Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to cite specific contract interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a loan dispute. The appellant argued the lower court failed to apply mandatory contract interpretation rules and ignored ambiguities in the agreement. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not explicitly cite the relevant statutory provisions in the appeal petition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must explicitly cite the specific legal provisions violated, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1667 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1667/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Πανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Καραβίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 393 παρ. 3 του ΚΠολΔ, ορίζεται, ότι δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα, ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας, που έχει συνταχθεί εγγράφως, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Εξάλλου, από το άρθρο 394 του ΚΠολΔ ορίζεται, στην μεν παρ. 1 εδ.
α' ότι η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη, στην δε παρ. 2 ότι, όταν ο νόμος ή τα μέρη ορίζουν ότι για την δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο είτε ως συστατικός, είτε ως αποδεικτικός τύπος, η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση της παραγράφου 1 εδ.
γ', ήτοι αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που έχει συνταχθεί χάθηκε τυχαία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι όταν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης (κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας), η οποία πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη, επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη προσθέτων συμφώνων, προγενεστέρων, συγχρόνων ή μεταγενεστέρων δικαιοπραξίας, η οποία έχει συνταχθεί εγγράφως, έστω και αν αντίκειται στο περιεχόμενο του εγγράφου, εκτός αν η δικαιοπραξία δεν έχει συνταχθεί απλώς εγγράφως, αλλά το έγγραφο ορίζεται από τον νόμο ή είχε ορισθεί από τα μέρη ως συστατικός ή αποδεικτικός τύπος (ΟλΑΠ 487/1982).
Υπάρχει δε αρχή έγγραφης απόδειξης κατ' άρθρο 394 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όταν τοέγγραφο από το οποίο πηγάζει αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη για το αποδεικτέο γεγονός αλλ' απλή πιθανολόγηση, ..προς ενίσχυση της οποίας επιτρέπεται και η εμμάρτυρη απόδειξη (ΑΠ 211/1983). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής :
Στις 2-4-1999 ο εναγόμενος έλαβε από τον ενάγοντα ως άτοκο δάνειο τα ποσά των 12.000.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι ο ενάγων με τις έγγραφες από 2-4-1999 συμβάσεις δανείου, που προσκομίζει και επικαλείται, αποδεικνύει τις συμβάσεις δανείου και τα ποσά που κατέβαλε στον εναγόμενο (ως δάνειο).
Δεν προκύπτει όμως από κάποιο έγγραφο ότι τα δάνεια αυτά δόθηκαν στον εναγόμενο από τον ενάγοντα με την αναβλητική αίρεση της αμετάκλητης άρσης του νομικού ελαττώματος της διεκδίκησης, καθόσον δεν μπορεί ο εναγόμενος με τον μάρτυρα ν' αποδείξει γεγονότα κατά του περιεχομένου εγγράφου, εφόσον από τις πιο πάνω δανειακές συμβάσεις παρέχεται πλήρης απόδειξη για το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός της συμβάσεως των ως άνω δανείων.
Συνεπώς, ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει με έγγραφο ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι τα δάνεια θα εξοφληθούν μετά την αμετάκλητη άρση του νομικού ελαττώματος της διεκδίκησης και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε αναβλητική αίρεση ως προς την εξόφληση του δανείου, καθόσον αυτή θα μπορούσε να συμπεριληφθεί ευχερώς στις δανειακές συμβάσεις που υπέγραψαν αμφότεροι οι διάδικοι, με δεδομένο ότι όταν υπογράφτηκαν αυτές είχε ήδη εγγραφεί (από 16-05-1996) η ως άνω αναφερόμενη διεκδικητική αγωγή. Την εκδοχή αυτή ενισχύει ιδίως το ότι ενώ αναγράφονται στις ως άνω δανειακές συμβάσεις τα λοιπά στοιχεία του δανείου (ακόμη και οι συμβάσεις εκχωρήσεως προς εξασφάλιση αυτών) δεν μνημονεύεται σ' αυτές ο σημαντικότατος όρος του χρόνου αποδόσεως των δανείων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι από τις έγγραφες δανειακές συμβάσεις αποδεικνύεται η κατάρτιση πλήρων συμβάσεων δανείων, τα αποτελέσματα των οποίων δεν εξαρτήθηκαν από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία και ότι εξ αυτών δεν πηγάζει αρχή έγγραφης απόδειξης, που να επιτρέπει την απόδειξη της επικαλούμενης από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο πρόσθετης συμφωνίας και με μάρτυρα, την κατάθεση του οποίου δεν έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι από τον αριθμό 12) για το λόγο ότι το δικαστήριο, που την εξέδωσε, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο (μαρτυρική κατάθεση), που επικαλέσθηκε και προσκόμισε, προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι η επιστροφή δανείου τελούσε υπό αναβλητική αίρεση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης, η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 11 στοιχ. γ', για τον λόγο ότι το δικάσαν δικαστήριο κατά την έρευνα των περιστάσεων υπό τις οποίες συνήφθησαν οι επίδικες συμβάσεις δανείων, προκειμένου να καταλήξει σε κρίση περί του αν συνάγεται ή όχι από αυτές οχρόνος απόδοσης του δανείου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο (μάρτυρα που επικαλέσθηκε), είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι δεν συνάγεται από τις περιστάσεις ο χρόνος απόδοσης του δανείσματος έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρος του αναιρεσείοντος, την οποία και συνεκτίμησε με όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 1 και 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικό της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλως αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998). Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, το δίκασαν Εφετείο, ενώ δέχεται εμμέσως πλην σαφώς, την ύπαρξη κενών ή αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη ή όχι της αίρεσης αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου απόδοσης του δανείου, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αλλά στα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, εκτός των εγγράφων συμβάσεων, έγγραφα, είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται πλήρως οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αποσπασματικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος., Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το αρθρ. 559 αρ. 1 και 19, ισχυριζόμενος ότι "και αν το δικαστήριο δεν διέγνωσε κενό ή αμφιβολία είναι υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες....... 'Ετσι το δικάσαν δικαστήριο θεωρώντας πλήρως αποδεδειγμένο τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου περί καθαρής δικαιοπραξίας, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες και να αιτιολογήσει τον δικανικό του συλλογισμό, κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του" αφού δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ όταν το δικαστήριο μη διαπιστώνοντας κενά στην δικαιοπρακτική βουλήσεως μερών δεν προσφεύγει στις ερμηνευτικές αρχές των ως άνω διατάξεων.
Επειδή με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν αιτιολογείται σε αυτή, πώς το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το ότι δεν συνάγεται από τις περιστάσεις ο χρόνος επιστροφής του δανείου, ενώ δέχεται ότι τα ποσά που του κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος ήταν όσα δικαιούνταν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ότι ο δικαιοπρακτικός σκοπός των συμβάσεων ήταν η ύπαρξη νομικού κωλύματος και η ταυτόχρονος ανάγκη ανεγέρσεως και ότι οι ειδικές συνθήκες κατά τον χρόνο συνάψεως των συμβάσεων δανείου ήταν η συμφωνία μη απόδοσης των ποσών του δανείου πριν από την πληρωμή της ως άνω αιρέσεως. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή έχει αιτιολογίες. Σε κάθε περίπτωση είναι ο λόγος αυτός απορριπτέος ως απαράδεκτος. διότι υπό την επίκληση του λόγου αυτού ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις ως προς την αιτιολόγηση της εξαγωγής του σαφούς και χωρίς αντιφάσεις αποδεικτικού πορίσματος, της μη συναγωγής του χρόνου απόδοσης του δανείου από τις περιστάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 18/2006 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ