1667/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1667/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΠΡΩΤΟΣ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ. Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 περ. δ και παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 3 της Ε.Σ.Δ.Α., το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, με ποινή ακυρότητάς του, να περιέχει, πέραν των άλλων στοιχείων και τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος.
Full text
Απόφαση 1667 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1667/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. - Τ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βλάχο, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 273/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 319/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η κυρία διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιάφορα αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επιδόσεώς του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ’ ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη.
Αν δεν προταθεί με τον προαναφερθέντα τρόπο η ακυρότητα αυτή καλύπτεται, με συνέπεια το κλητήριο θέσπισμα να θεωρείται πλέον έγκυρο, τυχόν δε επαναφορά της ενστάσεως αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο να είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ. σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι (Α.Π. 321/2015, Α.Π. 109/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος είχε προβάλει την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με τη μορφή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ταυτόχρονα με την επί της ενοχής εκφορά της δικαιοδοτικής κρίσεώς του, απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό.
Ακολούθως, κατά την ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής για τον ίδιο αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., παραστάς και εκπροσωπήσας τον απόντα εκκαλούντα- κατηγορούμενο πληρεξούσιος δικηγόρος του, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, επανέφερε την ειρημένη ένσταση, με την προφορική ανάπτυξη και την έγγραφη κατάθεση σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος είχε το εξής κατά λέξη περιεχόμενο: "1.
ΠΡΩΤΟΣ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ. Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 περ. δ και παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 3 της Ε.Σ.Δ.Α., το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, με ποινή ακυρότητάς του, να περιέχει, πέραν των άλλων στοιχείων και τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κλητεύεται να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, διαφορετικά δημιουργείται σχετική ακυρότητα αναγόμενη σε προπαρασκευαστική πράξη της διαδικασίας [3212, 3213, 3214/2007 Πλημμ.
Πειραιά- σχετικό 1]. Στην προκειμένη περίπτωση στο κλητήριο θέσπισμα, το οποίο μου κοινοποιήθηκε, με το οποίο παραπέμπομαι να δικαστώ για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και στο κατηγορητήριο δεν προσδιορίζονται και δεν μνημονεύονται τα ακριβή στοιχεία του εκδότη των επίδικων επιταγών, ήτοι δεν μνημονεύεται καθόλου πως αυτές τις εξέδωσε η ανώνυμη εταιρεία … Α.Ε, παρά μόνο αναφέρεται πως εγώ εξέδωσα αυτές ως φυσικό πρόσωπο, γεγονός που διαψεύδεται από τα αναγνωστέα έγγραφα-επιταγές.
Επιπλέον, ουδόλως αναγράφεται με ακρίβεια, όπως επιτάσσει ο Νόμος, αν εγώ, ως κατηγορούμενος που παραπέμπομαι να δικαστώ, ήμουν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εκδότριας εταιρείας, ποια η ιδιότητά μου στο Δ.Σ. αυτής και αν την εκπροσωπούσα. Ως εκ τούτου στο κατηγορητήριο δεν διαλαμβάνεται ακριβής καθορισμός της πράξης, με αποτέλεσμα να αδυνατώ να αντικρούσω τις κατηγορίες.
Επιπλέον δεν αναγράφεται η παράγραφος 5 του άρθρου 4 παρ. Ια του Ν. 2408/1996, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 Ν. 2721/1999 και άρθρο 15 παρ. 3 Ν. 3472/2006 [Φ.Ε.Κ. 135/Α74-7-2006], όπως απαιτεί 321 παρ. 1 περ. δ του Κ.Π.Δ., δεδομένου πως των επίδικων επιταγών είναι νόμιμος εξ αναγωγής κομιστής ο μηνυτής. Β) ΕΝΣΤΑΣΗ απαραδέκτου της εγκλήσεως:
Η έγκληση του αντιδίκου υπεβλήθη εναντίον του φυσικού προσώπου, ήτοι εμού του κατηγορουμένου, απαραδέκτως, διότι το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής είναι κατ’ έγκληση και έπρεπε η μήνυση του αντιδίκου να στραφεί κατά της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας … Α. Ε. και κατά του νόμιμου εκπροσώπου αυτής και όχι εναντίον μου, ως φυσικού προσώπου που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές.
Κατά συνέπεια, η μήνυση του κ. Μ. απαραδέκτως ασκήθηκε εις βάρος μου, ως φυσικού προσώπου και όχι ως εκπροσώπου της εκδότριας εταιρείας … Α.Ε. και έτσι θεωρείται πως δεν έχει ασκηθεί, με συνέπεια να έχει υποπέσει σε τρίμηνη παραγραφή [117 Π.Κ. και 79 παρ. 5 Νόμου περί επιταγών και σχετικό 2-1365/2001 Α.Π.]". Όμως με τον τρόπο που επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η ένσταση αυτή ήταν απαράδεκτη, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της σχετικής εκθέσεως, στην ασκηθείσα κατά τα άνω έφεση του κατηγορουμένου δεν είχε περιληφθεί ειδικός λόγος σχετικός με την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένστασή του περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, ώστε το μέρος αυτό της εκκληθείσης αποφάσεως να μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να εξετασθεί από αυτό, αλλά προτάθηκε με σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Το τελευταίο μάλιστα, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σχετικά, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση με ορθές σκέψεις, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατά λέξη τα εξής: "Στην υπό κρίση περίπτωση με δεδομένο ότι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται, έχουν προβληθεί και στον πρώτο βαθμό, θα έπρεπε να έχουν συμπεριληφθεί και ως ειδικοί λόγοι έφεσης (Ερμ.
Κ.Π.Δ., Αθ. Κονταξή, έκδ. 2006 κάτω από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Όμως ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση περίπτωση δεν ενήργησε κατά την ως άνω επιταγή και επομένως οι εν λόγω ισχυρισμοί του πρέπει να απορριφθούν".
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας η οποία συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της απορρίψεως της ενστάσεώς του περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 4198/2013, όπως η υποπερίπτωση ε της περιπτώσεως γ της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ. 2 ν. 4280/2014: "α. Ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών.
Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. β. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου.
Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. γ. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 167, 189, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 259, 292, 309, 334 παράγραφος 3, 372, 382 και 390 του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως εξαιρούνται αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις:
α) του ν. 2168/1993, β) του άρθρου 6 του ν. 456/1976, γ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β’ 593) και δ) του άρθρου 41 ΣΤ’ του ν. 2725/1999, ε) του άρθρου 268 του ν.δ. 86/1969 (Α1 7)". Περαιτέρω κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ.: "Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή.
Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίσθηκε με σκοπό την ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι προκειμένου περί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση, το οποίο αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, το αρμόδιο δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αντί να καταγνώσει περισσότερες της μιας και αντίστοιχες των επιμέρους πράξεων ποινές, να επιβάλει μία και μόνο ποινή εντός του πλαισίου της οριζομένης από την οικεία διάταξη ποινής σύμφωνα με το υιοθετούμενο από τον Ποινικό Κώδικα και δυνητικά εφαρμοζόμενο σύστημα της ενιαίας ποινής.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε εκδοθεί στις 27-1-2012, ήτοι προ της δημοσιεύσεως του ανωτέρω ν. 4198/2013, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κηρύξει τον αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών που τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση και του είχε επιβάλει, όχι τρεις ποινές, δηλαδή όσες και οι μερικότερες πράξεις για τις οποίες είχε κηρυχθεί αυτός ένοχος αλλά μία ενιαία ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ, η οποία κατελάμβανε το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του, δηλαδή όλες τις επιμέρους πράξεις του, το περιεχόμενο των οποίων εκτιμήθηκε για την επιμέτρηση της προαναφερομένης ποινής.
Το ύψος όμως της συγκεκριμένης στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν εμπίπτει στο τεθέν από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 4198/2013 όριο των έξη μηνών, με βάση το οποίο προβλέπεται η αρχειοθέτηση των ανεκτέλεστων αποφάσεων και ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παρέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα προκειμένου να αρχειοθετηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4198/2013, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπαρχόντων άλλων λόγων αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη δήλωση-αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2016 και με αριθμό εκθέσεως …/5-2- 2016 δήλωση-αίτηση του Μ.-Τ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 273/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στο δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ