Legislator Case Law & Legislation
1667/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559 grounds, ruling lower court correctly ignored unexamined appeal reason.

Case Number 1667/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed against a Third Instance Court decision regarding a civil lawsuit. The appellants argued that the lower court erred by failing to examine a specific appeal reason concerning Article 919 of the Civil Code, which they claimed was unreviewable. The Court held that the lower court acted correctly by adhering to the remand order and noting that the unexamined appeal reason did not affect the finality of the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(18) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on Article 559(8) and (18) is inadmissible when the lower court, following a remand order, correctly omits examination of an appeal reason that does not impact the finality of the contested decision.

Keywords

AI generated
Article 559 appeal unexamined appeal reason finality of judgment remand order compliance inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(18) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
No. 488/2010 of the First Political Chamber of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1667 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1667/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Σ.,κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος και δήλωσε στο ακροατήριο ότι η υπόθεση δεν εισάγεται ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Δ. και 2) Α. Κ. του Ε., κατοίκων .... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λένη. Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Α. Κ. του Ε., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λένη. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Π. Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23753/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 2557/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 29873/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1023/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 488/2010 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 1023/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1391/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 29-6-2015 και 5-6-2015 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Βενιζελέας ανέγνωσε τις δύο από 15-2-2022 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (28-2-2022) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 5-6-2015 αίτηση αναίρεσης των Π. Σ. και Α. Κ. κατά του Π. Ν. και β) η από 29-6-2015 αίτηση αναίρεσης του τελευταίου κατά των Π. Σ. και Α. Κ.. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της 1391/2012 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζοντας μετά από παραπομπή σε αυτό της υπόθεσης με την υπ.

αριθμ. 488/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων Π. Σ. και Α. Κ. (που συνέχισε νόμιμα την διακοπείσα δίκη ως μοναδικός κληρονόμος του αρχικώς εναγομένου Ε. Κ.) και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος Π. Ν. κατά της υπ' αριθμ. 29.873/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την από 2/1/1997 αγωγή του Π.

Ν. κατά των Π. Σ. και Ε. Κ.. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Α) Επί της από 5/6/2015 αίτησης αναίρεσης των Π. Σ. και Α. Κ.:

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) (ΑΠ 1281/2021, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 1251/2021). Τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο της διακοπής της δίκης, λόγω θανάτου άλλου διαδίκου, με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 287 παρ. 1 τρόπους, μπορεί να την κάνει και ο αναγκαίος ομόδικος του θανόντος, όχι όμως και ο απλός ομόδικος αυτού .

Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1101/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσείων Π. Σ. δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, από δε το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο απών αυτός διάδικος έχει κλητευθεί νόμιμα, είτε από τον επισπεύδοντα τη συζητήση αναιρεσίβλητο είτε από τον ομόδικο του δεύτερο αναιρεσείοντα.

Ο τελευταίος με τις προτάσεις, που κατέθεσε στο παρόν δικαστήριο, γνωστοποιεί τον θάνατο του πρώτου αναιρεσείοντος προσκομίζοντας με επίκληση τη σχετική υπ' αριθμό 194/Ε19/2016 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ειδικού Ληξιαρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών. Ωστόσο, ο δεύτερος αναιρεσείων είναι απλός ομόδικος του πρώτου αναιρεσείοντος, αφού αμφότεροι είναι συνεναγόμενοι στην αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία ,που άσκησε εναντίον τους ο αναιρεσίβλητος, και συνεπώς η δήλωση αυτή, εφόσον το γεγονός του θανάτου του πρώτου αναιρεσείοντος δεν το γνωστοποίησε πρόσωπο δικαιούμενο στην ενέργεια αυτή, δεν επέφερε βίαιη διακοπή της δίκης.

Κατόπιν αυτού, αφού δεν επήλθε διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου του πρώτου αναιρεσείοντος και αυτός δεν έχει κληθεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε και επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση, πρέπει ως προς αυτόν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης.

Ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ) και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις καταστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ: "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα: "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο.

Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ την αλήθειας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων, που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγόμενου.

Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.

Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ ,εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλαδή εφ' όσον υπάρχει προσβολή των χρηστών ηθών, που επιχειρείται από πρόθεση. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων.

Πρέπει δηλαδή αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν αυτά σε κίνδυνο.

Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 488/2010).

Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει με πρόθεση την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, διαπράττει το έγκλημα της εξύβρισης, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ.

όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ).

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.

Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.

περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 εδ. γ'και δ' του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν - αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κατ' εξαίρεση όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν οι επίδικες κρίσεις και εκδηλώσεις συγκροτούν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής τους άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ` αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του (ΑΠ 1422/2021, ΑΠ 450/2019, ΑΠ 488/2010).

Με την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Ειδικότερα κατά το Ν.Δ. 3026/1954 Κώδικας Δικηγόρων, που ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, ο νομίμως διορισμένος δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος Λειτουργός (άρθρο 38), ο οποίος έχει υποχρέωση να υπερασπίζεται τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής (άρθρο 39).

Κατά την άσκηση του λειτουργήματός του οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη εντολή ευσυνείδητα και επιμελώς (άρθρο 46 παρ. 1). Ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες ενέργειες (άρθρο 48). Επίσης ο δικηγόρος υποχρεούται να μην υπογράφει δικόγραφα που δεν συνετάγησαν από αυτόν ή για τα οποία δεν διασκέφθηκε προηγουμένως με το συντάκτη τους (άρθρο 51).

Εντεύθεν έπεται ότι ο δικηγόρος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποχρεούται να ενεργεί εντός λογικών ορίων και οι πράξεις ή οι φράσεις του, να επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερα όσες φορές επιδιώκεται να καταδειχθεί η μη προσήκουσα συμπεριφορά του αντιδίκου ή του δικηγόρου αυτού.

Η χρήση φράσεων ή λέξεων, δηλωτικών μομφής ή χαρακτηρισμού μιας ενέργειας, είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα. Περαιτέρω, κατά την εξέταση του παρανόμου ή μη μίας συμπεριφοράς, το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα το χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης.

Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του αρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή της άσκησης νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμηση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του (ΑΠ 488/2010).

Οι διατάξεις των άρθρων 361 και 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζονται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 488/2010).

Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος, λόγω άρσης του παράνομου της προσβολής, δηλαδή ένσταση, ενώ η προβολή της περιπτώσεως της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ ότι υπήρχε σκοπός εξύβρισης προτείνεται κατ' αντένσταση από τον προσβληθέντα ενάγοντα (ΑΠ 1322/2021, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 109/2012).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ. Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η δε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για το ορισμένο του λόγου πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 488/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος Π. Ν.), ο οποίος είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης, το έτος 1984 είχε γνωριστεί με τον ήδη αποβιώσαντα την 6/11/1992 πατέρα του πρώτου των εναγομένων (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Π.

Σ., για τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως) Δ. Σ.. Ο τελευταίος, επίσης δικηγόρος Θεσσαλονίκης, με μακρόχρονη θητεία και μεγάλο κύκλο εργασιών, εκτίμησε τις ικανότητες και την επιστημονική κατάρτιση του ενάγοντος και σταδιακά του εμπιστεύτηκε το χειρισμό υποθέσεων, που του είχαν αναθέσει οι πελάτες του, λόγω του ότι ήταν υπέργηρος και ασθενής (καρδιοπαθής) και είχε ανάγκη βοήθειας.

Στη συνέχεια, επ' ευκαιρία της συνεργασίας τους, ανέθεσε στον ενάγοντα και την παρακολούθηση των υποθέσεων του υιού του, πρώτου εναγομένου, ο οποίος με την ιδιότητα του διπλωματούχου μηχανολόγου μηχανικού, εργαζόταν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπεύθυνος των μηχανολογικών εγκαταστάσεων της εταιρίας, με την επωνυμίας "Βιομηχανία Ξύλου Ξ.....", όπου ασκούσε παράλληλα και καθήκοντα γενικού διευθυντή, ενώ είχε εκλεγεί και μέλος του ΔΣ της εταιρίας.

Με την 992/18-7-1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εταιρία αυτή κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ο ορισθείς τότε οριστικός σύνδικος της πτώχευσης κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο, στις 5-12-1985, την 3-12-1985 εξώδικη δήλωση, με την οποία του ανακοίνωσε ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με την εταιρία ήταν σύμβαση έμμισθης εντολής και ως εκ τούτου λύθηκε με την κήρυξη της πτώχευσης, με συνέπεια να μη δικαιούται πλέον αμοιβής.

Κατόπιν αυτού και, εφόσον ο οριστικός σύνδικος δεν αποδεχόταν πλέον τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, ο πρώτος των εναγομένων αναχώρησε, το έτος ..., για τη Βοστώνη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, όπου και από τότε διαμένει μόνιμα με την οικογένειά του. Όλες δε τις υποθέσεις του ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο πατέρας του, χωρίς συμμετοχή ή ανάμιξη δική του, δεδομένου ότι του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου με πολυετή θητεία και μεγάλη εμπειρία.

Έτσι, στα πλαίσια διευθέτησης της εργατικής διαφοράς, που ανέκυψε με τον σύνδικο της πτώχευσης, κοινοποιήθηκε στις 21-1-... στον τελευταίο η από 20-1-... εξώδικη απάντηση, που συνέταξε ο ενάγων επ' ονόματι του πρώτου των εναγομένων και τέθηκε υπόψη του πατέρα του (Δ. Σ.), με την οποία ο σύνδικος καλούνταν να καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές του πρώτου των εναγομένων, από την κήρυξη της πτώχευσης, δεδομένου ότι η σύμβαση με την πτωχεύσασα εταιρεία δεν ήταν έμμισθης εντολής και αν επιθυμούσε την απόλυσή του, έπρεπε να προβεί σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ,που πράγματι τον συνέδεε με την πτωχεύσασα εταιρία.

Στη συνέχεια, επειδή ο σύνδικος δεν συμμορφώθηκε προς την άνω πρόσκληση του πρώτου των εναγομένων, ο ενάγων συνέταξε και άσκησε επ' ονόματί του την από 28-7-... αγωγή, που επέδωσε στο σύνδικο την 5-8-..., με την οποία ζητούσε την καταβολή στον πρώτο εναγόμενο των νομίμων αποδοχών του, πλέον επιδομάτων, από τον Αύγουστο του έτους 1985 έως και τον Ιούνιο του έτους ... ,συνολικού ύψους 1.820.993 δρχ.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 67/1987 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε αυτή δεκτή, μόνο για τις δεδουλευμένες αποδοχές του μέχρι την 5-12-..., ενώ για τους μετά την 5-12-... μισθούς υπερημερίας απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω του ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 από την άνω από 5-12-...

εξώδικη δήλωση του συνδίκου, η οποία κρίθηκε ότι συνιστούσε σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που συνέδεε πράγματι τον πρώτο εναγόμενο με την πτωχεύσασα εταιρίας Ξ..... Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε, επ' ονόματι του πρώτου των εναγομένων, την υπ' αριθμ. καταθ. 870/1987 έφεση, για το λόγο ότι, εφ' όσον ο οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως δεν αναγνώριζε ότι υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του πρώτου των εναγομένων και της πτωχεύσασας εταιρείας αλλά σύμβαση έμμισθης εντολής, δεν μπορούσε η από 5-12-1985 εξώδικη δήλωση του περί λύσεως της τελευταίας να θεωρηθεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας και επομένως η τελευταία δεν είχε λυθεί.

Η έφεση απορρίφθηκε με την 3481/1987 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου με την ίδια αιτιολογία που περιλήφθηκε στην εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια με τις ίδιες παραδοχές, απορρίφθηκε και η από 20-6-1988 αίτηση αναιρέσεως, που άσκησε ο ενάγων κατά της προαναφερόμενης απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την 218/1989 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Μετά την περάτωση των δικών επί της εργατικής διαφοράς, μεταξύ του συνδίκου της πτώχευσης και του πρώτου εναγόμενου, ο ενάγων του απέστειλε στην κατοικία του, στη Βοστώνη των ΗΠΑ την από 26-9-1990 επιστολή, με συνημμένες σ' αυτή αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και αναλυτικές καταστάσεις των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε, για τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης αλλά και μιας ακόμη υπόθεσης με τον ΟΥΘ, που αναφέρεται στην επιστολή, ενημερώνοντάς τον ότι από το συνολικό ποσό των 1.720.000 δρχ., που εισέπραξε από το σύνδικο της πτώχευσης, ως επιδικασθέν στον πρώτο εναγόμενο με την 67/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το ποσό των 1.080.000 δρχ.

κατέθεσε στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης, ενώ το υπόλοιπο εκ δρχ. 640.000, παρακράτησε για την αμοιβή και τις δαπάνες του προς διεξαγωγή των ανωτέρω υποθέσεων. Ειδικότερα, για την αμοιβή σε σχέση με την υπόθεση της εργατικής διαφοράς, αναφέρει στη δεύτερη σελίδα της επιστολής επί λέξει και τα εξής: "Σημειώ νυν μόνο τούτο, ότι η αμοιβή των 344.000 δραχμών δια την επί τριετίαν και πλέον επιμέλειαν της κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως Ξ...

απαιτήσεως από της εξωδίκου προς αυτόν απαντήσεως μέχρι και της ενώπιον του Αρείου Πάγου συζητήσεως υπολείπεται κατά πολύ της αξίας της επιστημονικής μου εργασίας και του δαπανηθέντος χρόνου, τυγχάνει δε πολλώ ήσσων της κατά δικαίαν κρίσιν υφ' υμών οφειλομένης τοσούτων μάλλον καθ' όσον, δι' ους λόγους άριστα γνωρίζετε και ους προς το παρόν σιωπώ, το επιδικασθέν ποσόν αποτελεί ουσιαστικώς δώρον μου προς υμάς".

Την επιστολή αυτή ο πρώτος εναγόμενος, μετά την παραλαβή της, την απέστειλε στον πατέρα του, Δ. Σ., ο οποίος στη συνέχεια προχώρησε στη σύνταξη επ' ονόματι του υιού του της επίμαχης υπ' αριθμ. κατάθεσης 37415/ΕΡ - 167/1991 αγωγής κατά του ενάγοντος και για την συζήτηση της υπόθεσης, στη σύνταξη των από 19-3-1992 προτάσεων.

Τόσον την αγωγή όσον και τις προτάσεις υπέγραψε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο δεύτερος εναγόμενος, ήδη θανών, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Ε. Κ.ς, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο ήδη δεύτερος εναγόμενος νόμιμος κληρονόμος του (ήδη δεύτερος αναιρεσείων Α. Κ.). Με την εν λόγω αγωγή, ο πρώτος εναγόμενος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η συνολική αμοιβή του ενάγοντος για τις ανωτέρω δύο υποθέσεις που χειρίστηκε, ανερχόταν στο ποσό των 166.476 δρχ. (ήτοι 46.921 δρχ., για την εργατική διαφορά και 119.555 δρχ.

για την υπόθεση του ΟΥΘ). Στην αγωγή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και οι εξής ισχυρισμοί, που αφορούσαν τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων εκ μέρους του ενάγοντος: α) ότι ο ενάγων υπεξαίρεσε το υπόλοιπο ποσό των 473.500 δρχ. από το ποσό των 640.000 δρχ. που παρακράτησε ως άνω για την αμοιβή και τις δαπάνες του προς διεξαγωγή των υποθέσεων αυτών.

β) ότι ενώ δόθηκε στον ενάγοντα η εντολή να επιδιώξει δικαστικώς κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως τους δεδουλευμένους μισθούς και τους μισθούς υπερημερίας του πρώτου εναγομένου ήδη από την 20-1-..., αυτός παραμέλησε την εκτέλεση της εντολής και από ολιγωρία άσκησε την αγωγή κατά του αντιδίκου μετά έξι μήνες και οκτώ ημέρες, όταν είχε αποσβεσθεί τόσο η αξίωση του πρώτου εναγομένου από τους μισθούς υπερημερίας, όσο και η αξίωση αυτού για αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως του εργασίας και γ) ότι ουδέν ποσόν οφείλεται στον ενάγοντα για την άσκηση των ανωτέρω καταδήλως αβασίμων εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Εφετείου, χωρίς μάλιστα να ενημερωθεί ο πρώτος εναγόμενος και να συναινέσει προς τούτο.

Περαιτέρω, στις προτάσεις του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι εξής ισχυρισμοί: α) ότι μετά την έκδοση της 67/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του απέκρυψε ότι η αγωγή του είχε απορριφθεί ως προς τους μισθούς υπερημερίας και του ανακοίνωσε απλώς ότι ο σύνδικος της πτώχευσης άσκησε έφεση κατ' αυτής, β) ότι άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής και στη συνέχεια αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου, χωρίς εντολή του πρώτου εναγομένου και από υστεροβουλία για να ενεργήσει συμψηφισμό με μη νόμιμες αξιώσεις του στο ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του τελευταίου, γ) ότι σε παρόμοια περίπτωση οποιοσδήποτε άλλος δικηγόρος "θα εδίσταζε εξ αισχύνης να αντικρύσει τον εντολέα του και, συνεχόμενος, εκ του αισθήματος της αιδούς, θα ηρυθρία αντικρύζων αυτόν", δ) ότι προ του συνδέσμου του ενάγοντος με τον πατέρα του πρώτου εναγόμενου και τον ίδιο, είχε εκμυστηρευθεί στον τελευταίο ότι οι πρόσοδοί του από την δικηγορία ήταν πενιχρές και γι' αυτό είχε επιδιώξει να προσληφθεί ως υπάλληλος και στο Δικηγορικό Σύλλογο προς παροχή των υπηρεσιών του στην επιλογή της δημοσιευτέας ύλης στο νομικό περιοδικό Α..., ε) ότι χειρίσθηκε ο ενάγων τις περισσότερες από τις υποθέσεις του πρώτου των εναγομένων, ως υπαλλήλου και ως του ετέρου των εκπροσώπων της Ξ..., ανεπιτυχώς και με λίαν δυσμενές αποτέλεσμα και στ) ότι ο φάκελος της πτώχευσης Ξ...

βρίθει δικογράφων που συνέταξε ο ενάγων, τα οποία απορρίφθηκαν ως άσκοπα, απαράδεκτα και αναληθή. Επί της αγωγής αυτής του πρώτου των εναγομένων και της ανταγωγής που άσκησε ο ενάγων, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για αμοιβές του από τον χειρισμό άλλων υποθέσεων του πρώτου εναγομένου, εκδόθηκε η 244/1992 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε:

α) ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε δώσει εντολή στον ενάγοντα για να ασκήσει την ανωτέρω αγωγή κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως πριν από τον Ιούλιο του έτους ..., για λόγους που αφορούσαν τον πρώτο εναγόμενο και τις σχέσεις του με τους μετόχους της πτωχεύσασας εταιρίας, την οποία μέχρι να πτωχεύσει εκπροσωπούσε, β) ότι ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι δεν είχε ενημερωθεί για το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης και δεν έδωσε τη συναίνεση του για την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής δεν ήταν πειστικός, γιατί ο ενάγων διακρίνεται για την τυπική και επιμελή εκτέλεση των αναγκαίων για την εκτέλεση της εντολής ενεργειών και θα ενημέρωνε τον πρώτο εναγόμενο και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο τελευταίος, αν και όχι νομικός, διέθετε υψηλή πανεπιστημιακή μόρφωση, ο δε πατέρας του, Δ.

Σ. (μέσω του οποίου ο ενάγων κατέστη νομικός σύμβουλος του αλλά και της εταιρείας "Ξ... ΑΕ"), ήταν παλαιός δικηγόρος Θεσσαλονίκης και επίτιμος Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, γ) ότι οι διάδικοι δεν είχαν συνάψει ειδική συμφωνία περί της αμοιβής του ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτός υποστήριζε ότι η αμοιβή του είχε συμφωνηθεί στο 50% του ποσού που επρόκειτο να εισπραχθεί άλλως έπρεπε να καθορισθεί στο 20% του εν λόγου ποσού, δ) ότι ο πρώτος εναγόμενος όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα για τις υποθέσεις που διαλαμβάνονται στην αγωγή ήτοι την εργατική διαφορά και την υπόθεση του ΟΥΘ, το ποσό των 516.415 δρχ., από το οποίο 220.000 δρχ.

ως αμοιβή του και ε) ότι ο πρώτος εναγόμενος ως αντεναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αντενάγοντα, για τις υποθέσεις που διαλαμβάνονται στην ανταγωγή το ποσό των 179.600 δρχ. Έτσι κρίθηκε, με την ανωτέρω απόφαση ότι ο ενάγων, από το συνολικό ποσό των 640.000 δρχ. που παρακράτησε, δικαιούνταν το ποσό των 516.415 δρχ.

από το οποίο 220.000 δρχ. ως αμοιβή του, αντί του ποσού των 344.000 δρχ., που παρακράτησε για την αιτία αυτή. Εξάλλου, αποδείχθηκε τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης δικηγόρου Δημητρίου Βαζάκα, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα αποσπάσματα των ετών 1985 - 1987 στο νομικό περιοδικό Α..., όπου ανέγραφε σχόλια σε δημοσιευόμενες αποφάσεις, στη στήλη ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ότι αυτός δεν ήταν υπάλληλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης αλλά επιστημονικός συνεργάτης στο περιοδικό Α.....

Με την αγωγή του, για την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι αναλυτικά παρατεθέντες ως άνω ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στις προαναφερόμενες αγωγή και προτάσεις, ήταν ψευδείς και εξέθεταν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον του, ενώ μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, πράγμα που επιδίωκαν, οι εναγόμενοι, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση της αναληθείας τους, και ως εκ τούτου διέπραξαν σε βάρος του το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και προσέβαλαν την προσωπικότητα του.

Όπως, προαναφέρθηκε, την επίμαχη αγωγή συνέταξε ο πατέρας του πρώτου εναγομένου Δ. Σ., γεγονός που ήταν γνωστό στον ενάγοντα, αφού στις από 11-3-1992 προτάσεις που κατέθεσε ο τελευταίος, κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γίνεται επανειλημμένα αναφορά, στο 1ο φύλλο, στη 1η σελίδα του 5ου φύλλου και στη 2η σελίδα του 8ου φύλλου, ότι συντάξας το δικόγραφο ήταν ο πατέρας του πρώτου εναγομένου.

Αλλά και τις προτάσεις που φέρονται στο όνομα του πρώτου εναγομένου, συνέταξε ο πατέρας του, όπως προκύπτει από το ύφος αυτών και τον τρόπο σύνταξης τους που προσομοιάζει με αυτό της αγωγής. Ο ενάγων, μετά την επίδοση σ' αυτόν της επίμαχης αγωγής γνωρίζοντας, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι συντάκτης αυτής είναι ο Δ.

Σ., απέστειλε στον υιό του τελευταίου- πρώτο εναγόμενο, την από 23-1-1992 επιστολή(ς) του, στην οποία εσώκλεισε την επίμαχη αγωγή, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτής και να την "αποκηρύξει", αναφέροντας επί λέξει τα ακόλουθα: "Τη 10 Ιανουαρίου 1992 μοι επεδόθη η εσώκλειστος αγωγή, ασκηθείσα τω υμετέρω ονόματι κατ' εμού.

Εάν επιθυμείτε να αποκηρύξητε ταύτην, δέον όπως μοι γνωρίσητε τούτο δι' υμετέρας επιστολής και επιστροφής του εσωκλείστου αντιγράφου της αγωγής μετά σημειώσεως επί του περιθωρίου εκάστης σελίδος αυτού της φράσεως "αποκηρύσσω την αγωγήν ως ψευδή" κεχρονολογημένης και υπογεγραμμένης υφ' υμών. Επιστολή και σημειωθέν ως άνω αντίγραφο της αγωγής δέον όπως περιέλθωσιν εις εμέ το αργότερον μέχρι της 23ης Φεβρουαρίου 1992.

Μετά την ημερομηνίαν ταύτην και εν μη λήψει παρ' υμών απαντήσεως κατά τα ανωτέρω θέλω θεωρήσει την περί ης αγωγήν ως πράγματι υφ' υμών προερχομένη".

Συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος, παρά την απουσία του στο εξωτερικό, έλαβε γνώση του περιεχομένου της αγωγής πριν από τη συζήτησή της στο ακροατήριο και παρόλα αυτά έστερξε ανεπιφύλακτα στης συζήτηση αυτής, δια του αρχικού δευτέρου εναγομένου δικηγόρου Ε. Κ., ως πληρεξουσίου δικηγόρου. Αναφορικά με τα περιλαμβανόμενα στην αγωγή και τις προτάσεις γεγονότα, τα οποία ήταν αναληθή και έλαβαν γνώση αυτών, ο δικαστικός επιμελητής, που δενήργησε τη σχετική επίδοση, γραμματείς, δικαστές και άλλοι, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, ναι μεν δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε την αναλήθεια αυτών, αφού ο πατέρας του είχε επιμεληθεί όλων των σχετικών υποθέσεων του, ωστόσο γνώριζε ότι τα ανωτέρω ισχυριζόμενα γεγονότα ήταν πρόσφορα να θέσουν σε κίνδυνο την επαγγελματική υπόσταση του ενάγοντος, εμφανίζοντας αυτόν ως υπεξαιρέτη δικηγόρο, που επιδεικνύει ολιγωρία, αναφορικά με τις υποθέσεις των πελατών του, τις οποίες χειρίζεται κατά τρόπο ανεπιτυχή, με πενιχρές αποδοχές και συνεπώς ήταν εν τέλει κατάλληλα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και να προσβάλλουν την προσωπικότητά του σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Είχε δε και τη θέληση να ισχυρισθεί τα εν λόγω γεγονότα ενώπιον τρίτων, με την υποστήριξη στο ακροατήριο της επίμαχης αγωγής, κατά την προφορική συζήτηση αυτής, μέσω του αρχικού εναγομένου πληρεξουσίου δικηγόρου του, Ε. Κ., με πλήρη γνώση των δυσμενών συνεπειών που επήλθαν στην προσωπικότητα του ενάγοντος.

Περαιτέρω, καθόσον αφορά την αγωγική ευθύνη του αρχικού δευτέρου εναγομένου Ε. Κ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο ήδη εναγόμενος υιός του, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ο ίδιος δεν ασχολήθηκε με την σύνταξη των σχετικών δικογράφων και είχε στοιχειώδη γνώση της υπόθεσης, για να την υποστηρίξει στο ακροατήριο και δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι γνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών, που αποτέλεσε το αντικείμενο της σχετικής δικαστικής κρίσης.

Εξάλλου, οι αβάσιμοι ισχυρισμοί του πρώτου εναγομένου, ως προς την επαγγελματική κατάσταση και συμπεριφορά του ενάγοντος, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της επίμαχης αγωγής, δεν ήταν δυνατόν να προκύπτουν από τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης, ο δε εναγόμενος Ε. Κ.ς, δεν αποδείχθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στη διαδικασία της εργατικής διαφοράς, από την οποία δημιουργήθηκε η αντιδικία μεταξύ του ενάγοντος και του Δ.

Σ.. Με την υπογραφή όμως των επίμαχων δικογράφων (και όχι την προσυπογραφή αυτών), κατέστη δυνατή η προβολή των πιο πάνω δυσφημιστικών και προσβλητικών ισχυρισμών της προσωπικότητας του ενάγοντος, που χωρίς την υπογραφή αυτή δεν θα μπορούσαν να λάβουν νόμιμη υπόσταση και ο εναγόμενος δικηγόρος γνώριζε ότι ήταν κατάλληλα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος και είχε τη θέληση, όπως και ο πρώτος εναγόμενος, να τα ισχυρισθεί ενώπιον τρίτων.

Οι ισχυρισμοί δε που αναφέρονται α) στη διάπραξη εκ μέρους του ενάγοντος υπεξαίρεσης, β) στο εκ μέρους του άσκοπο και ανεπιτυχή χειρισμό υποθέσεων άσχετων με την τότε επίδικη υπόθεση, γ) στην επαγγελματική του δυσπραξία, δ) στις προσόδους του από τη δικηγορία, η πενιχρότητα των οποίων τον οδήγησε να επιδιώξει να προσληφθεί ως υπάλληλος στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης καθώς και η εξυβριστική πρόταση "θα εδίσταζε εξ αισχί(υ)νης να αντικρύσει τον εντολέα του και, συνεχόμενος εκ του αισθήματος της αιδούς, θα ηρυθρία αντικρύζων αυτόν>>, κατ' αντικειμενική κρίση δεν ήταν αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων του πρώτου εναγομένου και υπερέβησαν το επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης αυτού.

Είχαν δε ως σκοπό την προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος δηλαδή σκοπό εξύβρισης αυτού. Η προσωπική παράσταση του θανόντος δευτέρου εναγομένου Ε. Κ., ο οποίος γνώριζε το περιεχόμενο της επίμαχης αγωγής, κατά τη συζήτηση αυτής και παρόλα αυτά την υποστήριξε στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, αποτέλεσε το μέσο αποκλειστικά με το οποίο κατέστη δυνατή η προβολή των ίδιων παραπάνω άσχετων προς την υπόθεση δυσφημιστικών και εξυβριστικών γεγονότων σε βάρος του ενάγοντος, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση εκείνη.

Ενόψει των ανωτέρω δεν στοιχειοθετείται εις βάρος των εναγομένων το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης αλλά τα αδικήματα της απλής δυσφήμισης και της εξύβρισης, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αφού θίχτηκε η τιμή, η υπόληψη και η επαγγελματική του εντιμότητα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε κρίνει ότι οι εναγόμενοι Π. Σ. και Ε. Κ. είχαν τελέσει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του Π. Ν., γιατί γνώριζαν την αναλήθεια των δυσφημιστικών ισχυρισμών τους, με τις ανωτέρω δικές του αιτιολογίες, απέρριψε ως αβάσιμες τις εφέσεις τους, ενώ στην συνέχεια, κατά παραδοχήν της έφεσης του Π.

Ν., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του, επιδικάζοντος σ' αυτόν νομιμοτόκως μεγαλύτερο χρηματικό ποσό ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ,από αυτό που του είχε επιδικάσει το Πρωτόδικο Δικαστήριο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε την αγωγή ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362 και 363 Π.Κ., καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, με συμπεριφορά η οποία συνιστά τα αδικήματα της απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης, και άρα αδικοπραξία, και δικαιολογούν έτσι την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και συνακόλουθα την παροχή σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του αρχικώς δευτέρου εναγομένου (στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο δεύτερος αναιρεσείων), ο οποίος υπέγραψε, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου αναιρεσείοντος, την επίμαχη αγωγή αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου και τις επ' αυτής κατατεθείσες προτάσεις του, οι οποίες δεν είχαν συνταχθεί από τον ίδιο και περιείχαν το ανωτέρω δυσφημιστικό και εξυβριστικό περιεχόμενο, και επίσης εκπροσώπησε τον πρώτο αναιρεσείοντα κατά την συζήτηση της αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, και παράνομη ήταν αλλά και υπαίτια και, επίσης, τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες ως άνω παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό τόσον των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, όσο και των διατάξεων των άρθρων 367 παρ.

ιγ' ΠΚ, 20 παρ. 1 Συντ. περί του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και 38 επ. Ν. Δ 3026/1954, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Τούτο δε γιατί αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τα σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα ότι ο δικαιοπάροχος του δευτέρου αναιρεσείοντος Ε.Κ.

προσέβαλε παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου και ότι είναι αβάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ. ιγ' ΠΚ ένστασή του ότι ενήργησε στα πλαίσια τη εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων του ως δικηγόρος και συνεπώς αίρεται το άδικο της πράξης του, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) ότι ο Π.Σ., στην αγωγή και τις προτάσεις του, που συνέταξε για λογαριασμό του ο πατέρας του, περιέλαβε τους ψευδείς ισχυρισμούς που αναφέρονται 1) στη διάπραξη εκ μέρους του Π.Ν. υπεξαίρεσης, 2) στον εκ μέρους του άσκοπο και ανεπιτυχή χειρισμό υποθέσεων άσχετων με την τότε επίδικη υπόθεση, 3) στη επαγγελματική του δυσπραξία και 4) στις προσόδους του από τη δικηγορία, η πενιχρότητα των οποίων τον οδήγησε να επιδιώξει να προσληφθεί ως υπάλληλος στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης καθώς και την εξυβριστική πρόταση "θα εδίσταζε εξ αισχύνης να αντικρύσει τον εντολέα του και, συνεχόμενος εκ του αισθήματος της αιδούς, θα ηρυθρία αντικρύζων αυτόν>>, β) ότι ο Ε.

Κ., δια της υπογραφής της αγωγής και των προτάσεων ως μοναδικός πληρεξούσιος δικηγόρος του Π. Σ., αν και δεν είχε συντάξει ο ίδιος τα δικόγραφα αυτά, και δια της εκπροσωπήσεως του Π.Σ. κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου κατέστησε δυνατή από υπαιτιότητά του την προβολή και διάδοση των περιεχομένων στην αγωγή και τις προτάσεις ανωτέρω δυσφημιστικών και προσβλητικών της προσωπικότητας του Π.Ν.

ισχυρισμών του Π.Σ., οι οποίοι, χωρίς την υπογραφή αυτή δεν θα μπορούσαν να λάβουν νόμιμη υπόσταση, γ) ότι ο ίδιος ο Ε.Κ. γνώριζε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν κατάλληλοι να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του Π.Ν. και είχε τη θέληση, να τους ισχυρισθεί ενώπιον τρίτων και δ) ότι οι ισχυρισμοί αυτοί, κατ' αντικειμενική κρίση, δεν ήταν αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων του εντολέως του Π.Σ., υπερέβησαν το επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης αυτού και είχαν ως σκοπό την προσβολή της τιμής και της υπόληψης του του Π.Ν., δηλαδή σκοπό εξύβρισης αυτού.

Επομένως, οι πρώτος από τους αριθμ. 1 και 19 και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές αναφερόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, ο δεύτερος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8α' Κ. Πολ. Δ. πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη αντένσταση του αναιρεσιβλήτου από το άρθρο 367 παρ. 2β'Π.Κ., μολονότι ο τελευταίος δεν προέβαλε αυτήν ούτε με την αγωγή του ούτε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και έτσι, κατά παραδοχή αυτής, απέρριψε την προβληθείσα από τον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο Ε.

Κ. ένσταση από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ. και έκανε δεκτή την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση του Ε. Κ. ως ουσιαστικά αβάσιμη και όχι κατά παραδοχήν της ανωτέρω αναφερομένης αντένστασης του αναιρεσιβλήτου, οι δε ουσιαστικές παραδοχές του ότι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί συνιστούν εξύβριση του αναιρεσιβλήτου δεν έγιναν κατά παραδοχήν ως ουσιαστικά βάσιμης σχετικής αντένστασης αυτού, αλλά στο πλαίσιο εξέτασης του αγωγικού ισχυρισμού του ότι ο Ε.Κ.

προσέβαλε παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητά του και του νομικού χαρακτηρισμού των προκυψάντων από τις αποδείξεις πραγματικών περιστατικών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019).

Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017). Τέλος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης ης αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη ( ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 760/2019 ).Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.

Πολ. Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το δικονομικό αυτό λόγο ελέγχεται και η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία αγωγής ή ένστασης, η οποία υπάρχει όταν γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών (ποιοτική αοριστία) ή όταν δεν αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά τον νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός τους (ποσοτική αοριστία) (ΑΠ 324/2020, ΑΠ 1597/2018), ενώ η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

η οποία συντρέχει αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ένστασης κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο δεύτερος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου) τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 1 Κ.Πολ.Δ, με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την απορριφθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με την έφεσή του ένσταση, που προέβαλε ο αρχικώς δεύτερος εναγόμενος Ε.

Κ. με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του, κυρίως ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη, γιατί δεν περιέχει αίτημα απόρριψης της αγωγής λόγω της κατάχρησης αυτής και σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμη, επικαλούμενος προς θεμελίωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου α) ότι στις προτάσεις περιείχετο αίτημα απόρριψης της αγωγής λόγω της καταχρηστικής άσκησης της και β) ότι η ένσταση ήταν και νόμιμη, αφού ο Ε.

Κ. ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων αδράνησε για πέντε έτη να ασκήσει την επίδικη αγωγή του, την οποία άσκησε την τελευταία ημέρα της παραγραφής, ότι αυτός έχει ασκήσει αγωγές, με τις οποίες ζητεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κυρίως από την προσβολή της προσωπικότητας του και σε άλλα 40 φυσικά πρόσωπα και ότι επιδεικνύει με την άσκηση της αγωγής αχαριστία τόσο προς τον Ε.

Κ., ο οποίος με την στάση του κατά την διάρκεια της δίκης αποστασιοποιήθηκε, όσο και προς τον Π. Σ., ο οποίος είχε υποδείξει στην εταιρείας Ξ...., όταν ήταν Δ/ντης, την πρόσληψή του ως δικηγόρου αυτής με πάγια αντιμισθία. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ. Δ. είναι αβάσιμος, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των από 31/3/2004 προτάσεων του Ε.

Κ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτός προέβαλε μαζί με τα περιστατικά άρνησης της αγωγής και τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά ισχυριζόμενος ότι καθιστούν την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, χωρίς όμως να περιλάβει στις προτάσεις του και ειδικό αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή και συνεπώς η ένσταση του από το άρθρο 281 ΑΚ ήταν αόριστη.

Κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος, γιατί με το ανωτέρω περιεχόμενό της η προβληθείσα εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση είναι απορριπτέα, σε κάθε περίπτωση, και ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούν και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος αντίθετη στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και γι' αυτό καταχρηστική.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.και συνεπώς ο ανωτέρω, από τους αριθμ. 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα η υπό κρίση από 5-6-2015 αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Β) Επί της από 29/6/2015 αίτησης αναίρεσης του Π. Ν.:

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 299, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης, μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 1295/2018, ΑΠ 610/2011, ΑΠ 148/2011).

Όμως η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπευδοντος την συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντος κατά την συζήτηση της αναίρεσης, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς κάποιον από τους αναιρεσιβλήτους, δεν επέχει θέση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς αυτόν, διότι δήλωση με τέτοιο περιεχόμενο δεν προβλέπεται στον ΚΠολΔ (ΑΠ 1295/2018, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 148/2011, ΑΠ 610/2011), έχει δε την έννοια, με βάση την αρχή του συζητητικού συστήματος, που ισχύει στην πολιτική δίκη, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν φέρεται προς συζήτηση ως προς αυτόν, αλλά μόνον, ως προς αυτούς εκ των αντιδίκων του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος, τους οποίους ο τελευταίος επέλεξε , χωρίς να αποκλείεται η επανεισαγωγή της ως προς τους παραλειφθέντες σε επόμενη δικάσιμο (ΑΠ 832/2021, ΑΠ 673/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκδίκαση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και κατά την εκφώνησή τους από τη σειρά της στο πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Π. Σ. δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο δε αναιρεσείων Π.

Ν.ς, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, δήλωσε, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι "δεν εισάγει" την αίτηση αναίρεσης του ιδίου ως προς αυτόν. Με τη δήλωση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ουσιαστικά ο ανωτέρω επισπεύδων τη συζήτηση γνωστοποιεί στο δικαστήριο τη μη επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης του ιδίου ως προς τον ανωτέρω απόντα διάδικο, από δε την παραδεκτή επισκόπηση των δικογραφιών δεν προκύπτει ότι ο απών αυτός διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως ή ότι έχει κλητευθεί νόμιμα, είτε από τον Π.

Ν. είτε από τον ομόδικο του και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης δεν θα εξετασθεί ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Κατά το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ η προθεσμία της αναίρεσης, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ιδίου νόμου, γιατί η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε πριν την 1/1/2016, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη.

Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, καθορίζεται η διάρκεια της προθεσμίας της αναίρεσης και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα αναφερόμενα εκεί ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στο πρωτότυπο, στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΟλΑΠ 412/1981), απορρίπτοντας την αναίρεση, αν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή (ΑΠ 659/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 1391/2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει από αυτήν, στις 28/6/2012, χωρίς οι διάδικοι να επικαλούνται ή οίκοθεν να προκύπτει επίδοσή της, η υπό κρίση δε από 29-6-2015 αίτηση αναίρεσης, κατατέθηκε στη Γραμματεία του εν λόγω Εφετείου στις 29/6/2015, όπως προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αυτή σχετική πράξη κατάθεσης, δηλαδή μετά την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.

Ωστόσο, η 28/6/2015, που συμπληρώθηκε η τριετής προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν ημέρα Κυριακή, δηλαδή εξαιρετέα ημέρα, και συνεπώς κατά τα άρθρα 144 παρ. 1 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ η ανωτέρω προθεσμία έληγε την επόμενη ημέρα, όταν και ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και περαιτέρω, αφού ασκήθηκε και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.

Πολ. Δ.) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ.Δ.).

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι ο Ε. Κ.ς δεν εγνώριζε την αναλήθεια των επιδίκων δυσφημιστικών και εξυβριστικών ισχυρισμών παραβίασε τους κανόνες της κοινής πείρας και της καλής πίστης καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 923 ΑΚ και 362, 363 ΠΚ και δεν αιτιολόγησε καθόλου άλλως δεν αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του και έτσι απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι ο ανωτέρω διέπραξε εις βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο κατά την άποψη του αναιρεσείοντος υπέπεσε το Εφετείο, ούτε ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά στις διατάξεις αυτές, υπό την επίκληση δε του λόγου αυτού πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ανεξαρτήτως αυτού, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, χωρίς να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αρχικώς δεύτερος εναγόμενος Ε.

Κ.ς, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, δεν ασχολήθηκε με την σύνταξη των επίμαχων δικογράφων και δεν γνώριζε την αναλήθεια των αναφερομένων σ' αυτά περιστατικών σε βάρος του αναιρεσείοντος, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση, η τέλεση του ανωτέρω αδικήματος και συνακόλουθα προσβολή με συκοφαντική δυσφήμηση της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, το Εφετείο με τις προεκτεθείσες, κατά την έρευνα της πρώτης αναίρεσης, παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των αναφερομένων στον λόγο αναίρεσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής τους, τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο Ε. Κ.ς δεν γνώριζε την αναλήθεια των αναφερομένων στην αγωγή και στις προτάσεις που υπέγραψε, δυσφημιστικών του αναιρεσείοντος ισχυρισμών, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, και συνεπώς δικαιολογούν την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί προσβολής της προσωπικότητάς του με την τέλεση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, μετά δε την παραδοχή του αυτή το Εφετείο νομίμως ερεύνησε αν τελέστηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος απλή δυσφήμιση ή εξύβριση.

Επομένως, ο παραπάνω, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το προαναφερόμενο σκέλος, είναι απαράδεκτος ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετη εκτίμηση του αναιρεσείοντος προς το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Επίσης ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 γ' πλημμέλειες, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε.

Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο Π. Σ. γνώριζαν την αναλήθεια των δυσφημιστικών και εξυβριστικών για τον ίδιο ισχυρισμών τους και επίσης ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νομίμως είχε προσκομίσει με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και έτσι κατέληξε στην κρίση, ότι οι ανωτέρω δεν γνώριζαν την αναλήθεια των επιδίκων δυσφημιστικών και εξυβριστικών σε βάρος του ισχυρισμών, τα έγγραφα δε αυτά είναι τα ακόλουθα: 1)…, πληρεξούσια του Π.

Σ. προς τον ίδιο, 2) η 745/1988 κλήση του Π. Σ., 3) οι από 12/101988 προτάσεις αυτού, 4) η 5043/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 5) η 5186/1988 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, 6) η 147/1988 ανακοπή του Π.Σ. στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσ/νικης, οι προτάσεις του επ' αυτής και η 66/1989 απόφαση του δικαστηρίου, 7) η 2657/1991 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/νικης, 8) το 9/...

ένταλμα του Ταμείου ΦΑΕ Θεσ/νικης κατά του Π.Σ., η 104/... ανακοπή αυτού κατά του εντάλματος ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/νικης, και όλα τα έγγραφα της διαδικαστικής πορείας της ανοιγείσας δίκης μέχρι την έκδοση της 1666/1990 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, 9) το 2802/1987 σήμα του Ταμείου Ανωνύμων Εταιρειών προς το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, η από 12/8/1988 αίτηση ακυρώσεως αυτού , που άσκησε ο Π.Σ.

ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μαζί με το υπόμνημά του και η 2565/1990 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, 10) το 619/... ένταλμα προσωποκράτησης του Π.Σ., που εξέδωσε το ΙΚΑ Θεσ/νικης, 11) η 38395/1992 αγωγή του κατά του Π.Σ. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και 12) οι προς απόκρουση της ανωτέρω αγωγής του προτάσεις του Π.Σ..

Ο λόγος αυτός ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, γιατί, σύμφωνα με τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των εναντίον του δυσφημιστικών και εξυβριστικών ισχυρισμών, και αφού τον εξέτασε, απέρριψε αυτόν με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν, ενώ ως πλημμέλεια από τον αρ. 11γ' είναι επίσης αβάσιμος, γιατί από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται να εντοπίζεται η αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν η αντίφαση έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 998/2017).

Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Α.Π. 854/2019, ΑΠ 537/2016).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά την νοηματική εκτίμησή του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 17 και όχι και από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της, γιατί, ενώ στο διατακτικό το δικαστήριο απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση του Ε.

Κ., στο σκεπτικό δέχεται λόγους έφεσής του και κρίνει ότι αυτός δεν γνώριζε την αναλήθεια των κατά του ιδίου επιδίκων δυσφημιστικών ισχυρισμών του και έτσι βελτιώνει την θέσης του. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρει αντιφάσεις στο διατακτικό, που εμποδίζουν την εκτελεστότητα της απόφασης,.

Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν υπάρχει αντίφαση, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε τους περιλαμβανόμενους σε λόγους των εφέσεων του ισχυρισμούς του Ε.Κ. ότι δεν εγνώριζε το ψευδές των κατά του αναιρεσείοντος δυσφημιστικών και εξυβριστικών ισχυρισμών του, αλλά δεν εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά παραδοχή ως βασίμων των ισχυρισμών αυτών, καθόσον αντικατέστησε την αιτιολογία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ότι γνώριζε την αναλήθεια, δεχόμενο ότι η κατά του αναιρεσείοντος αδικοπραξία δεν είχε τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης (όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) αλλά, αναλόγως, της απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9α' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο λόγος αυτός αποτελεί συνέπεια των αρχών της διαθέσεως και της συζητήσεως, που προβλέπονται στο άρθρο 106 ΚΠολΔ (ΑΠ 537/2016) και θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υφίσταται σχετικό αίτημα (ΑΠ 892/2019).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ. Πολ. Δ. (και όχι κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου και από το άρθρο 559 αρ. 8, 17 και 19 Κ.Πολ. Δ.), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς σχετικό αίτημα στην δική του έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ως προς την θετική γι' αυτόν διάταξη της ότι ο εναγόμενος Ε.Κ.

γνώριζε την αναλήθεια των δυσφημιστικών ισχυρισμών του και έτσι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. προκύπτει ότι η εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης έγινε κατά παραδοχήν ως βασίμων του δεύτερου και του τέταρτου λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος, αφού κρίθηκε ότι έπρεπε να του επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την εναντίον του αδικοπραξία του πρώτου εφεσιβλήτου και του Ε.

Κ. το ποσό των 2.500 ευρώ και όχι των 2.000 ευρώ, που είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και όχι άτοκα όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ η κρίση του Εφετείου ότι οι εναγόμενοι της αγωγής του δεν γνώριζαν την αναλήθεια των δυσφημιστικών ισχυρισμών τους έγινε κατά παραδοχήν δικών τους λόγων έφεσης, που οδήγησαν, όπως αναφέρθηκε, στην αντικατάσταση κατά το μέρος αυτό της αιτιολογίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αφορά σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 758/2018) και τούτο για να αποφευχθεί για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής άλλη λύση από αυτήν που έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ 251/2016).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά την νοηματική του εκτίμηση, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 18 και 8 πλημμέλειες (και όχι και από το άρθρο 559 αριθμ. 9, 19 και 20) με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την 488/2010 αναιρετική απόφαση, που παρέπεμψε σ' αυτό την υπόθεση, μετά την ολική αναίρεση της 1023/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και έτσι έκρινε ότι έγινε μερική μόνο αναίρεση της απόφασης αυτής και γι' αυτό δεν ερεύνησε τον τρίτο λόγο της έφεσής του, κρίνοντας ότι ως προς αυτόν η πρωτόδικη απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της από 11/7/2006 έφεσής του κατά της πρωτόδικης 29873/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προσέβαλε αυτήν (όπως αναφέρει) "διότι .....μνημονεύει ως νομικήν βάσιν της αγωγής μου μόνον τους περί προσβολής της προσωπικότητας μου διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, ενώ έδει να στηρίξει την απόφασή του και επί των περί αδικοπραξιών διατάξεων των άρθρων 914, 919, 920 και 932 Α.Κ." Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 1023/2008 απόφασή του απέρριψε αυτόν τον λόγο έφεσης αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης με τις δικές του αιτιολογίες και παραθέτοντας τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, 932 Α.Κ.

και 361, 362 363 Π.Κ., στις οποίες δέχθηκε ότι στηρίζεται νομικά η αγωγή. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1/7/2008 αίτησή του, στην οποία περιλαμβάνει και λόγους αναίρεσης με παράπονα για την απόρριψη του τρίτου λόγου της έφεσής του. Οι λόγοι αυτοί εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν με την 488/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε ότι νομίμως το Εφετείο, πριν από την κατ' ουσίαν έρευνα των λοιπών λόγων έφεσης του αναιρεσείοντος, παρέθεσε και την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

στο νόμω βάσιμο της αγωγής, την οποία δεν είχε αναφέρει το πρωτόδικο δικαστήριο, που είχε παραθέσει μόνο τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 920 και 932 ΑΚ, ενώ η μη μνημόνευση και του άρθρου 919 ΑΚ είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, γιατί με τους σχετικούς λόγους αναίρεσης πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της αγωγής στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου και ακολούθως απέρριψε τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης και επικύρωσε την 1023/2008 απόφαση ως προς την απόρριψη του τρίτου λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο μετά την παραπομπή σ' αυτό της υπόθεσης με την 488/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν αναιρέθηκε ως προς τον τρίτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος και έχει καταστεί αμετάκλητη η απόρριψη του και γι' αυτό δεν εξέτασε τον λόγο αυτό, αφ' ενός μεν συμμορφώθηκε προς το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την παραπεμπτική απόφαση, αφ' ετέρου δε, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκης, δηλαδή τον τρίτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος και γι' αυτό ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 και 18 πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση από 29/6/2015 αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -Συνεκδικάζει τις από 5-6-2015 και 29-6-2015 αιτήσεις αναίρεσης.

-

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 5/6/2015 αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Π. Σ.. -Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης επί της εν λόγω αίτησης αναίρεσης ως προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα Π. Σ.. -

Απορρίπτει την από 5-6-2015 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1391/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. - Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

-

Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσείοντα Α. Κ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

-

Απορρίπτει την από 29-6-2015 αίτηση του Π. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1391/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Α. Κ.. - Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ