Legislator Case Law & Legislation
1666/2022 AI generated

Supreme Court dismisses divorce appeal as inadmissible due to lack of legal interest when both parties' divorce claims were accepted.

Case Number 1666/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's divorce judgment as inadmissible. The appellant sought to overturn a decision where both parties had successfully filed for divorce due to irreconcilable differences. The court ruled that since both divorce requests were granted, the legal interest required to challenge the judgment was absent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 73, 556(1), 2, 577(1) of the Code of Civil Procedure; Legal interest is a prerequisite for admissibility, and its absence warrants rejection of the appeal.

Keywords

AI generated
divorce appeal legal interest inadmissible appeal mutual divorce Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 68, 73, 556(1), 2, 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1666 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1666/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Αμανατίδου - Μωυσίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-9-2014 και 5-1-2015 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και του ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19433/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητης, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15.11.2021 αίτηση προτίμησης- κλήση του αναιρεσιβλήτου, φέρεται προς συζήτηση η από 2.7.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 354/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, της οποίας η συζήτηση είχε αρχικώς οριστεί, επίσης με επίσπευση του αναιρεσίβλητου, για τη δικάσιμο της 11-10-2021, οπότε αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, για τη δικάσιμο της 13.2.2023.

Από την υπ' αριθμ. 2898/4.2.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Σ. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 15.11.2021 αίτησης προτίμησης- κλήσης του αναιρεσιβλήτου, με την στη συνέχεια αυτής από 25.11.2021 πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος, με την οποία ορίστηκε συντομότερη δικάσιμος για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας (11.4.2022), αντί της μετ' αναβολή ορισθείσας δικασίμου της 13.2.2023 (βλ.

ΑΠ 106/2013, ΑΠ 15152013, ΑΠ 487/2009), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Η τελευταία, όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας σαν να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ. 2).

Με την κρινόμενη από 2.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών (γαμικών) διαφορών, όπως οι σχετικές διατάξεις ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν.4335/2015, εκδοθείσα υπ' αριθ. 354/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας τις από 6.2.2018 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 19433/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε κάνει δεκτές τις αγωγές των διαδίκων περί λύσης του μεταξύ τους γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού των σχέσεών τους, απέρριψε τις εφέσεις ως απαράδεκτες, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η έννομη συνέπεια, η λύση δηλαδή του γάμου που επεδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει ήδη επέλθει με την παραδοχή από την εκκαλουμένη και των δύο αγωγών.

Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβίωσης έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται, ανεξαρτήτως από τον ποιον από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 AK.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διάταξης του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ.

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου ή για διετή διάσταση και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δυο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.

Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους δεν έχει στην περίπτωση αυτή έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 1, 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης αναίρεσης, και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (ΑΠ 1022/2021, ΑΠ 1471/2019, ΑΠ 6/2018, ΑΠ 660/2016, ΑΠ 428/2016, ΑΠ 1228/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτες, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, τις από 6.2.2018 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 19433/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν δεκτές οι από 4.9.2014 και 5.1.2015 αντίθετες αγωγές διαζυγίου της ίδιας και του αναιρεσιβλήτου συζύγου της, λόγω ισχυρού κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων, από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο τόσο της ενάγουσας- εναγομένης συζύγου (αναιρεσείουσας), όσο και του ενάγοντος- εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για αμφοτέρους τους διαδίκους.

Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση με την παραδοχή και των δύο ως άνω αγωγών επήλθε το επιδιωκόμενο και από τους δύο διαδίκους διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου τους και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.7.2019 αίτηση της Ε. Τ. για αναίρεση της 354/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ