Legislator Case Law & Legislation
1667/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on contract dispute, ruling facts clear without need for evidentiary rules.

Case Number 1667/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Patras regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in accepting claims without proof and misapplied evidentiary rules, but the court found the material facts from the settlement agreement were clear. Consequently, the court rejected the appeal as inadmissible and unfounded, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is dismissed when the lower court's finding of facts is clear and does not require application of evidentiary rules.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidentiary rules contract dispute final judgment legal costs fact finding code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3B of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1667 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1667/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΚΟΛΝΤΑΙΡ ΚΑΡΓΚΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ LOGISTICS Α.Ε.", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Τσαντίνη που ανακάλεσε την από 19/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Κωνσταντίνο Καυκά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "TRANSCARGO Ναυτιλιακά - Μεταφορές" που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δήμο Παπαδήμο που ανακάλεσε την από 17/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 167/2021 μη οριστική και 294/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/9/2022 αίτησή της και τους από 13/12/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 6-9-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 294/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 27-9-2017 έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης και της υπ'αριθ. 490/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει εν όλω δεκτή η από 14-4-2015 αγωγή της τελευταίας κατ'αυτής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29-6-2022 ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών στις 7-9-2022.

Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495 παρ. 3Βδ, 552,553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ). Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα με το από 13-12-2023 δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 14-12-2023 και επέδωσε νομότυπα στην αναιρεσίβλητη στις 15-12-2023, άσκησε πρόσθετο λόγο αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης.

Ο ως άνω πρόσθετος λόγος, ο οποίος συνεκφωνήθηκε με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθεί με αυτή, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (άρθ. 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο αυτού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 106/2019), ιδρύεται δε, εκτός των άλλων, και επί απορρίψεως ή μη απορρίψεως της έφεσης ή της αντέφεσης ως απαράδεκτης (ή λόγου έφεσης ή αντέφεσης).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1759/2023, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον τρίτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας περί μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών εγγράφων, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθ. 561 ΚΠολΔ που όμως δεν είναι εφαρμοστέα στη δευτεροβάθμια δίκη.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 27-9-2017 εφέσεως προκύπτει ότι με τον τρίτο λόγο εφέσεως η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη του συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ότι σε κάθε περίπτωση τα αξιολόγησε εσφαλμένα και κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον λόγο αυτό ως ουσία αβάσιμο δεχόμενο ότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην εκκαλουμένη απόφαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθ. 561 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ'του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι δεν οφείλει στην αναιρεσίβλητη τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη:

α) τις καταστάσεις με τους ισολογισμούς των ετών 2013-2015, πληρωμές Δημοσίου σε ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος 2013-2015 και καταβολές προς προμηθευτές-μεταφορείς για τα ίδια έτη, β) τον κατάλογο συμβάσεων που έχει υποβληθεί στη Δ.Ο.Υ για τα έτη 2013-2015, γ) τις συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της Ο. και Κ., δ) τα τιμολόγια που αφορούσαν στη συνεργασία της με την εταιρεία GRECA TRANSPORT, ε) τα ισοζύγια λογαριασμών για τα έτη 2013-2015, στ) τις έγγραφες συμβάσεις με τους εμπλεκόμενους αυτοκινητιστές FRIGO TERRA, POLY TRANS και TRANSCHA - Β.

Χ., ζ) την κατάσταση με τα ποσά που εξόφλησε ανά έτος στους εμπλεκόμενους αυτοκινητιστές, η) τα παραστατικά (τιμολόγιο-δελτίο ναύλωσης και εκκαθάρισης-φορτωτική) για κάθε μεταφορά της εταιρίας FRIGOTERRA LTD. και θ) την επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα Γ. Σ. Από τη βεβαίωση όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ανωμοτί καταθέσεις των Κ.

Κ.-Κ. του Α., αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της καλούσας-εκκαλούσας και Ε. Κ. του Χ., νομίμου εκπροσώπου της καθ' ης η κλήση-εφεσίβλητης, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και των οποίων οι καταθέσεις εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, Ι.

Μ. του Ν., προτεινόμενου μάρτυρα της ενάγουσας εταιρείας και Γ. Σ. του Μ., προτεινόμενου μάρτυρα της εναγόμενης εταιρείας, οι οποίοι εξετάστηκαν κατά την εκδίκαση από αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι με αριθμό ...-2017, ...-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Δ.

Π. του Γ. και Ξ. Π. του Δ. αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Θεοδ. Νικολοπούλου, προσκομιζόμενων από την πλευρά της ενάγουσας, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης, οι με αριθμό ...-2017, ...-2017 και ...-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι. Σ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Κορομάντζου, Γ.

Ζ. και Κ.-Κ. Κ., προσκομιζόμενες από την πλευρά από εναγόμενης, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης από ενάγουσας, καθώς και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζονται μετ' επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ ορισμένα εξ αυτών αναφέρονται ειδικώς στην απόφαση, δίχως να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς και τα διδάγματα της κοινής πείρας", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με το τρίτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 (και όχι και 9) του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε το β'σκέλος του τετάρτου λόγου της έφεσης, με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείτο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την υπ'αριθ. 2039/2017 νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση ένορκη βεβαίωση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον τέταρτο λόγο της εφέσεως περί μη λήψεως υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των προσκομιζομένων από την εναγομένη αποδεικτικών μέσων ως αβάσιμο κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, πλην της ως άνω 2039/2017 ένορκης βεβαίωσης του Ι.

Σ., η οποία δεν είχε προσκομιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση στην πρωτόδικη απόφαση. Η περιεχόμενη στον ως άνω πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε τις αντιφάσεις της καταθέσεως του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ι. Μ., είναι απαράδεκτη, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 11 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Kατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006). Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Εξάλλου, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 862/2020).

Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1179/1996 ΕλλΔνη 1997.1060).

Οι ίδιοι κανόνες (των άρθ. 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 597/2005, ΑΠ 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1184/2022, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 929/2014).

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).

Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 46/2023, ΑΠ. 252/2016, ΑΠ 44172015).

Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2023).

Επίσης πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς και οι αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασαφή έννοια και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς ή προσέφυγε, παρότι διαπίστωσε σαφή έννοια ή ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς και ποιο είναι το σφάλμα (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 1285/2011).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθ. 173, 200 ΑΚ, τους οποίους δεν εφάρμοσε, αν και διαπίστωσε εμμέσως ασάφεια ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, που περιέχονται στην επίμαχη προφορική συμφωνία τους, δεχόμενο εσφαλμένα ότι περιεχόμενο της συμφωνίας ήταν η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει τα ποσά των τιμολογίων όχι στους τιμολογήσαντες χερσαίους μεταφορείς, αλλά στην ενδιάμεση παραγγελιοδόχο μεταφοράς-αναιρεσίβλητη.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα εξής: "...η εναγόμενη εταιρεία, της οποίας η έδρα βρίσκεται στον Ασπρόπυργο Αττικής, είναι παραγγελιοδόχος μεταφοράς, δηλαδή, έναντι αμοιβής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του φορτωτή ή του παραλήπτη των πραγμάτων να τα μεταφέρει στον τόπο προορισμού, χωρίς να ενεργήσει η ίδια τη μεταφορά, αλλά βρίσκοντας τον μεταφορέα κάθε φορά, με τον οποίο αυτή συνάπτει τη σύμβαση μεταφοράς, ενεργώντας στο όνομα της, αλλά για λογαριασμό του φορτωτή - αποστολέα ή του παραλήπτη.

Η ενάγουσα εταιρεία έχει την έδρα της στην Πάτρα, όπου και δραστηριοποιείται και αποτελεί μεταφορική εταιρεία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δια της μεσολάβησης του μάρτυρα, Δ. Γ. Π. (βλ. προσκομιζόμενες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αυτού με αριθμούς 326 και 337/2017 αντίστοιχα) και με προφορική σύμβαση τον Φεβρουάριο του 2014 στην έδρα της εναγόμενης στον Ασπρόπυργο Αττικής, στην οποία ήταν παρόντες εκ μέρους της ενάγουσας, ο εξετασθείς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, Ε.

Κ. μετά του Ν. Κ., ο προαναφερθείς Δ. Π., ως εκπρόσωπος της εταιρείας "ΑΦΟΙ Π.", η οποία εδρεύει στην Πάτρα και από την πλευρά της εναγόμενης ο Ι. Σ., το αρμόδιο στέλεχος της, Ι. Ο. και η υπάλληλος της, Θ. Κ., στην οποία όμως συνάντηση απούσιαζε ο έτερος εξετασθείς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, Κ.

Κ.- Κ., όπως συνομολογείται από όλα τα διάδικα μέρη (βλ. καταθέσεις αυτών στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης), συμφώνησε η ενάγουσα με αυτήν (εναγόμενη), ως ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος μεταφοράς και συνεργάτης της, δηλαδή, μόνο για το τμήμα των μεταφορών δια θαλάσσης από Πάτρα στην Ιταλία και ανέλαβε την υποχρέωση προς αυτήν, έναντι προμήθειας, να προβαίνει στην κράτηση θέσεων σε πλοία της γραμμής Πάτρα-Ιταλία και στην πληρωμή του αντίστοιχου ναύλου στο θαλάσσιο μεταφορέα, τον οποίο η ενάγουσα θα αναζητούσε και θα έβρισκε, για χερσαίους μεταφορείς και φορτηγά αυτοκίνητα που θα της υποδείκνυε κάθε φορά η εναγόμενη εταιρεία και που η τελευταία με τη σειρά της θα εξεύρισκε, ως αρχική παραγγελιοδόχος μεταφοράς και αντίστοιχα η εναγόμενη θα της κατέβαλε δια επιταγών κυρίως ή μετρητών που της παραδίδονταν ή καταβάλλονταν στην Πάτρα μέσω των μεταφορέων, το τίμημα του ναύλου και την προμήθειά της εντός της εβδομάδας.

Η ως άνω επίδικη συμφωνία αποδεικνύεται, αφενός μεν, από τον εξετασθέντα στο παρόν Δικαστήριο Ε. Κ. του Χ., ο οποίος ήταν παρών στην προφορική κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, καθώς από τις ως άνω προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Π. και Ξ. Π., οι οποίοι δεν είχαν κανένα απολύτως συμφέρον από την έκβαση της δίκης, και οι οποίοι βεβαιώνουν μεταξύ των άλλων ότι είχαν συνάψει παρόμοιες προφορικές συμβάσεις με την εναγόμενη εταιρεία, καθώς οι μάρτυρες αυτοί ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι άλλων εταιρειών (η Ξ.

Π. της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΤΡΑΝΣΠΟΡΤ LTD" και ο Δ. Π. της εταιρείας με την επωνυμία "P. SA. NATIONAL AND INTERNATIONAL SERVICES"), αφετέρου δε, από σειρά προσαγομένων με επίκληση ηλεκτρονικών μηνυμάτων από το Μάρτιο του 2014 έως τον Ιανουάριο 2015, μέσω των εταιρικών ηλεκτρονικών διευθύνσεων των διαδίκων και για δε την εναγόμενη κυρίως από την αρμόδια υπάλληλο της, Θ.

Κ., τα οποία μάλιστα ηλεκτρονικά μηνύματα πολλές φορές κοινοποιούνταν επίσης και σε υψηλόβαθμα στελέχη της εναγόμενης, όπως στον Ι. Ο., προϊστάμενο του τμήματος μεταφορών Πάτρας-Ιταλίας και στον Ι. Σ., μέλος του Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρείας. Τα ως άνω ηλεκτρονικά μηνύματα ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από την εναγόμενη, ενώ από την άλλη δεν υφίσταται κάποιο άλλο μήνυμα, το οποίο να αμφισβητεί την ύπαρξη της μεταξύ τους συμφωνίας ή ότι τα άτομα - υπάλληλοι της εναγόμενης δεν είχαν εξουσιοδότηση, όπως η τελευταία ισχυρίζεται.

Πέραν δε αυτών τα μηνύματα αυτά είχαν καθαρά επαγγελματικό περιεχόμενο σύμφωνα με τα ως άνω συμφωνηθέντα. Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι τα τιμολόγια αυτά εκδίδονταν από την ενάγουσα στο όνομα των χερσαίων μεταφορέων, αφού αυτοί με τα φορτηγά οχήματά τους καταλάμβαναν ως χερσαίοι μεταφορείς τις αντίστοιχες θέσεις στα πλοία, τα οποία τους υποδείκνυε η ενάγουσα, ως ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος και στο όνομα τους εκδιδόταν η φορτωτική του πλοίου.

Επίσης πρέπει να επισημανθεί ότι η ως άνω συμφωνία των διαδίκων δεν έφερε οποιαδήποτε στοιχείο παρανομίας, όπως η εκκαλούσα ισχυρίζεται, καθώς το περιεχόμενο της δεν αντίκειτο σε κάποια απαγορευτική διάταξη νόμου. Άλλωστε παρόμοια προφορική σύμβαση είχε προηγουμένως συνάψει η εναγόμενη με την προαναφερόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Γ.

ΤΡΑΝΣΠΟΡΤ LTD", όπως και με την εταιρεία των ΑΦΩΝ Π. (βλ. ως άνω ένορκες καταθέσεις), όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσίαν αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης περί νόμω αβασίμου της αγωγής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η σύμβαση αυτή δεν εξελίχθηκε ομαλά και τον Μάιο του 2015 προέκυψαν οφειλές της εναγομένης προς την ενάγουσα από την ως άνω αιτία (ναύλοι και προμήθειες).

Ειδικότερα, (ως προς το ως άνω τμήμα μεταφοράς, δηλαδή δια θαλάσσης από την Πάτρα στην Ιταλία ως προς τον μεταφορέα με την επωνυμία "Frigo Terra LTD", με έδρα στο Πετρίτσι Βουλγαρίας από 28-02-2014 έως 20-02-2015 προέκυψε οφειλή ποσού 82.058,72 ευρώ (=95.058,72 ευρώ - 11.000 ευρώ μερική καταβολή από την εναγόμενη), για τον μεταφορέα Σ.

Κ., που διατηρούσε ατομική επιχείρηση με έδρα στο Iserlohn Γερμανίας προέκυψε οφειλή (από 03-03-2014 έως 23-02-2015) ποσού 1.396,11 ευρώ (=2.526,11 ευρώ -1.130 ευρώ μερική καταβολή από την εναγόμενη), για τη μεταφορική εταιρεία με έδρα στο Blagoevgrad Βουλγαρίας και με την επωνυμία "Poiy Trans EEOD", προέκυψε οφειλή (από 04-03-2014 έως 21-02- 2015) ποσού 8.375,42 ευρώ (=12.105,42 ευρώ -3.730 ευρώ μερική καταβολή από την εναγόμενη) και για το μεταφορέα Β.

Χ., που διατηρούσε ατομική επιχείρηση με έδρα στην Αθήνα, προέκυψε οφειλή (από 02-04-2014 έως 28-02-2015) ποσού 744,80 ευρώ (=6.104,30 ευρώ - 5.359,50 ευρώ μερική καταβολή από την εναγόμενη) και συνολικά η εναγόμενη οφείλει για την προαναφερόμενη επίδικη αιτία στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 92.575,05 ευρώ, το οποίο δεν της έχει καταβάλλει, παρά, τις επανειλημμένες οχλήσεις της τελευταίας...".

Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών στην επίμαχη συμφωνία, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών με το να δεχθεί ότι: α) η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) συμφώνησε με την εναγόμενη (αναιρεσείουσα), ως ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος μεταφοράς και συνεργάτης της και ανέλαβε την υποχρέωση προς αυτήν, έναντι προμήθειας, να προβαίνει στην κράτηση θέσεων σε πλοία της γραμμής Πάτρα-Ιταλία και στην πληρωμή του αντίστοιχου ναύλου στον θαλάσσιο μεταφορέα, τον οποίο η ενάγουσα θα αναζητούσε και θα έβρισκε, για χερσαίους μεταφορείς και φορτηγά αυτοκίνητα που θα της υποδείκνυε κάθε φορά η εναγόμενη εταιρεία και που η τελευταία με τη σειρά της θα εξεύρισκε, ως αρχική παραγγελιοδόχος μεταφοράς, β) η εναγόμενη θα της κατέβαλε δι' επιταγών κυρίως ή μετρητών που της παραδίδονταν ή καταβάλλονταν στην Πάτρα μέσω των μεταφορέων, το τίμημα του ναύλου και την προμήθειά της εντός της εβδομάδας, γ) τα τιμολόγια εκδίδονταν από την ενάγουσα στο όνομα των χερσαίων μεταφορέων, αφού αυτοί με τα φορτηγά οχήματά τους καταλάμβαναν ως χερσαίοι μεταφορείς τις αντίστοιχες θέσεις στα πλοία, τα οποία τους υποδείκνυε η ενάγουσα, ως ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος και στο όνομά τους εκδιδόταν η φορτωτική του πλοίου.

Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως τον συμβληθέντων μερών προκύπτει και από το ότι δεν συσχέτισε την επίμαχη συμφωνία με άλλες, παρόμοιου περιεχομένου, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός της συμφωνίας, ούτε χρησιμοποιεί ενδοιαστικές έκφρασης.

Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από το περιεχόμενο της επίμαχης συμφωνίας, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, τους οποίους και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο ως άνω ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναίρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος εκ του αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, όπου η έννοια του όρου "πράγματα" είναι η ίδια όπως και στο λόγο εκ του αριθ. 8, αναφέρεται όχι στην επίκληση, όπως στον αριθ. 8, αλλά στην απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών και αποτελεί κύρωση της παράβασης του πρώτου σκέλους του άρθ. 106 ΚΠολΔ. Πραγματικοί ισχυρισμοί είναι, εκτός των άλλων, οι διάφορες βάσεις της αγωγής (κύρια, επάλληλες, επικουρική) και τα προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους περιστατικά (ΑΠ 1573/2006 ΕλλΔνη 2007.772, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 155/2010).

Ο προκείμενος λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου ισχυρισμού, χωρίς να προσαχθεί κανένα αποδεικτικό μέσο ή χωρίς το δικαστήριο να δέχεται, έστω και γενικά, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1027/2019).

Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 92.575,05 ευρώ για την παροχή τιμολογημένων υπηρεσιών, ως αληθινό, χωρίς απόδειξη.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία εκτίμησε είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εξ'αυτών αναφέρονται ειδικώς στην απόφαση, χωρίς να παραλείπεται όμως κάποιο ως προς την ουσιαστική κρίση της διαφοράς.

Μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 6-9-2022 αίτηση αναίρεσης με τον από 13-12-2023 πρόσθετο αυτής λόγο.

Απορρίπτει την από 6-9-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 294/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και τον από 13-12-2023 πρόσθετο λόγο αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ