμενες σπουδαίο λόγο. Συγκεκριμένα, με την ως άνω καταγγελία ισχυρίστηκαν ότι ο ενάγων επέδειξε αντισυμβατική, αντιδεοντολογική και άκρως ζημιογόνα συμπεριφορά, συνισταμένη (α) στην επανειλημμένη, εκ μέρους του, ενώπιον τρίτων - συνεργατών του υποκαταστήματος το οποίο διηύθυνε, με λόγια και έργα αμφισβήτηση και απαξίωση των ανωτάτων διευθυντικών στελεχών των εναγομένων, καθώς και των ίδιων των εταιριών, ως προς την αξιοπιστία, το κύρος, την οικονομική τους οντότητα και βιωσιμότητα και τις ακολουθούμενες από αυτές μεθόδους εργασιών, υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη του δικτύου πωλήσεων και κατ' επέκταση των ασφαλισμένων πελατών έναντι των εναγουσών και (β) στις επαφές και διαπραγματεύσεις για ανάληψη συνεργασίας με άλλες ανταγωνιστικές εταιρίες, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνεργάτες ασφαλιστικούς συμβούλους του υποκαταστήματος, επιχειρώντας να τους προσεταιριστεί.

Περαιτέρω, στην ίδια ως άνω από 17-05-2010 εξώδικη καταγγελία οι εναγόμενες δήλωσαν ότι, επειδή αναγνωρίζουν την πολυετή προσφορά του ενάγοντος, είναι πρόθυμες να του καταβάλουν τόσο τις προμήθειες, όσο και τις υπερπρομήθειες που απορρέουν από τα χαρτοφυλάκιά του για χρονικό διάστημα τριών ετών από την καταγγελία, με τη ρητή προϋπόθεση ότι:

α) δεν θα προκαλέσει ακύρωση οποιουδήποτε συμβολαίου για να μεταφερθεί σε άλλη εταιρία, β) θα απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια που θα αποσκοπήσει σε βλάβη τους και γ) θα απέχει από οποιαδήποτε απόπειρα στρατολόγησης οποιουδήποτε των συνεργατών τους. Ο ενάγων με την από 19-5-2010 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία-δήλωσή του, που κοινοποίησε στις εναγόμενες στις 23-06-2010, αρνήθηκε τη βασιμότητα των ανωτέρω καταγγελιών, τις οποίες χαρακτήρισε ψευδείς και ακολούθως συμφώνησε να μην προκαλέσει ακύρωση των συμβολαίων, ούτε να επιδιώξει στρατολόγηση συνεργατών.

Οι εναγόμενες εταιρίες συνέχισαν να του καταβάλουν τις προμήθειες και υπερπρομήθειες που του αναλογούσαν μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου του 2010. Ακολούθως, όμως, όταν πληροφορήθηκαν ότι ο ενάγων αθέτησε την ως άνω υπόσχεσή του αναφορικά με τη στρατολόγηση συνεργατών τους σε άλλη εταιρία, του απέστειλαν την από 16-09-2010 εξώδικη δήλωση, που του κοινοποιήθηκε αυθημερόν και του δήλωσαν ότι αποδεσμεύονται από την υποχρέωση να του αποδώσουν οποιαδήποτε προμήθεια επί των χαρτοφυλακίων των ασφαλιστηρίων παραγωγής του που εξακολουθούσαν να παραμένουν στις εναγόμενες.

Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του διατείνεται ότι το περιεχόμενο της από 17-5-2010 καταγγελίας είναι ψευδές και συκοφαντικό και ότι αυτή (καταγγελία) είναι παράνομη και καταχρηστική. Ωστόσο, αναφορικά με τη βασιμότητα ή μη του περιεχομένου της ως άνω καταγγελίας αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων, ο οποίος από το 2008 είχε τη θέση του Διευθυντή Υποκαταστήματος, όπως ήδη αναφέρθηκε, (Agency Manager), όντας δυσαρεστημένος και αισθανόμενος αδικηθείς επειδή δεν κατέλαβε τη θέση του Περιφερειακού Διευθυντή (area manager), άρχισε σταδιακά, μαζί με το στενό του συνεργάτη Ε. Κ., Βοηθό Διευθυντή του υποκαταστήματος το οποίο διηύθυνε ο ενάγων, να απαξιώνει το κύρος των εναγομένων εταιριών σε συναντήσεις που είχε με τους συνεργάτες της ομάδας του, τόσο στο χώρο εργασίας τους, όσο και στην οικία του ενάγοντος, σπέρνοντάς τους αμφιβολίες σχετικά με τη βιωσιμότητα των εταιριών και κατ' επέκταση με το επαγγελματικό τους μέλλον ως ασφαλιστικών συμβούλων.

Ταυτόχρονα μιλούσε απαξιωτικά για τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη των εναγομένων, ήτοι τον Περιφερειακό Διευθυντή Π. Π. και την τότε Γενική Διευθύντρια Πωλήσεων Σ. Ρ., τους οποίους ο ενάγων κατηγορούσε ότι πάνε για κλείσιμο την εταιρία, επειδή είναι ανίκανοι στη διαχείριση, ενώ επιπλέον ισχυριζόταν άλλοτε ότι η ING φεύγει από την Ελλάδα και άλλοτε ότι θα καταργήσει το δίκτυο πωλήσεων.

Μοναδικός σκοπός του ήταν να ασκήσει πίεση και να εκφοβίσει τους ασφαλιστές, προκειμένου να τον ακολουθήσουν σε άλλη ασφαλιστική εταιρία, με την οποία είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις. Σε συναντήσεις του δε, τους έλεγε ότι φροντίζει για αυτούς και ότι ψάχνει να βρει την καλύτερη συνεργασία για να φύγουν από την ING.

Εν τω μεταξύ, ο ενάγων ήδη είχε αρχίσει, όπως προεκτέθηκε, τις διαπραγματεύσεις με ανταγωνίστριες των εναγομένων εταιρίες. Τις διαπραγματεύσεις αυτές ανέστειλε για κάποιο χρονικό διάστημα το έτος 2009, όταν επήλθε κρίση στο χώρο των ασφαλειών, με την πτώχευση, μεγάλων ασφαλιστικών εταιριών, και την εξ αυτής απελευθέρωση στην αγορά πολλών ασφαλιστών, ωστόσο τις συνέχισε στα τέλη του έτους 2009 και κυρίως το έτος 2010, οπότε βρισκόταν στο στάδιο της τελικής διαπραγμάτευσης με τις ασφαλιστικές εταιρίες ΑΧΑ και Groupama.

Ο ενάγων, αρνούμενος όσα οι εναγόμενες διέλαβαν σε βάρος του στην από 17/5/2010 εξώδικη καταγγελία, διατείνεται ότι ουδόλως προέβη σε απαξίωση των εταιριών, επικαλούμενος έγγραφα, αποσταλέντα από τον Ιανουάριο του 2009 από την ανώτατη ιεραρχία της διοίκησης, η οποία εξέφραζε προβληματισμούς για την υποβάθμιση της ING στην ελληνική αγορά και τις απώλειες του χαρτοφυλακίου της, ενώ ταυτόχρονα προσκόμισε σχετικές δημοσιεύσεις του τύπου.

Ωστόσο, τα παραπάνω γεγονότα δεν αναιρούν τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από το σύνολο του εισφερθέντος αποδεικτικού υλικού, ήτοι ότι ο ενάγων επικεντρωνόταν συνέχεια στο να τονίζει ότι οι εταιρίες έχουν δυσοίωνο μέλλον, να απαξιώνει το έργο τους και να μειώνει τα ηγετικά στελέχη των εναγομένων εταιριών, με μοναδικό στόχο να πείσει συνεργάτες του να αλλάξουν εταιρία, πράγμα το οποίο τελικά επιτεύχθηκε.

Ειδικότερα, ο ενάγων δύο μήνες κατόπιν της αποχώρησής του από τον όμιλο των εναγομένων, άρχισε συνεργασία με την εταιρία "Groupama", με την οποία είχε αρχίσει ήδη διαπραγματεύσεις, όπως ήδη επισημάνθηκε, σε χρόνο πολύ προγενέστερο της καταγγελίας. Συγκεκριμένα, προσλήφθηκε ως Περιφερειακός Διευθυντής (Area Manager), δηλαδή σε ανώτατη θέση την οποία επιδίωκε και στις εναγόμενες εταιρίες, αλλά δεν είχε καταφέρει να πετύχει, ενώ στην ως άνω εταιρία τον ακολούθησε και η σύζυγός του Ε.

Μ. και ο Ε. Κ., ο οποίος πήρε τη θέση του Διευθυντή υποκαταστήματος. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι στις 29 και 30-6-2010 μία ομάδα δέκα ασφαλιστικών συμβούλων του γραφείου του ενάγοντος, με πανομοιότυπου περιεχομένου εξώδικά τους κατήγγειλαν τις συμβάσεις τους με τις εναγόμενες και άρχισαν συνεργασία με υποκατάστημα της "Groupama" και δη οι Γ.

Σ., Γ. και Σ. Α., Δ. Α., Α. Β., Μ. Κ., Σ. Δ., Β. Ν., Μ. Μ., Δ. Α., Α. Ξ., Δ. Δ., Δ. Μ., Α. Φ. Οι ασφαλιστές αυτοί είχαν "στρατολογηθεί" από τον ενάγοντα, πλέον συγκεκριμένα δε, η αποχώρησή τους και η εισχώρηση στην ίδια εταιρία με αυτόν, είχε προετοιμαστεί καιρό πριν, όταν ο ενάγων προκειμένου να πετύχει όσο το δυνατόν καλύτερους όρους συνεργασίας με άλλη εταιρία επιχείρησε να οργανώσει, μέχρι την αποχώρησή του, την απόσπαση εξειδικευμένου, ικανού και έμπειρου ανθρώπινου εργατικού δυναμικού.

Όταν δε, οι εναγόμενες εταιρίες πληροφορήθηκαν ότι ο ενάγων είχε πείσει τους ως άνω ασφαλιστικούς συμβούλους να εργαστούν στην "Groupama", στο ίδιο μάλιστα ασφαλιστικό γραφείο, διευθυντής του οποίου ήταν ο Ε. Κ., στενός συνεργάτης του ενάγοντος, αποφάσισαν να διακόψουν την απόδοση σε αυτόν οποιασδήποτε προμήθειας και υπερπρομήθειας επί των χαρτοφυλακίων των ασφαλιστηρίων παραγωγής του, που εξακολουθούσαν να παραμένουν στις εναγόμενες, την οποία οικειοθελώς συνέχιζαν, χωρίς να έχουν νομική προς τούτο υποχρέωση, να του καταβάλουν, μετά την ως άνω καταγγελία.

Όλα τα ανωτέρω προέκυψαν με βεβαιότητα από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ιδίως από τις ένορκες βεβαιώσεις του Μ. Π., Κ. Ζ. και Π. Π., οι οποίοι ανήκαν στην ίδια ομάδα με τον ενάγοντα και έχοντας ιδία αντίληψη μεταφέρουν άμεσα, παραστατικά και έντονα το κλίμα που επικρατούσε στο γραφείο τους και επιβεβαιώνονται από όσα κατέθεσε στο ακροατήριο η εξετασθείσα μάρτυρας ανταπόδειξης.

Τα προεκτεθέντα δεν αναιρούνται ούτε από τον μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος δεν έχει άμεση αντίληψη για την κατάσταση που επικρατούσε στις εναγόμενες εταιρίες, καθώς εργαζόταν σε άλλη ασφαλιστική εταιρία και κατέθεσε ότι γνώρισε τον ενάγοντα μόλις τον Μάιο του 2010, αλλά ούτε και από τις προσκομισθείσες το πρώτον από τον εκκαλούντα ένορκες βεβαιώσεις της γραμματέως Α. - Μ.

Τ. και του ασφαλιστικού συμβούλου Γ. Σ., οι οποίοι σημειωτέον αμέσως μετά την αποχώρησή τους από τις εναγόμενες εταιρίες, προσλήφθηκαν στην "Groupama" και οι καταθέσεις τους ελέγχονται ως μη πειστικές. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι η αρχική πρόθεση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα προμήθειες και υπερπρομήθειες τριών ετών δεν καταδεικνύει την έλλειψη σπουδαίου λόγου καταγγελίας των συμβάσεών του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά την επιδίωξη των τελευταίων να του δώσουν κίνητρο και να τον αποτρέψουν από το να προβεί σε πράξεις, που θα είχαν δυσμενέστερες συνέπειες για αυτές, στόχος ο οποίος τελικά δεν επιτεύχθηκε.

Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι η προαναφερόμενη από 17-5-2010 καταγγελία έγινε, επειδή α) σκοπός των εναγομένων ήταν να προκαλέσουν την αποχώρησή του, καθώς είχαν τακτική να μεθοδεύουν λόγους καταγγελιών των συμβάσεων διευθυντών, προκειμένου να αποφεύγουν την καταβολή αποζημιώσεων και προκειμένου να μειωθεί ο αριθμός των ασφαλιστικών γραφείων και τα λειτουργικά έξοδά τους, β) σκοπός των εναγομένων ήταν να διανείμουν το χαρτοφυλάκιό του και γ) επιδίωκαν την τιμωρία του, διότι αυτός διαμαρτυρήθηκε στη διοίκηση και ζητούσε να τοποθετηθούν εγγράφως για την πορεία των εταιριών, ουδόλως αποδείχτηκαν.

Αντιθέτως, προέκυψε με βεβαιότητα, ότι οι εναγόμενες κατήγγειλαν επίσης τη σύμβαση του Ε. Κ., στενού συνεργάτη του ενάγοντος και Βοηθού Διευθυντή του υποκαταστήματος το οποίο διηύθυνε τελευταίος, λόγω σπουδαίου λόγου, όπως η ύπαρξη του έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 6325/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία ο Ε.

Κ. από κοινού με τον ενάγοντα αμφισβητούσαν και απαξίωναν με λόγια και έργα τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη των εναγομένων, καθώς και τις ίδιες τις εναγόμενες εταιρίες, αναφορικά με το κύρος, την οικονομική τους οντότητα και βιωσιμότητα και τις μεθόδους εργασίας τους και προέβησαν σε επαφές και διαπραγματεύσεις με άλλες ανταγωνιστικές εταιρίες για ανάληψη συνεργασίας μαζί τους.

Εξάλλου, αντιβαίνει στους κανόνες κοινής λογικής και πείρας να προβούν οι εναγόμενες εταιρίες σε καταγγελία της σύμβασης ενός ικανότατου στελέχους, όπως ήταν ο ενάγων, ενώ τους επέφερε με την απόδοσή του κέρδη, αν δεν είχαν πράγματι κάποιο σπουδαίο λόγο. Όσον αφορά τα αιτήματα του ενάγοντος - εκκαλούντος, περί επίδειξης εκ μέρους των εναγομένων - εφεσιβλήτων της από 12-12-2016 πρωτότυπης κατάστασης με τίτλο "Ασφαλιστήρια χαρτοφυλακείου του γραφείου πωλήσεων του οποίου Διευθυντής ήταν μέχρι 17-5-2010 ο Δ.

Κ., τα οποία κατέστησαν άκυρα - ανενεργά στο χρονικό διάστημα από 18-5-2010 έως 17-5-2013, από τα 15.653 τα οποία ήταν ενεργά την 17-5-2010" και διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οιαδήποτε μεταφορά ασφαλιστικού συμβολαίου του ως άνω χρονικού διαστήματος έχει λάβει χώρα με δική του άμεση ή έμμεση συνδρομή, κρίνονται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα.

Τούτο, δε, διότι το παρόν Δικαστήριο από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ήδη σχημάτισε βέβαιη κρίση περί των προρρηθέντων πραγματικών περιστατικών και η επίδειξη των ανωτέρω εγγράφων, ή η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης δεν θα εισφέρει κάτι περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι οι εναγόμενες ουδόλως ισχυρίστηκαν στην ένδικη καταγγελία τους ότι ο ενάγων προέβη σε ακύρωση ασφαλιστικών συμβολαίων και ότι για αυτό το λόγο προέβησαν στην καταγγελία των συμβάσεών του, οπότε το στοιχείο αυτό δεν συνιστά αντικείμενο έρευνας από το παρόν Δικαστήριο.

Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων σε αντίθεση με τις επιταγές των χρηστών ηθών και της επαγγελματικής ευσυνειδησίας που επέβαλαν την εκ μέρους του προώθηση των συμφερόντων των εναγομένων, διατάραξε το κλίμα συνεργασίας των συνεργατών του, εκφράστηκε υποτιμητικά για στελέχη των εναγομένων εταιριών και αναζήτησε, ενώ εργαζόταν στις εναγόμενες, επαγγελματική διέξοδο σε άλλη ανταγωνιστική εταιρία.

Κατ' αυτόν τον τρόπο όμως, ο ενάγων εκδήλωσε αντισυμβατική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, οφειλόμενη σε βαρύ παράπτωμά του, που συνεπάγεται την αστική του ευθύνη για μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Συνεπώς, η από 17-5-2010 καταγγελία συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους των εναγομένων εταιριών, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, ενώ τα διαλαμβανόμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά ήταν αληθή. Όσον αφορά δε, την επικουρικώς προβληθείσα ένσταση του εκκαλούντος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγομένων - εφεσίβλητων ασφαλιστικών εταιριών, συνιστάμενη στο ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αυτές είχαν σπουδαίο λόγο καταγγελίας εναντίον του θα έπρεπε να λάβουν υπόψη τους το τεράστιο έργο που αυτός έχει προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια για δική τους ωφέλεια, έχοντας δαπανήσει εξ ιδίων πολλά χρήματα και να σταθμίσουν τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο αυτή, ώστε να μην προβούν σε καταγγελία της σύμβασής του, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα προρρηθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατ' άρθρο 281.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, εφόσον τα ιστορούμενα στην από 17-5-2010 καταγγελία ήταν αληθή, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ), αλλά ούτε και αυτού της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ), καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενες εταιρίες διέδωσαν το περιεχόμενο της ως άνω καταγγελίας σε τρίτους.

Εντούτοις, τα όσα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενες στην από 17/5/2010 καταγγελία τους ήταν καταρχήν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, καθώς τον εμφάνιζαν ως ανέντιμο επαγγελματία, πλην όμως έγιναν για να προασπίσουν τα δικαιώματα των εναγομένων εταιριών, αφού αυτές προέβησαν στους ανωτέρω ισχυρισμούς, προκειμένου να προασπίσουν τα συμφέροντά τους από την αντισυμβατική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά του ενάγοντος και να καταγγείλουν τις μεταξύ τους συμβάσεις, δηλώνοντας επακριβώς τους λόγους, γενομένης δεκτής ως και ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης των εναγομένων περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (άρθρο 367 παρ.1 περ.

γ Π Κ), ένσταση που παραδεκτά επαναφέρουν. Επομένως, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και συνακόλουθα δεν δύναται να θεμελιωθεί αδικοπραξία, ούτε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ώστε να δικαιούται ο τελευταίος χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι." Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια (όχι δε και από τους αριθ.8, 11, 17 και 20, καθόσον δεν προβάλλει αιτιάσεις για πλημμέλειες που να δύνανται να υπαχθούν σ' αυτούς τους λόγους) με την αιτίαση ότι αυτή έχει ασαφείς αιτιολογίες, χωρίς, όμως, να αναφέρει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και χωρίς να εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνο περιορισμένες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές αυτής και χωρίς να αναφέρει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επομένως, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, ο ως άνω λόγος είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.

Σε κάθε δε περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 367 παρ.1γ' του Π.Κ., την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συγκεκριμένα ότι: α) οι εναγόμενες - αναιρεσίβλητες, ασκώντας το συμβατικό τους δικαίωμα για την απρόθεσμη καταγγελία των ένδικων συμβάσεών τους με τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, με την από 17-5-2010 εξώδικη καταγγελία, που του κοινοποίησαν νόμιμα, κατήγγειλαν τις ανωτέρω συμβάσεις, επικαλούμενες σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων είχε επιδείξει αντισυμβατική, αντιδεοντολογική και άκρως ζημιογόνα γι' αυτές συμπεριφορά, συνισταμένη στην επανειλημμένη, εκ μέρους του, ενώπιον τρίτων - συνεργατών του, με λόγια και έργα αμφισβήτηση και απαξίωση των ανωτάτων διευθυντικών στελεχών των εναγομένων -αναιρεσίβλητων εταιριών, καθώς και των ίδιων των εταιριών, ως προς την αξιοπιστία, το κύρος, την οικονομική τους οντότητα και βιωσιμότητα, υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη του δικτύου πωλήσεων και κατ' επέκταση των ασφαλισμένων πελατών έναντι των εναγομένων εταιριών και ότι είχε αναπτύξει επαφές και διαπραγματεύσεις για ανάληψη συνεργασίας με άλλες ανταγωνιστικές εταιρίες επιχειρώντας να προσεταιριστεί συνεργάτες ασφαλιστικούς συμβούλους του υποκαταστήματός του στις νέες εταιρίες, με τις οποίες θα συνεργαζόταν, β) ότι τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω καταγγελία πραγματικά περιστατικά ήταν αληθή, συνιστώντας σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους των εναγομένων εταιριών των συμβάσεών τους με τον ενάγοντα, καθόσον ο τελευταίος, σε αντίθεση με τις επιταγές των χρηστών ηθών και της επαγγελματικής ευσυνειδησίας που επέβαλαν την εκ μέρους του προώθηση των συμφερόντων των εναγομένων, διατάραξε το κλίμα συνεργασίας των συνεργατών του, εκφράστηκε υποτιμητικά για στελέχη των εναγομένων εταιριών και αναζήτησε, ενώ εργαζόταν στις εναγόμενες, επαγγελματική διέξοδο σε άλλη ανταγωνιστική εταιρία, εκδηλώνοντας αντισυμβατική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά, οφειλόμενη σε βαρύ παράπτωμά του, γ) ότι εφόσον τα ιστορούμενα στην ως άνω καταγγελία ήταν αληθή, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ), αλλά ούτε και αυτού της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ), καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενες εταιρίες διέδωσαν το περιεχόμενο της ως άνω καταγγελίας σε τρίτους, όμως αυτά ήταν καταρχήν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, καθώς τον εμφάνιζαν ως ανέντιμο επαγγελματία, πλην όμως έγιναν για να προασπίσουν τα δικαιώματα των εναγομένων εταιριών, αφού αυτές προέβησαν στους ανωτέρω ισχυρισμούς, προκειμένου να προασπίσουν τα συμφέροντά τους από την αντισυμβατική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά του ενάγοντος και να καταγγείλουν τις μεταξύ τους συμβάσεις, δ) ότι, τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως προς την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ, καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης των εναγομένων εταιριών περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης τους, ένεκα δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και συνακόλουθα δεν δύναται να θεμελιωθεί αδικοπραξία, ούτε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ώστε να δικαιούται ο τελευταίος χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο της ένδικης καταγγελίας και δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που δεν συνέβησαν, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι πρόκειται για ισχυρισμούς που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι επιπλέον απορριπτέος και ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 374/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019).

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με τον Ν.4335/2015 αρχικά και τον Ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).

Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου λήψης των κατωτέρω αναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων (στις 19-12-2016), αφού κατά τα άρθρα 12, 21 εδ. β` και 24 παρ. 1 α` του ΕισΝΚΠολΔ, που εκφράζουν γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο, που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1175/2019), οριζόταν ότι "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση" (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (άρθρο 424).

Την τήρηση των ανωτέρω αναγκαίων προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να την ερευνήσει, όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1175/2019).

Επομένως, για το ορισμένο του ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 α` λόγου αναίρεσης, στον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της, παρά τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαίωσης, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, εκτός των ανωτέρω αναφερθέντων για το ορισμένο του λόγου, πρέπει να περιλαμβάνονται στον λόγο αναίρεσης και όλα τα στοιχεία των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία καθιστούν την ένορκη βεβαίωση μη υπαρκτό αποδεικτικό μέσο.

Επακολούθησε ο Ν. 4842/13-10-2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1/1/2022, και ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα, και ειδικότερα με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ, ως ακολούθως: " Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν:

α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.

Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με την διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β`, όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10-12-2021, ορίστηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.

Η ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 424 έγινε γιατί, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4842/2021 "η ισχύουσα ρύθμιση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ασφάλειας... με αποτέλεσμα οι διάδικοι να στερούνται ενός σημαντικού αποδεικτικού μέσου για κάποιο επουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα, όταν το δικαστήριο θεωρεί (ενν.

λόγω αυτού) ότι η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη". Με την τροποποίηση δηλαδή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή.

Η μεταβατική αυτή διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β`Ν. 4842/2021 δεν εφαρμόζεται και επί των υποθέσεων, που έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, η οποία συζητείται μετά την 1/1/2022, γιατί κατά την σαφή αναφορά της αυτή εφαρμόζεται για τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή για τις υποθέσεις που υπάρχει εκκρεμοδικία, κατά την έννοια των άρθρων 221 και 222 ΚΠολΔ, δεν δημιουργείται δε εκκρεμοδικία με την άσκηση του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναίρεσης, η οποία δεν ανοίγει δίκη τρίτου ουσιαστικού βαθμού (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 1127/2020), αφού η άσκηση της αναίρεσης και η επ` αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο αυτό μέσο νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, αλλ` ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλομένων με τους λόγους αναίρεσης νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 44/1996, ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 1905/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11 εδ. α' (όχι δε και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, που είναι ανυπόστατες ως αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθ. ..., ...

και ...-2016 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν επιμελεία των εναγομένων - αναιρεσίβλητων εταιριών, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Δήμητρας Αναστασοπούλου, οι οποίες, όμως, είναι, κατά τους ισχυρισμούς του, ανυπόστατες, επειδή σ' αυτές δεν αναγράφεται ο ίδιος ως διάδικος, ούτε η αγωγή προς απόκρουση της οποίας αυτές δόθηκαν, ούτε η κλήση με βάση την οποία αυτές δόθηκαν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί οι επικαλούμενες ελλείψεις στις ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία τους, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και γιατί σε κάθε περίπτωση αυτές καταρτίσθηκαν ενώπιον αναφερομένου στο άρθρο 421 του ΚΠολΔ αρμοδίου οργάνου, φέρουν όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία για το νομότυπο της κατάρτισής τους, κατά τα άρθρα 422 και 424 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο που δόθηκαν αυτές, ο αναιρεσείων - αντίδικος των αναιρεσίβλητων, επιμελεία των οποίων αυτές καταρτίσθηκαν, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ.

την ...-2016 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Κ.), στη δε κλήση αναφέρεται η αγωγή, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα που θα δοθούν οι ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τα ονοματεπώνυμα, το επάγγελμα και η διεύθυνση της κατοικίας των μαρτύρων κατ' άρθρο 422§1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που δόθηκαν οι ένορκες βεβαιώσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π.23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π.8/2016, Ολ.Α.Π.2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιαστίκτως (Ολ.Α.Π.14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.1990/1982, Α.Π.1277/2019, A.Π.1091/2019, Α.Π.1185/2010). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η από τον αριθ. 11 εδ. γ' (όχι δε και από τον αριθμό 20) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν εκτίμησε ορθά αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσκόμισε παραδεκτά και νόμιμα με επίκληση, με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και συγκεκριμένα τα δημοσιεύματα ιστοσελίδων:

α) από 8-10-2009 της Next Deal, β) από 8-1-2009 της Euro2day, γ) από 4-6-2009 της Capital.gr, δ) από 7-1-2009 της Daily News, ε) από 9-1-2009 της Daily News, στ) από 8-9-2009 της Next Deal, ζ) από 30-6-2010 της Daily News και η) από 4-11-2009 της Insurance Daily, προς αντίκρουση του περιεχομένου της από 17-5-2010 καταγγελίας των συμβάσεών του από τις αναιρεσίβλητες. Ωστόσο, από τη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, καθώς και από τις προεκτεθείσες παραδοχές της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα δημοσιεύματα των ως άνω ιστοσελίδων, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, δεδομένου ότι αρκεί, όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (εν προκειμένω έγγραφα), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησής τους, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη και αυτών.

Οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι πρόκειται για ισχυρισμούς που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17/2/2022 αίτηση του Δ. Κ. του Ε. για αναίρεση της υπ` αριθ.3460/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ