1667/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια και συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Legislator headnote
AI generated1667/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Full text
Απόφαση 1667 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1667/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Ασημακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (ΔΕΗ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κώστα Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2339/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4627/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια και συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937). "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.
α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
2. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 2190/1994 "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.
α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.
και πειθαρχικά. Περαιτέρω το άρθρο 14 παρ. 1 του άνω νόμου 2190/1994, που αφορά το σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα ( τακτικού προσωπικού), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 περ. θ' του ν. 3812/2009 ορίζει: "1. Στις διατάξεις των κεφαλαίων Α`, Β` και Γ`, όπως ισχύουν, υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α) και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α).
Επίσης στον κατά τα πιο πάνω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνο υπάγονται επίσης: α. Η Προεδρία της Δημοκρατίας, ως προς το μόνιμο προσωπικό της. β. Η Βουλή των Ελλήνων, ως προς το προσωπικό της, σύμφωνα με τα όσα ορίζει ο Κανονισμός της. γ. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους.
δ. Οι συνταγματικώς κατοχυρωμένες ή μη Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές. ε. Οι Τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Ε.Δ.Κ.), η Κεντρική 'Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και η 'Ενωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος (Ε.Ν.Α.Ε.).στ....... .ζ. Οι τράπεζες...... η. Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.
θ. Οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α). Κατά το τελευταίο δε αυτό άρθρο ήτοι το άρθρο 1 του νόμου 3429/2005, οι δημόσιες αυτές επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες είναι αυτολεξεί οι κάτωθι: " 1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2.
Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:
α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό. 3.
Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 4. Το Κεφάλαιο Α' του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το Κεφάλαιο Β'. 5.
Το Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής, β) στις ανώνυμες εταιρείες που είναι συνδεδεμένες με τις εισηγμένες εταιρείες της προηγούμενης περίπτωσης, κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, γ) στις ανώνυμες εταιρείες ως προς τις οποίες έχει αποφασιστεί η έναρξη διαδικασιών αποκρατικοποίησης δια της εισαγωγής μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002.
δ) στις ανώνυμες εταιρίες των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης της διαχείρισης της επιχείρησης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους που δεν αποτελούν πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002, ''εφόσον το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής." Δηλαδή στο άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου 2190/1994, όπως άνω τροποποιήθηκε, το οποίο όπως προαναφέρθηκε αφορά στο σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και την έκταση εφαρμογής του συστήματος αυτού, εκεί όπου ομιλεί στην περίπτωση θ' ''για δημόσιες επιχειρήσεις και ανώνυμες εταιρείες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3429/2005'', δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ εταιρειών του κεφαλαίου Α και εταιρειών του Κεφαλαίου Β του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, αλλά τις περιλαμβάνει όλες, δηλαδή και τις εταιρείες του κεφαλαίου Α και του δευτέρου Κεφαλαίου Β του άρθρου αυτού, που αναλυτικά άνω αναφέρθηκαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ΔΕΗ, η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία, οι μετοχές της οποίας έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), και εφόσον το Δημόσιο εξακολουθεί να συμμετέχει στο μετοχικό της κεφάλαιο κατά ποσοστό όχι κατώτερο του 51% των μετά ψήφου μετοχών της εταιρίας μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 3 του ν. 2773/1999.
Δηλαδή αναφορικά με τον τρόπο προσλήψεων τακτικού και έκτακτου προσωπικού στην ΔΕΗ εφαρμόζεται και ο νόμος 2190/1994 κατά τις άνω διακρίσεις, κατά δε το άρθρο 14 αυτού, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 περ. θ', ν' του ν. 3812/2009, και μόνο (αναφορικά με την εφαρμογή της διάταξης αυτής), ως προς τον τρόπο πρόσληψης τακτικού και εκτάκτου προσωπικού τους, θεωρεί ότι περιλαμβάνονται στο δημόσιο τομέα και οι ανώνυμες εταιρίες του άρθρου 1 του νόμου 3429/2005(ΔΕΚΟ), όπως είναι δηλαδή και η ΔΕΗ. 3.
Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε η παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν έως τις 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται: 1) Να προσδιορισθούν:
α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων. 2) Να καθορισθεί, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω μη έγκαιρης μετεγγραφής της στην εθνική έννομη τάξη έως τις 10-7-2001 και σε κάθε περίπτωση έως τις 10-7-2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, κατ" επιταγή αυτής (σχετ.
Ολ.ΑΠ 20/2007). Ακολούθως, στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου", που, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου Π.Δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4- 2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ:
Α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ" αυτού.
Β) Περαιτέρω στο άρθρο 5 του π.δ 81/2003 , όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ 180/2004 ότι:"1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο" Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για τη πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σε σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (180/2004).
Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ. 180/2004 ορίστηκε, ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). 4. Επίσης κατά το άρθρο 13 του νόμου 3429/2005 που αφορά το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό στις ΔΕΚΟ " 1.
Οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν στο εξής, για λόγους γενικού συμφέροντος που συνδέονται με τη λειτουργία τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους που έχουν ισχύ νόμου ή ισχύ κανονιστική ή οποιαδήποτε άλλη ισχύ, καθώς και κατά παρέκκλιση οποιωνδήποτε διατάξεων ή συμφωνιών, να προσλαμβάνουν το πάσης φύσεως προσωπικό τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο διάρκειας μέχρι επτά (7) μηνών, ύστερα από προκήρυξη στην οποία καθορίζονται, από την ίδια τη δημόσια επιχείρηση, τα κριτήρια πρόσληψης.
Η διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού των δημοσίων επιχειρήσεων, καθώς και της μετέπειτα σύναψης της σχετικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ύστερα από αξιολόγηση της δοκιμαστικής περιόδου από την οικεία δημόσια επιχείρηση, ελέγχεται από το Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις που διέπουν τις αρμοδιότητές του και τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, του ίδιου νόμου (3429/2005) περί δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών(ΔΕΚΟ).
Περαιτέρω σύμφωνα με Δ.13.Β/Φ9.6.10/8183 κοινή Υπουργική Απόφαση Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας άρθρου 1. Η ΔΕΗ μπορεί να προσλάβει το πάσης φύσεως προσωπικό της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο μέχρι 7 ετών 2.
Η πρόσληψη γίνεται ύστερα από προκήρυξη, η οποία εκδίδεται από τη ΔΕΗ ΑΕ και με την οποία καθορίζονται.... 3. Η προκήρυξη αποστέλλεται στο ΑΣΕΠ προκειμένου να ασκήσει τον προβλεπόμενο από την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3429/2005 έλεγχο και εγκρίνει ή τροποποιεί την πράξη αναλόγως...... .Επομένως εν κατακλείδι το νομοθετικό πλαίσιο των εργαζομένων στην ΔΕΗ και ο έλεγχος νομιμότητας των προσλήψεων του τακτικού προσωπικού της, που διενεργείται με την έκδοση διοικητικών πράξεων από το ΑΣΕΠ ρυθμίζεται από τις διατάξεις 1) των άρθρων 2,14,18 του ν. 2190, 2)των άρθρων 1 και 13 του ν. 3429/2005 και 3) της ΚΥΑ Δ.13.Β/Φ9.6.10/8183 Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ενώ ο έλεγχος των προσλήψεων του εκτάκτου προσωπικού της ρυθμίζεται από το άρθρο 21 του ν. 2190/1994.
5. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 2/2013).
6. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων κατ'εκτίμηση εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή του ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προσέφερα στην εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ συμβουλευτικές υπηρεσίες για θέματα διαχείρισης ποιότητας και ανθρωπίνου δυναμικού, καλύπτοντας με την εργασία του πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τομέα αυτού, έτσι ώστε η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων να μη δικαιολογείται.
Ότι ειδικότερα συνήψε έξι συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δη τις από 8-3-2005 έως 8-3-2006, από 20-3-2006 έως 19-3-2007 , από 26-3-2007 έως 25-3-2008, από 27-3-2008 έως 31-3-2009, από 10-4-2009 έως την 9-4-2010 και από 10-3-2010 έως την 9-3-2011 συμβάσεις. Ότι κατ'επίφαση οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου, ενώ είναι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που μετατράπηκαν πλέον σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου πλέον χρόνου, καθόσον η κατάρτιση και η ανανέωση των συμβάσεων του ορισμένου χρόνου αντίκειται στην κοινοτική και εθνική νομοθεσία, και στην πραγματικότητα πρόκειται για ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι επειδή η εναγομένη αμφισβητεί την ανωτέρω μετατροπή των συμβάσεων αυτών ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ημέρα της πρόσληψής του, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 9-3-2011 απόλυσής του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2339/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, καθόσον με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι και υπό την εκδοχή ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 281, 671 ΑΚ 25 του Σ/τος και 5 του π.δ.61/2003, διότι η μετατροπή των επιδίκων συμβάσεων θα προσέκρουε στις διατάξεις του ν. 2190/1994 και στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, ο οποίος με σχετικό λόγο ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την παραδοχή της αγωγής ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμης. Το Εφετείο με βάση το παραπάνω περιεχόμενο της αγωγής, έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια.
Ειδικότερα από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, στο οποίο προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8 (2-4-2001), που ορίζουν ότι οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως είναι και εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ (άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2190/1994, 13 ν. 3429/2005), εφόσον δεν ακολουθηθεί η από τον νόμο οριζόμενη διαδικασία για την σύναψή τους, αφενός μεν είναι άκυρη και αφετέρου δεν επιτρέπεται η μετατροπή της από ορισμένου χρόνου σε αορίστου.
Επίσης ότι δέχθηκε περαιτέρω ότι απαγορεύεται η χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων από τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος διατυπώσεων μονιμοποίηση των συμβασιούχων και κατ'επέκταση η δικαστική αναγνώριση ύπαρξης μιας τέτοιας εργασιακής σχέσης, καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση του ενάγοντος, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του π.δ 164/2004 και ειδικότερα του μεταβατικού άρθρου 11 αυτού, αφού οι επίδικες εργασιακές συμβάσεις καταρτίστηκαν μεταγενέστερα, ήτοι από το έτος 2005 και μετά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των νόμων 2190/1994 και 3429/2005, τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, καθώς το άρθρο 2 του έχοντος ισχύ νόμου ΚΚΠ ΔΕΗ(ν.δ 210/1974), διότι, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του δεν στηρίζουν την επικαλούμενη από αυτόν έννομη συνέπεια και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος τους, περί του ότι ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920 και ο έχων ισχύ νόμου Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού της ΔΕΗ, που δεν εφαρμόστηκαν και ότι δεν ήσαν εφαρμοστέες οι αναφερόμενες στο λόγο του αυτό ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, του ν. 2190/1994 και του ν 3429/2005 που εφάρμοσε, κρίνονται αβάσιμα, καθόσον τα άρθρα 1 και 8 του ν. 2112/1920 στην προκειμένη υπόθεση δεν ήταν εφαρμοστέα και ορθά δεν εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα εφόσον για την πρόσληψη του ενάγοντος, η οποία όπως ρητά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε χώρα την 8ην-3-2005, δεν ακολουθήθηκε η από το άρθρο 103 παρ. 7 και 8 προβλεπόμενη διαδικασία, έστω και αν η κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου ήταν προσχηματική, οι συμβάσεις του, ακόμη και αν με την προσφορά των υπηρεσιών του ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστης διάρκειας.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού η άνω εργοδότρια, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου, εφόσον θεωρείται ως προς το ζήτημα των προσλήψεων του προσωπικού της(τακτικού και εκτάκτου), ως επιχείρηση ανήκουσα στον δημόσιο τομέα (ΔΕΚΟ) και εφαρμόζεται στην περίπτωση της ο νόμος 2190/1994 και ο νόμος 3429/2005 σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 2,3 και 4 μείζονες σκέψεις, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος.
Άλλωστε το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση το π.δ 164/2004 όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει το αντίθετο. Επίσης ο ίδιος λόγος της αίτησης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού της ΔΕΗ αν και αυτή υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τυγχάνουν σε αυτήν εφαρμογής οι διατάξεις του νόμου 2190/1994, όσον αφορά την διαδικασία και στον τρόπο με τον οποίο διενεργούνται οι προσλήψεις του προσωπικού της, μπορεί κατ'εξαίρεση των όσων ισχύουν στο Δημόσιο και στον Δημόσιο τομέα εν γένει, να προσλαμβάνει προσωπικό με σύμβαση ορισμένου και αορίστου χρόνου, καθόσον η σχετική δυνατότητα προβλέπεται από τον έχοντα άνω ισχύ νόμου Κανονισμό της(ν.δ 210/1974), είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα διότι ο Κανονισμός αυτός του Προσωπικού της ΔΕΗ σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 2, 3 και 4 μείζονες σκέψεις συμπληρώθηκε-τροποποιήθηκε από τους μεταγενέστερους νόμους 2190/1994 και 3429/2005 και για τις προσλήψεις του τακτικού προσωπικού της ισχύει το άρθρο 14 του πρώτου νόμου (2190/1994) σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του δεύτερου νόμου (3429/2005), για δε τις προσλήψεις προσωπικού για την κάλυψη εκτάκτων ή προσκαίρων αναγκών της, ισχύει το άρθρο 21 του πρώτου από τους άνω νόμους, σύμφωνα με το οποίο οι καταρτιζόμενες για τον σκοπό αυτό συμβάσεις είναι μόνο ορισμένου χρόνου.
Εξάλλου στο άρθρο 13 του ν. 3429/2005 σχετικά με το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό στις ΔΕΚΟ μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το προσωπικό της εναγομένης ΔΕΗ, ορίζεται "ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν στο εξής για λόγους γενικού συμφέροντος που συνδέονται με την λειτουργία τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, που έχουν ισχύ νόμου ή κανονιστική ισχύ ή οποιαδήποτε άλλη ισχύ, καθώς και κατά παρέκκλιση οποιωνδήποτε διατάξεων ή συμφωνιών, να προσλαμβάνουν το πάσης φύσεως προσωπικό τους, δηλαδή να παρεκκλίνουν από τα οριζόμενα στον άνω κανονισμό του προσωπικού της( βλ.
και Ολ. ΑΠ 2/2018).
7. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως, αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176 και 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 4627/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ