Supreme Court allows appeal on statute of limitations, remanding case to lower court for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the statute of limitations, finding the lower court erred in its calculation of the limitation period. The appellant argued that the annual limitation period for the disputed financial claims was interrupted by the lawsuit and should have restarted immediately after the suspension of proceedings in January 2007. The court agreed, ruling that the new limitation period began immediately following the procedural act of suspension rather than at the end of the calendar year, thereby rendering the defense of expiration inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 260, 261, 262, 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The annual limitation period for a claim is interrupted by the filing of a lawsuit and, upon suspension of proceedings, restarts immediately after the suspension act rather than at the end of the calendar year.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1667 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1667/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Τσίκα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλεσα Μπακατσέλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4722/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5818/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Απριλίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης και την εν μέρει αναίρεση της υπ' αριθ. 5818/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, σε σχέση με τις αναγόμενες στο έτος 2001 αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, τις οποίες η απόφαση αυτή έκρινε ότι δεν είχαν υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσίβλητη με την από 20.12.2001 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή της κατά της Ν. Μ., ήδη αναιρεσείουσας, και της εταιρείας "ΝΟΜΙΣΜΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, αφού εξέθεσε ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία " METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία απορροφήθηκε με συγχώνευση από την απορροφηθείσα κατά τον ίδιο τρόπο από την ίδια (ενάγουσα-αναιρεσίβλητη) "Εμπορική Τράπεζα Επενδύσεων Α.Ε., συνήψε με την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την από 28.6.2001 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, συνισταμένων στην αγορά και πώληση στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας μετοχών, ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής πραγματοποίησε ύστερα από εντολή της πρώτης εναγομένης αγοραπωλησίες μετοχών και με τη διαμεσολάβηση της δεύτερης εναγομένης, που καταχωρίζονταν σε σχετικό χρηματιστηριακό λογαριασμό, ότι από τις αγοραπωλησίες αυτές η οφειλή της πρώτης εναγομένης προς την ίδια ανήλθε στις 14.5.2003 στο ποσό των 85.904,71 ευρώ, για το οποίο εκείνη υποσχέθηκε με την από 3.9.2003 επιστολή της να το καταβάλει τμηματικά σε μηνιαία βάση και ότι η πρώτη εναγομένη προέβη μόνο σε ορισμένες επί μέρους καταβολές από τις 3.9.2003 μέχρι τις 17.5.2005, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμιά, να της καταβάλουν το οφειλόμενο τελικά από την πιο πάνω αιτία ποσό των 91.242,83 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4722/2009 απορριπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο έκρινε, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της πρώτης εναγομένης, ότι η αξίωση της ενάγουσας από τις επίμαχες χρηματιστηριακές συναλλαγές, που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των ετών 2001 και 2002 υπέκυψαν στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 του ν. 3632/1928, ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στις 27.12.2005.
Ακολούθως εκδόθηκε, ύστερα από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ενάγουσας, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε, κατά παραδοχή σχετικής αντένστασης της ενάγουσας, ότι επήλθε διακοπή της παραγραφής και, αφού εξαφανίστηκε η πρωτοδίκη απόφαση, έγινε στο σύνολό της δεκτή η αγωγή.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 15§6 του v. 3632/1928, κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο ενός έτους από τη λήξη του έτους στο οποίο έγινε, ενώ κατά τη διάταξη του αρθρ. 20§1 στοιχ. (γ) του ν. 1806/1988, χρηματιστηριακή συναλλαγή είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, που καταργήθηκαν από 1.11.2007 με το άρθρο 85 του ν. 3606/2007, εφαρμόζονται όμως στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις ανάγονται στο προηγούμενο χρονικό διάστημα των ετών 2001 και 2002, προκύπτει ότι η παραπάνω ετήσια παραγραφή ισχύει και για αξιώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής που είναι μορφή της κατ' άρθρο 90 του ΕμπΝ εμπορικής παραγγελίας (ΑΠ 1146/2003) και συνιστά παρεπόμενη σύμβαση σε σχέση με την κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση, όπως μεταξύ άλλων είναι και αυτή της αγοραπωλησίας μετοχών (ΟλΑΠ 28/2007).
Η παραγραφή αυτή, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αφετηριάζεται από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η χρηματιστηριακή συναλλαγή, ισχύει, όταν πρόκειται για αλλεπάλληλες αγοραπωλησίες μετοχών, που στηρίζονται στην ίδια σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακών συναλλαγών, ενεργούνται με τον ίδιο κωδικό αριθμό και καταχωρίζονται στην ίδια καρτέλα της χρηματιστηριακής εταιρίας, για κάθε μία συναλλαγή ξεχωριστά, η οποία διατηρεί την αυτοτέλεια της και δεν μεταπίπτει σε κονδύλιο αλληλόχρεου λογαριασμού.
Αναφορικά με την έναρξη της νέας ετησίας παραγραφής σε περίπτωση διακοπής αυτής, για την οποία δεν υφίσταται πρόβλεψη στο ν. 3632/1928, θα πρέπει να εφαρμοστεί αναλόγως η διάταξη του άρθρου 270 παρ. του ΑΚ, γεγονός που σημαίνει ότι η έναρξη της νέας παραγραφής μετά τη διακοπή τοποθετείται στη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή, όπως συμβαίνει και στις περιπτώσεις της βραχυχρόνιας παραγραφής του άρθρου 250 ΑΚ, αν ληφθεί υπόψη ότι οι απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, που αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας των άρθρων 90 επ.
του ΕμπΝ, αξιώσεις συμπίπτουν ως προς το περιεχόμενο τους με εκείνες του άρθρου 250 αρ. 1 και 5 του ΑΚ και ότι και στις δύο περιπτώσεις προβλέπεται ο ίδιος, χρόνος για την αφετηρίαση της αρχικής παραγραφής (ΑΠ 396/2012, ΑΠ 1285/2012). Εξάλλου, όμως από τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, με την ορίζεται ότι την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και ότι η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, αμέσως μετά την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης (ΑΠ 61/2013, ΑΠ 74/2013).
Έτσι, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή, αν οι διάδικοι απρακτούν, μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, δηλαδή, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει χρονικό διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή, που διακόπηκε. Περαιτέρω, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης (άρθρο 261 ΑΚ), θεωρείται διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη, διακοπή της παραγραφής κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 61/2013).
Αν βέβαια συντρέξουν σοβαροί λόγοι, εξ αιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν δικαιολογείται να έχει δυσμενείς συνέπειες για το διάδικο, η παραγραφή αναστέλλεται όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 255 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αποτελούν λόγους αναστολής δικαιοστάσιο ή ανώτερη βία, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσης του.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι εμποδίσθηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωση του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που προτείνεται από το εναγόμενο (ΑΠ 482/2012). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα εξής:" Η εταιρεία "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" συνήψε στην Αθήνα κατά την 28.06.2001 σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, με την οποία αυτή (ενάγουσα) ανέλαβε, έναντι προμήθειας την υποχρέωση να διενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές μετά από εντολές της πρώτης εναγομένης.
Την ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία διαδέχθηκε λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Επενδύσεων ΑΕ", η οποία με τη σειρά της απορροφήθηκε από την ενάγουσα. Ενόψει της ως άνω σύμβασης, ανοίχτηκε στο όνομα της πρώτης εναγομένης χρηματιστηριακός λογαριασμός με κωδικό 175278, στον οποίο καταχωρούνταν οι εκατέρωθεν δοσοληψίες, δηλαδή τα ποσά που κατέβαλε η πρώτη εναγομένη αλλά και η ενάγουσα στις αντισυμβαλλόμενες χρηματιστηριακές εταιρίες για την αγορά μετοχών για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης καθώς και τα χρηματικά ποσά, τα οποία προέρχονταν από πωλήσεις μετοχών της πρώτης εναγόμενης και συμψηφίζονταν με τα πρώτα.
Κατά το χρονικό διάστημα από 10.08.2001 έως 3.01.2002 η πρώτη εναγομένη έδιδε προφορικά εντολές, άλλοτε η ίδια απευθείας, άλλοτε, διαμέσου της δεύτερης εξ αυτών, στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" για την αγορά και πώληση μετοχών εισηγμένων στο ΧΑΑ, τις οποίες η τελευταία εκτελούσε, εκδίδοντας για την εκτέλεση κάθε εντολής που ελάμβανε το σχετικό παραστατικό, δηλαδή το πινακίδιο εκτελέσεως εντολής και καταχωρώντας στον παραπάνω λογαριασμό που τηρούσε τα αντίστοιχα ποσά.
Συγκεκριμένα, η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" τις παρακάτω εντολές αγοράς και πωλήσεως μετοπών τις οποίες η τελευταία εκτέλεσε, με τα αντίστοιχα κάθε φορά ποσά συναλλαγής, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η αμοιβή της και οι δαπάνες που ήταν αναγκαίες για την εκτέλεση τους: 1) Την 10.08.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή αγοράς 16.600 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../10.08.2001 πινακιδίου αγοράς μετοχών συνολικού ποσού 36.305,74 ευρώ, 2) Tην 6.9.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή αγοράς 160 μετοχών της εταιρείας ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και 15.000 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει των υπ' αριθ. -...-.../06.09.2001 πινακιδίων αγοράς, μετοχών, συνολικού ποσού 38.106,44 ευρώ, 3) Την 6.9.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή πώλησης 160 μετοχών της εταιρείας ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και 15.000 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει των υπ' αριθ. ...-.../6.9.2001 πινακιδίων πώλησης μετοχών, συνολικού ποσού 37.940,36 ευρώ 4) Την 8.10.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή πώλησης 300 μετοχών της εταιρείας ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και 15.000 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει του υπ' αριθ. .../8"'10-2001 πινακιδίου πώλησης μετοχών, συνολικού ποσού 28.638,06 ευρώ, 5) Την 9.10.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή πώλησης 6.750 μετοχών της εταιρείας NTΙONIΚ, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../9.10.2001 πινακιδίου πώλησης μετοχών, συνολικού ποσού 9.518,77 ευρώ, 6) Την 10.10.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή αγοράς 300 μετοχών της εταιρείας ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και 6.750 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει του υπ' αριθ. .../10.10.2001 πινακιδίου αγοράς μετοχών, συνολικού ποσού 18.112,19 ευρώ, 7) Την 11.10.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή αγοράς 15.000 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../11.10.2001 πινακιδίου αγοράς μετοχών, συνολικού ποσού 23.109,62 ευρώ, 8) Την 12.11.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή αγοράς 21.750 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../12.11.2001 πινακιδίου αγοράς μετοχών, συνολικού ποσού 44.021,40 ευρώ, 9) Την 12.11.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή πώλησης 21.750 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../12.11.2001 πινακιδίου πώλησης μετοχών, συνολικού ποσού 43.902,12 ευρώ, 10) Την 5.12.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή αγοράς 100 μετοχών της εταιρείας ΚΟΥΜΠΑΣ και 15.000 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει των υπ' αριθ. ... - .../5.12.2001 πινακιδίων αγοράς μετοχών, συνολικού ποσού 41.033,95 ευρώ, 11) Tην 5.12.2001 η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή πώλησης 100 μετοχών της εταιρείας ΚΟΥΜΠΑΣ και 15.000 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ, η οποία πραγματοποιήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../5.12.2001 πινακιδίου πώλησης μετοχών συνολικού ποσού 40.561,57 ευρώ, 12) Την 3.1.2002, η πρώτη εναγομένη έδωσε στην "Εμπορική ΑΧΕΠΕΥ" εντολή αγοράς 10.000 μετοχών της εταιρείας ΝΤΙΟΝΙΚ και 4.250 κοινών μετοχών της εταιρείας ΚΟΡΦΙΛ, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../3.1.2002 πινακιδίου αγοράς μετοχών, συνολικού ποσού 42.968,29 ευρώ.
Όλες οι παραπάνω συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν κατόπιν προφορικών εντολών της πρώτης εναγομένης που δόθηκαν απευθείας, αλλά και διαμέσου της δεύτερης εναγομένης και αποτυπώθηκαν στον τηρούμενο χρηματιστηριακό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, ο οποίος παρουσίαζε την 3.1.2002 χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της, ποσού 84.299,18 ευρώ.
Το παραπάνω ποσό επιβαρύνθηκε με τόκους υπερημερίας και κατέληξε να ανέρχεται στο ποσό των 91.242,83 ευρώ. Η πρώτη εναγόμενη με την από 3.9.2003 επιστολή της προς την δικαιοπάροχο της ενάγουσας "Τράπεζα Επενδύσεων Α.Ε", υποσχέθηκε να καταβάλει στην τελευταία το υφιστάμενο κατά την παραπάνω ημερομηνία χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού 85.904,71 ευρώ, όπως είχε διαμορφωθεί με τους τόκους υπερημερίας, και το οποίο ανέρχεται στο αιτούμενο ποσό των 91.242,83 ευρώ.
Σημειώνεται ότι η πρώτη εναγόμενη γνωρίζοντας το ύψος της οφειλής της κατά την 3.9.2003 έστειλε αβίαστα στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας την παραπάνω επιστολή, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής της και για μεγάλο χρονικό διάστημα τήρησε τις υποχρεώσεις της περί τμηματικής εξόφλησης του χρέους.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η αναγνώριση της παραπάνω οφειλής προήλθε από την εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας και της απειρίας της πρώτης εναγόμενης. Η πρώτη εναγόμενη-εφεσίβλητη ρητά και κατηγορηματικά αναγνώρισε με την από 3.9.2003 επιστολή της τη συνολική οφειλή της, που δημιουργήθηκε από αγορές και πωλήσεις μετοχών, που πραγματοποίησε μέσω του χρηματιστηριακού κωδικού της και ακολούθως, αυτή σε εφαρμογή των όσων ανέφερε στην ως άνω επιστολή της προέβη στις ακόλουθες καταβολές προς την ενάγουσα έναντι του χρέους της 1) την 8.9.2003 κατέβαλε το ποσό των 250 ευρώ, 2) την 2.10.2003 το ποσό των 250 ευρώ, 3) την 5.11.2003 το ποσό των 250 ευρώ, 4) την 4.12.2003 το ποσό των 300 και,250 ευρώ 5) την 2.1.2004 το ποσό των 350 ευρώ, 6) την 4.2.2004 το ποσό των 350 ευρώ, 7) την 9.3.2004 το ποσό των 350 ευρώ, 8) την 5.4.2004 το ποσό των 350 ευρώ,10) την 24.6.2004 το ποσό των 350 ευρώ, 11) την 20.7.2004 το ποσό των 500 ευρώ, 12) την 2.8.2004 το ποσό των 500 ευρώ, 13) την 4.9.2004 το ποσό των 500 ευρώ, 14) την 8.10.2004 το ποσό των 500 ευρώ,15) την 8.11.2004 το ποσό των 500 ευρώ,16) την 20.12.2004 το ποσό των 500 ευρώ, 17) την 2.1.2004 το ποσό των 500 ευρώ και 18) την 7.5.2005 το ποσό των 700 ευρώ, οπότε έπαυσε να καταβάλει τις συμφωνημένες δόσεις.
Οι ανωτέρω καταβολές καταχωρήθηκαν στον τηρούμενο επ' ονόματι της και προβλεπόμενο από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση χρηματιστηριακό της λογαριασμό. Οι καταβολές αυτές συνιστούν πράξεις που εκδηλώνουν συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης προς την ενάγουσα (δανείστρια), με την οποία εκφράζεται σαφώς η αναγνώρισης της αξίωσης της ενάγουσας εταιρίας και συνεπώς έτσι διακόπηκε η παραγραφή.
Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η τελευταία καταβολή έγινε την 7.5.2005 και ότι η επανέναρξη του χρόνου παραγραφής, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, συμπίπτει με το τέλος του έτους 2006 (31.12.2006), δηλαδή το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έγινε η τελευταία συναλλαγή, οπότε αρχίζει και τρέχει, σύμφωνα με τα παραπάνω, νέα ετήσια παραγραφή, στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση της ενάγουσας δεν υπέπεσε στην παραγραφή, γιατί πριν τη συμπλήρωση του ως άνω νέου χρόνου παραγραφής (την 31.12.2006) η ενάγουσα εταιρία άσκησε την ένδικη αγωγή και ειδικότερα κατέθεσε αυτήν κατά την 23.12.2005 και επέδωσε αυτήν κατά την 27.12.2005 και κατά την 21.12.2006 στους δύο εναγόμενους (βλ.
υπ' αριθμούς ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κερκύρας Δ. Τ. όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη και υπ' αριθμούς ... και ...2006 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή). Ενόψει της δεύτερης αυτής επιδόσεως (21.12.2006) η νέα ετήσια παραγραφή άρχισε κατά την 31.12.2006 και επρόκειτο να συμπληρωθεί κατά την 31.12.2007, πλην όμως αυτή διακόπηκε κατά την 24.1.2007 (ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της υποθέσεως) και άρχισε νέα που επρόκειτο να συμπληρωθεί κατά την 31.12.2008.
Η υπόθεση αναβλήθηκε για την 13.2.2008 κατά την οποία ματαιώθηκε. Ακολούθως, η ενάγουσα επανέφερε την υπόθεση, δυνάμει της από 21.2.2008 κλήσεως, την οποία επέδωσε κατά την 4.3.2008 στη πρώτη εναγόμενη και κατά την 24.3.2008 στη δεύτερη εναγόμενη, οπότε διακόπηκε η ετήσια παραγραφή και άρχισε νέα που επρόκειτο να συμπληρωθεί κατά την 31.12.2009.
Η υπόθεση τελικά συζητήθηκε κατά την 28.4.2009 χωρίς να συμπληρωθεί εν τω μεταξύ ποτέ η ετήσια παραγραφή του άρθρου 16 παρ.5 του Ν. 3632/1928 (βλ άρθρα 260 και 261 AK). Η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ένδικη αξίωση υπέπεσε στην παραγραφή: α) γιατί από την τελευταία χρηματιστηριακή συναλλαγή (3.1.2002) μέχρι το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (28.07.2006) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους χωρίς να μεσολαβήσει διακοπτικό γεγονός και β) γιατί περαιτέρω από το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής μέχρι τη συζήτηση της παρήλθε πάλι χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους χωρίς να υπάρξει διακοπή της παραγραφής.
Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, αφού μεσολάβησαν διακοπτικά γεγονότα της ως, άνω βραχυχρόνιας παραγραφής, ουδέποτε συμπληρώθηκε η ετήσια παραγραφή και ως εκ τούτου η σχετική ένσταση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και κατ' ακολουθία, βάσιμη η αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της ετήσιας παραγραφής, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, ως προς την παραγραφή σε επιδικία της επίμαχης συνολικής αξίωσής της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας σύμβασης χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά τη διάρκεια των ετών 2001 και 2002, οι οποίες (συναλλαγές) εκλαμβάνονται αυτοτελώς και όχι ως κονδύλια αλληλόχρεου λογαριασμού.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και ενόψει των πιο πάνω παραδοχών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η ετήσια παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής διακόπηκε κατά την επιδικία στις 24.1.2007 οπότε η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 13.2.2008. Αμέσως μετά τη διαδικαστική αυτή πράξη της αναβολής άρχισε να τρέχει σε επιδικία νέα ετήσια παραγραφή, η οποία ήδη συμπληρώθηκε πριν από την επομένη δικαστική πράξη, που έλαβε χώρα με την κατάθεση της από 21.2.2008 κλήσης της ενάγουσας για προσδιορισμό νέας δικασίμου, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 13.2.2008 (η εν λόγω ματαίωση κατά το άρθρο 260 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη).
Το Εφετείο έκρινε εσφαλμένα ότι η παραγραφή σε επιδικία, μετά τη διαδικαστικής πράξη της αναβολής κατά τις 24.1.2007, συμπληρωνόταν στις 31.12.2008, τοποθετώντας στην ειδική αυτή περίπτωση της παραγραφής σε επιδικία την έναρξη της νέας παραγραφής όχι αμέσως μετά το τέλος της διαδικαστικής πράξης, αλλά στο τέλος του έτους μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η πράξη αυτή.
Έτσι η προβληθείσα εκ μέρους της πρώτης εναγομένης σχετική ένσταση παραγραφής σε επιδικία της επίμαχης συνολικής αξίωσης της ενάγουσας, ενόψει και του ότι δεν τίθεται κατ' αντένσταση ζήτημα αναστολής για οποιοδήποτε λόγο και ιδίως για τις προβλεπόμενες στο άρθρο 255 ΑΚ αιτίες της παραγραφής αυτής, κρίνεται ουσιαστικά βάσιμη.
Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 5818/2011 του Εφετείου Αθηνών, ως προς την αναιρεσείουσα πρώτη εναγομένη.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ