1667/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1667/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1667 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1667/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ι. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Προυσανίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Σ., κατοίκου ..., 2. Ε. συζ. Θ. Μ., κατοίκου ... και 3. Ι. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κάππο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.10.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4259/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5580/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 926 του Α.Κ. "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία".
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Αν για την επέλευση της ζημίας συνέβαλε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περισσοτέρων προσώπων, αδιαφόρως του αν ήταν συμμέτοχοι στην ίδια αδικοπραξία ή έδρασαν χωρίς κοινή υπαιτιότητα (με μορφή παραυτουργίας), ευθύνονται εις ολόκληρον, ανεξάρτητα από το βαθμό της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από αυτούς, που ενδιαφέρει μόνον την κατά το άρθρο 927 του ΑΚ άσκηση του δικαιώματος αναγωγής μεταξύ των περισσοτέρων εις ολόκληρον συνοφειλετών (ΑΠ 1327/2008).
Τέτοιο γενεσιουργό λόγο υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία αποτελεί και η συμμετοχή σε απάτη, για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του, από πλάνη που προξενήθηκε με δόλο των δραστών (ΑΠ16/2005). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε η δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Κατά δε την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για τη συγκρότηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, υφίσταται, όταν το δικαστήριο τη ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.
Α.Π. 1/1333), ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος και εξαιτίας αυτού του διαγνωστικού λάθους καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, σχηματίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως την περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο με εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού τότε πρόκειται για αιτίαση ως προς την εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ούτε επίσης όταν το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1236/2005, 871/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την εναντίον αυτού αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εφεσιβλήτων - εναγόντων προς αποζημίωσή τους από αδικοπραξία, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πατέρας και η μητέρα του εναγομένου (αναιρεσείοντος), λογιστής και αντιπρόσωπος ασφαλιστικών εταιριών αντιστοίχως (εναγόμενοι - εκκαλούντες επίσης και ήδη μη διάδικοι), στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων είχαν γνωριστεί από ετών με όλους τους εφεσιβλήτους (ήδη αναιρεσιβλήτους) και το συγγενικό περιβάλλον τους και ήταν σύμβουλοί τους, τόσο επί λογιστικών θεμάτων όσο και επί θεμάτων ασφάλισης αυτοκινήτων τους, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη τους.
Οι εφεσίβλητοι, που είναι κάτοικοι του Δήμου ... ο πρώτος αυτών και ομόρων δήμων οι λοιποί (της ... η δεύτερη και των ... ο τρίτος) και ασκούν στους δήμους αυτούς τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους, επεδίωκαν από το έτος 1996 να επενδύσουν τα χρήματά τους σε τίτλους με τα καλύτερα τοκοφόρα αποτελέσματα γι' αυτούς.
Έτσι ζήτησαν και τη γνώμη των δύο πρώτων εκκαλούντων που είχαν μεγαλύτερη πείρα για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Οι δύο πρώτοι εκκαλούντες τους υπέδειξαν ότι τα τέκνα τους Ν. και Δ. (αναιρεσείων) μετέχουν σε μία εταιρία, εννοώντας την πρώτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ Η ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ" με έδρα στο Κολωνάκι της Αθήνας, η οποία μεσολαβεί, για την τοποθέτηση των χρημάτων των καταθετών-επενδυτών σε τράπεζα του εξωτερικού με την επωνυμία "ΤΕΤRAKTYS WORLDWIDE INVESTMENTS S.A." και έδρα στο Λουξεμβούργο, που δίνει μεγάλο τόκο στις καταθέσεις και συγκεκριμένα με απόδοση 17-20% ανά τρίμηνο, εμφανιζόταν δε η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία ως υποκατάστημα της αλλοδαπής τράπεζας.
Πράγματι κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα τα δύο τέκνα των δύο πρώτων εκκαλούντων μετείχαν μόλις συνεστήθη το 1996 στο διοικητικό συμβούλιο της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, ο δε Δ. Ι. διετέλεσε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 7-5-2001 έως 12-10-2001 υπεύθυνος διαχείρισης και ήταν αρμόδιος για τις λογιστικές εγγραφές που αφορούσαν τη διαχείριση της ως άνω εταιρίας και για την επιλογή των επενδύσεων που θα γίνονταν, ενώ αντίθετα, η συμμετοχή του αδελφού του Ν.
Ι. ήταν τυπική και δεν είχε ενεργό ανάμειξη στα οικονομικά και γενικά στα ζητήματα της διαχείρισης της εταιρίας αυτής. Σε άλλες υποδείξεις όμως δεν προέβησαν οι δύο πρώτοι εκκαλούντες για να πείσουν τους εφεσίβλητους να συναντήσουν την Κ. Σ. που είχε την ουσιαστική διεύθυνση της ανωτέρω εταιρίας και ερχόταν σε άμεση επικοινωνία με τους επενδυτές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οι εφεσίβλητοι, και τους έπειθε για την επένδυση των χρημάτων τους σε τίτλους της ξένης τράπεζας που είχε την έδρα της στο Λουξεμβούργο.
Η ανωτέρω γυναίκα εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος και κυρία μέτοχος αμφοτέρων των ως άνω εταιριών (της ανώνυμης που είχε την έδρα της στο Κολωνάκι και της τραπεζικής που είχε την έδρα της στο Λουξεμβούργο), που είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ενώ αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Οι εφεσίβλητοι, αφού είχαν πεισθεί από τις υποσχέσεις της Κ.
Σ. αλλά και του Δ. Ι. για τη φερεγγυότητα των δύο ως άνω εταιριών, είχαν λάβει, καταβάλλοντας ο καθένας τους διάφορα χρηματικά ποσά κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του 1996 έως την αρχή του Αυγούστου του 2001, κάποιους ξενόγλωσσους τίτλους της ξένης τραπεζικής εταιρίας, με τη ψευδή διαβεβαίωση αυτών ότι η εταιρία αυτή είναι ίδια με την εταιρία που εδρεύει στο Κολωνάκι της Αθήνας και η τελευταία είναι υπέγγυος και υπεύθυνη έναντι αυτών.
Οι διαβεβαιώσεις δε αυτές ήταν ψευδείς καθόσον η προαναφερόμενη ελληνική ανώνυμη εταιρία ήταν αυτοτελής και αυθύπαρκτη, δεν είχε κάποια σχέση με την ως άνω ξένη τραπεζική εταιρία και δεν ήταν φερέγγυα, με αποτέλεσμα τελικά εξαιτίας παραβάσεων
της χρημα-στιστηριακής νομοθεσίας να ανακληθεί η άδεια σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όχι μόνο οι εφεσίβλητοι πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις της Κ. Σ. για την επένδυση των χρημάτων τους σε τίτλους της προμνημονευόμενης αλλοδαπής τράπεζας με τη διαμεσολάβησή της, αλλά πείσθηκαν και συγγενείς του πρώτου και της συζύγου του (ο Π.
Ι., οι Ι. και Π. Τ.) και όλοι έσπευσαν να καταθέσουν χρήματα στην τράπεζα αυτήν με τη διαμεσολάβηση της Ελληνικής εταιρίας και κυρίως της Κ. Σ. με τη συνδρομή των Α. Β., Δ. Ι. (τρίτου εφεσίβλητου) και Σ. Μ., κατηγορουμένων ήδη όλων των προαναφερομένων προσώπων για κακουργηματική απάτη. Ειδικότερα οι εφεσίβλητοι πεισθέντες από τους ισχυρισμούς προπαντός της Κ.
Σ., αλλά και του τρίτου εκκαλούντος (Δ. Ι.) που είχε την ανωτέρω αναφερόμενη ιδιότητα στην ως άνω Ελληνική Χρηματιστηριακή Εταιρία, παρέδωσαν προς επένδυση, με την πίστη ότι η εταιρία αυτή ήταν υποκατάστημά της στο Λουξεμβούργο εδρεύουσας εταιρίας, στην έδρα (στα γραφεία) της Ελληνικής Εταιρίας τα παρακάτω χρηματικά ποσά για την εκτέλεση εντολών χαρτοφυλακίου, υπογράφοντας τις σχετικές συμβάσεις χειρισμού εντολών χαρτοφυλακίου:
α) ο πρώτος αυτών Ε. Σ. το ποσό των 11.173.547 δραχμών ή 32.791 ευρώ την 2-8-2001, β) η δεύτερη αυτών (Ε. Μ.) το ποσό των 7.830.037 δραχμών ή 22.978,73 ευρώ την 7-5-2001 και γ) ο τρίτος εφεσίβλητος το ποσό των 6.626.679 δραχμών ή 19.447,33 ευρώ την 12-10-2001 και συνολικά και οι τρεις (3) εφεσίβλητοι το ποσό των 82.783 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 7-5-2001 έως 12-10-2001, ποσά για τα οποία έλαβαν από τη μη διάδικο της δευτεροβάθμιας αυτής δίκης και προσωρινώς κρατούμενη για την αίτία αυτή στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού και τον συνεργούντα με αυτή, εκτός άλλων προσώπων μη διαδίκων στην κρινόμενη υπόθεση, τρίτο εκκαλούντα (Δ.
Ι.) ξενόγλωσσους τίτλους με την υπογραφή της ανωτέρω γυναίκας, οι οποίοι, όμως τελικά αποδείχθηκε ότι δεν είχαν ουδέν αντίκρυσμα. Εξάλλου ούτε η προαναφερόμενη γυναίκα, στο σχέδιο της οποίας έπεσαν θύματα αρκετά τρίτα πρόσωπα - επενδυτές, ούτε ο τρίτος εκκαλών, απέδωσαν στους εφεσίβλητους τα ποσά που τους κατέβαλαν, αν και έχει παρέλθει το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα της δήθεν επένδυσης τους και τους έχουν οχλήσει επανειλημμένα για την απόδοση τους, με αποτέλεσμα όλοι οι συμμετέχοντες στην εξαπάτηση των εφεσίβλητων να προσποριστούν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας των τελευταίων.
Με αυτά τα δεδομένα δεν αποδείχθηκε ότι είχαν οι πρώτος, δεύτερη και τρίτος των εκκαλούντων κάποια ουσιαστική συμμετοχή με οιαδήποτε μορφή στην ως άνω αδικοπραξία που τελέσθηκε σε βάρος των εφεσιβλήτων εκ μέρους της Κ. Σ., του τρίτου εκκαλούντος (Δ. Ι. του Ι.) και λοιπών άλλων προσώπων μη διαδίκων στην προκειμένη δίκη και συνεπώς οι τρεις προαναφερόμενοι των εκκαλούντων (ζεύγος Ι.
και Α. Ι. και ο μικρότερος γιος τους Ν. Ι.) δεν είναι υπόχρεοι να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους για την ως άνω ζημία που υπέστησαν. Συνακόλουθα ως προς αυτούς έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ αντίθετα τέτοια υποχρέωση έχει ο τρίτος εκκαλών που συμμετείχε στην τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας (και ποινικά κολάσιμης πράξης) σε βάρος των εφεσίβλητων".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 926, 297, 298 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Η με κοινό δόλο του αναιρεσείοντος και της μη διαδίκου Κ.Σ., οι οποίοι ήταν μέτοχοι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ημεδαπής ανώνυμης εταιρίας "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ Η ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΑ Α.Ε. ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ", εν γνώσει τους ψευδής παράσταση προς τους αναιρεσιβλήτους ότι μπορούσαν να επενδύουν χρηματιστηριακώς τις αποταμιεύσεις τους στην ως μητρική της προηγούμενης ψευδώς επίσης παριστάμενη Τράπεζα του Λουξεμβούργου "TETRAKTYS WORLDWIDE INVESTMENTS S.A." με απόδοση 17-20% ανά τρίμηνο, 2) Η επίτευξη του επιδιωχθέντος από τον αναιρεσείοντα σκοπού παράνομης περιουσιακής ωφέλειας της εταιρίας στην οποία μετείχε και της συναυτουργού του (αλλά και του ιδίου) δια βλάβης της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, αφού οι τελευταίοι πείσθηκαν στις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις αυτού (και της συναυτουργού του) και κατέβαλαν τις αποταμιεύσεις τους, ποσού 82.783 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν παράνομα, 3) Η προς εφησυχασμό και διατήρηση της πλάνης των εφεσιβλήτων, για την τύχη των χρημάτων τους, παράδοση σ' αυτούς από την πρωτοστατούσα στην απάτη Κ.
Σ. και τον συνεργούντα με αυτή αναιρεσείοντα ξενόγλωσσων τίτλων (υπογεγραμμένων από την πρώτη), οι οποίοι δεν είχαν αντίκρυσμα (ούτε αξία). Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω αβάσιμος είναι και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 2364/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς την ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος για την απάτη σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, την οποία (ευθύνη) κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, εσφαλμένως συνδύασε το Εφετείο με την ιδιότητα εκείνου ως υπευθύνου διαχείρισης της ως άνω εταιρίας "ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ", ενώ κατά το προαναφερόμενο βούλευμα εφέρετο (ο αναιρεσείων) ως υπεύθυνος διαχείρισης άλλης εταιρίας (με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ").
Διότι: το 2364/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα έγγραφα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων από το Εφετείο, το οποίο έτσι δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ως άνω βούλευμα, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί κατ' αρχήν λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου αυτού του βουλεύματος, ήτοι η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντος για την απάτη σε βάρος των αναιρεσιβλήτων δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς την οποία αρκούσε η ύπαρξη υπαίτιας και παράνομης ζημιογόνας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος (που επαρκώς αιτιολογείται) και είναι χωρίς έννομη επιρροή για την κρινόμενη υπόθεση η μεταγενέστερη έκβαση της ποινικής δίκης ως προς τον αναιρεσείοντα, όπως και η θεμελίωση της κατηγορίας σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που συγκροτούσαν την ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων από αδικοπραξία.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2009 αίτηση του Δ. Ι. κατά του Ε. Σ. κ.λ.π για αναίρεση της 5580/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ