1667/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 852/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/4/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 3/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12/4/2005 αίτησης του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας, ν.π.ι.δ. για αναίρεση της 852/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1667/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών. Στις τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των Σ.Σ.Ε.
Full text
Απόφαση 1667 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1667/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ορφανό.
Των αναιρεσίβλητων: 1.............................., 2..............................., 3..............................,4....................................., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Κουκιάδη και Ιωάννη Παπαναστασόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 852/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/4/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 3/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12/4/2005 αίτησης του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας, ν.π.ι.δ. για αναίρεση της 852/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζας ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί Κοινής Ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΑΤΩΝ κλπ) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Νόμου 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως Νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το μεν την άνω διάταξη καθοριζόμενο αυξήθηκε μεταγενέστερος σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 6/8/1970 "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 Α.Ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ", τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμιού ή συμβάσεως αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεως τους που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (Ολ.
Α.Π. 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών. Στις τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των Σ.Σ.Ε.
που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες. Εξάλλου οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο της εξυπηρέτησης κοινοφελών σκοπών για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμοί δημοσίου χαρακτήρα.
Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 6 εδ. δ΄ Ν. 1256/1982 "για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση και την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών στο δημόσιο τομέα κλπ", η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρου 1232/1982 για την επαναφορά σε ισχύ, τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του Ν.Δ. 4352/1964 και άλλες διατάξεις" "είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει, ήτοι:
α....,β....,γ...,δ) τα κοινωφελή ιδρύματα του Αστικού κώδικα που περιήλθαν στο Δημόσιο και χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται απ' αυτό": Ιδρυμα εν γένει είναι σύνολο περιουσίας, η οποία είναι αφιερωμένη στην εξυπηρέτηση ορισμένου διαρκούς σκοπού, που έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα. Για τη σύσταση του ιδρύματος απαιτούνται α) ιδρυτική πράξη και β) διάταγμα που εγκρίνει την ιδρυτική πράξη (άρθρο 108 Α.Κ.).
Ο λόγος για τον οποίο ο νόμος απαιτεί το διάταγμα είναι ότι ως επί το πολύ, οι σκοποί των ιδρυμάτων είναι ζητήματα πολιτικής του Κράτους (κοινωνικής, οικονομικής, εθνικής, θρησκευτικής), γενικώτερης ή ειδικότερης. Επομένως τα Κοινωφελή Ιδρύματα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, τα οποία περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο και χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται απ' αυτό, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 2 Α.Ν. 173/1967 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 που αποσκοπεί στην οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, οι δαπάνες του οποίου βαρύνουν τελικώς τον φορολογούμενο ή αυξάνουν το κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών, με αποτέλεσμα οι μισθωτοί να απασχολούνται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στα Ιδρύματα αυτά ως υπάλληλοί τους, αποχωρούντες από την εργασία τους για να συνταξιοδοτηθούν, να δικαιούνται ως αποζημίωση την προβλεπομένη από το νόμο 2112/1920, το ύψος όμως της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το αναιρεσείον Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας συνεστήθη αρχικά ως Ίδρυμα στα πλαίσια των διατάξεων του Αστικού Κώδικα(ΦΕΚ 41/15-3-1947, τευχ. Α΄), ενώ ακολούθως με βάση σειράς τροποποιήσεων αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ.
και λειτουργεί ως μη κερδοσκοπικό κοινωφελές ίδρυμα, δραστηριοποιούμενο στο χώρο της νεότητας εντάχθηκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εποπτεύεται δε και ελέγχεται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ως κοινωφελές ίδρυμα του Αστικού κώδικα περιήλθε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 1256/1982, στο Δημόσιο και χρηματοδοτείται ή επιχορηγείται απ' αυτό, πλην όμως δεν αποτελεί δημόσια επιχείρηση, εφόσον δεν ασκεί επιχείρηση οικονομικών αγαθών, ήτοι εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα και ότι συνεπώς δεν υπάγεται στο εξαιρετικό νομικό καθεστώς του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ.
για καταβολή μειωμένης αποζημιώσεως στους αποχωρούντες από την υπηρεσία τους μισθωτούς. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι ως προς το ύψος της οφειλομένης αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι είχαν προσληφθεί από το αναιρεσείον ίδρυμα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αποχώρησαν από την υπηρεσία τους λόγω συνταξιοδοτήσεώς τους, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 του Οργανισμού Υπηρεσιακού Κανονισμού του αναιρεσείοντος, κατά την οποία "στο προσωπικό, το οποίο αποχωρεί της Υπηρεσίας λόγω συνταξιοδοτήσεως, καταβάλλεται αποζημίωση για κάθε έτος υπηρεσίας το 50% των τακτικών μηνιαίων αποδοχών με ανώτατο όριο τα τριάντα πέντε (35) χρόνια", και ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 2 εδ. 2 Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, με αποτέλεσμα να μην ισχύει ο τιθέμενος από τις τελευταίες διατάξεις περιορισμός του ποσού της αποζημιώσεως στο ποσό των 15.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 852/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ