1666/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι με την ένδικη, από 18-7-2011 και με αριθμό κατάθεσης 95/19-7-2011, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ως προς τον οποίο ερευνάται η υπόθεση, ισχυρίσθηκε ότι, την 1-10-1999, είχε προσληφθεί από τη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός ΔΗΠΕΘΕ (ΚΟ- ΔΗΠΕΘΕ) Δήμου Βόλου, Κοινωφελής Επιχείρηση", με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως επιμορφωτής μουσικού οργάνου (μπουζουκιού), και έκτοτε μέχρι την 15-6-2010 συνήψε συνολικά έντεκα (11) διαδοχικές συμβάσεις εργασίας χρονικής διάρκειας από Οκτώβριο έως και Ιούνιο εκάστου έτους.
Legislator headnote
AI generated1666/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, διότι δεν έγινε εγγράφως ούτε καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του.
Full text
Απόφαση 1666 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1666/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Εκπαίδευσης Παιδιού, Αθλητισμού και Πολιτισμού- ΔΗΠΕΘΕ Δήμου Βόλου" (ΔΟΕΠΑΠ- ΔΗΠΕΘΕ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στο Βόλο Μαγνησίας και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Φωτεινής Ζυγούρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2011 αγωγή των εκεί εναγόντων, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με αριθμό 95/19-7-2011. Εκδόθηκαν η 141/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 381/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 35/7-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι με την ένδικη, από 18-7-2011 και με αριθμό κατάθεσης 95/19-7-2011, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ως προς τον οποίο ερευνάται η υπόθεση, ισχυρίσθηκε ότι, την 1-10-1999, είχε προσληφθεί από τη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός ΔΗΠΕΘΕ (ΚΟ- ΔΗΠΕΘΕ) Δήμου Βόλου, Κοινωφελής Επιχείρηση", με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως επιμορφωτής μουσικού οργάνου (μπουζουκιού), και έκτοτε μέχρι την 15-6-2010 συνήψε συνολικά έντεκα (11) διαδοχικές συμβάσεις εργασίας χρονικής διάρκειας από Οκτώβριο έως και Ιούνιο εκάστου έτους.
Ότι, κατά τη διάρκεια των συμβάσεων, στην πραγματικότητα προσέφερε εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εργοδότη. Ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3852/2010, αποφασίσθηκε η λύση της ως άνω δημοτικής επιχείρησης και η ανάληψη των δραστηριοτήτων της από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες του, διότι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Βόλου αποφάσισε τη μη μεταφορά του στο νέο νομικό πρόσωπο, παρόλο που πληρούσε την προϋπόθεση της ύπαρξης ενεργούς σύμβασης ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για τη μεταφορά του.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, διότι δεν έγινε εγγράφως ούτε καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 141/2013 απόφασή του, έκρινε ότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις, κατ' επιταγή των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994, απαγορεύεται να μετατραπούν σε με ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν εξυπηρετούσε, πράγματι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, ούτε τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Κατά της απόφασης αυτής, μεταξύ των άλλων, άσκησε και ο ενάγων έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 381/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και, αφού εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
2. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937) συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.
Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δευτέρου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους.
3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου που υποκρύπτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου (ή "έργου").
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 19-7-2004, και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της οδηγίας 1999/70/ΕΚ της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή "έργου", που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής).
Σύμφωνα, λοιπόν, με την εξαίρεση (ήτοι τη δυνατότητα κατάταξης σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε για την εφαρμογή της, οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν σε αυτήν κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί (ΑΠ 1805/2017).
4. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ακόμη, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τα οποία διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με τον ήδη αναιρεσείοντα (Ι.
Π.), ως προς τον οποίο ερευνάται η υπόθεση, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε την 1-10-1999 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός Δήμου Βόλου", που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, το οποίο διαδέχθηκε αρχικά (2009) το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός- ΔΗΠΕΘΕ (ΚΟ- ΔΗΠΕΘΕ) Δήμου Βόλου, Κοινωφελής Επιχείρηση" και στη συνέχεια το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Εκπαίδευσης Παιδιού, Αθλητισμού και Πολιτισμού- ΔΗΠΕΘΕ Δήμου Βόλου" (ΔΟΕΠΑΠ- ΔΗΠΕΘΕ), για να προσφέρει την εργασία του ως εκπαιδευτής/ επιμορφωτής μουσικού οργάνου (μπουζουκιού).
Ότι κατήρτιζε προς τούτο κάθε σχολικό έτος σύμβαση, επιγραφόμενη είτε ως σύμβαση ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης είτε ως σύμβαση έργου είτε απλώς ως σύμβαση ορισμένου χρόνου. Ότι, συγκεκριμένα, ο ενάγων εργάσθηκε κατά τα σχολικά έτη του χρονικού διαστήματος από 1-10-1999 έως 15-6-2010 και ότι στις συμβάσεις, που είχε υπογράψει, αναφέρεται, πέραν από το σχολικό έτος, μόνο η ωριαία αμοιβή του.
Ότι, ειδικότερα, στις καταρτισθείσες συμβάσεις πριν την 18-4-2001 ή, σε κάθε περίπτωση, που ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), δεν αναφέρονται οι ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησής του. Ότι, μολονότι με την αγωγή ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι, βάσει των επικαλούμενων συμβάσεων, απασχολήθηκε κάθε σχολικό έτος σταθερό αριθμό είκοσι δύο (22) ωρών εβδομαδιαίως (ήτοι Δευτέρα 16:00 - 21:00, Τρίτη 16:00 - 20:00, Τετάρτη 15:00 - 21:00, Πέμπτη 15:30 - 21:30 και Σάββατο 12:00 - 13:00), δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό αυτό, όσον αφορά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω διατάγματος (19-7-2004), ενώ αποδεικνύεται, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ότι πραγματοποίησε τις εξής ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης:
α) 2007-2008 έντεκα (11) ώρες και σαράντα (40) λεπτά (Δευτέρα 17:20 - 19:20, Τρίτη 17:20 - 20:00, Τετάρτη 19:00 - 21:20, Πέμπτη 17:20 - 19:20 και Παρασκευή 17:00 - 21:40), β) 2008-2009 επτά (7) ώρες (Δευτέρα 17:20 - 20:00, Τρίτη 17:30 - 20:00, Τετάρτη 16:40 - 20:40 και Πέμπτη 18:10 - 20:00) και γ) 2009-2010 δεκατέσσερις (14) ώρες και σαράντα (40) λεπτά (Δευτέρα 15:00 - 18:00, Τρίτη 16:00 - 19:00, Τετάρτη 16:00 - 21:00, Πέμπτη 17:30 - 20:30 και Παρασκευή 17:30 - 18:00) [κατ' ορθή άθροιση των ωρών, 13 ώρες και 40 λεπτά το πρώτος έτος, 11 ώρες το δεύτερο έτος και 14 ώρες και 30 λεπτά το τρίτο έτος].
Ότι από την ως άνω εβδομαδιαία απασχόληση αποδεικνύεται ότι αυτή δεν ήταν σταθερή κάθε σχολικό έτος, αλλά κυμαινόμενη και ότι τούτο είναι πρόδηλο ότι συνέβαινε και κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα. Ότι, ενόψει του ότι οι ώρες εργασίας του ενάγοντος δεν ήταν σταθερές κάθε σχολικό έτος, αλλά κυμαίνονταν, προφανώς, ανάλογα του αριθμού των μαθητών που προσέρχονταν κάθε έτος, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι ανάγκες του εναγομένου και των νομικών προσώπων, που το τελευταίο διαδέχθηκε, δεν ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο πάγιες και διαρκείς και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έδαφος χαρακτηρισμού των συμβάσεων του ενάγοντος ως μίας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης.
Μετά την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
6. Για να καταλήξει στην κρίση αυτή το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, κατά τη διάρκεια των συμβάσεών του, δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και των νομικών προσώπων που αυτό διαδέχθηκε, αλλά κάθε σχολικό έτος υπήρχε διακύμανση του αριθμού των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησής του, καλύπτοντας τις τρέχουσες ανάγκες ως επιμορφωτής μουσικού οργάνου, οι οποίες δεν ήταν σίγουρο ότι θα υπήρχαν και σε ποια έκταση το επόμενο έτος, καθόσον δεν ήταν δεδομένο ότι θα προσέρχονταν ενδιαφερόμενοι προς εκπαίδευση και ως εκ τούτου ήταν εύλογη η κατάρτιση των συμβάσεων αυτού ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
Η κατά την πορεία του συλλογισμού του δικαστηρίου για τη συναγωγή του πορίσματός του χρήση των όρων "είναι πρόδηλο" και "προφανώς" δεν κλονίζει το πόρισμα ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης, ότι ο ενάγων δεν εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, στο οποίο κατέληξε βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειγμένα, ότι δηλαδή το εβδομαδιαίο ωράριό του δεν ήταν σταθερό κάθε σχολική χρονιά και ότι κυμαινόταν ανάλογα με τον αριθμό των προσερχόμενων προς εκπαίδευση.
Η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας, λόγω του ότι δεν αναφέρει τις ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, που θεωρεί ως πάγιες και διαρκείς, τη φύση και το μέγεθος αυτών των αναγκών και τη διάρκειά τους, δεν στερούν την απόφαση νόμιμης βάσης, καθόσον οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται σε ελλείψεις που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το πόρισμα που προέκυψε από αυτές είναι σαφές.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, των άρθρων 1, 2 και 7 του ν. 2112/1920, 5 παρ.1 και 3 του ν. 3198/1955, 5 και 11 του π.δ. 164/2004 και δεν διαπιστώνεται ουδεμία έλλειψη ή αντίφαση ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές, ότι ο ενάγων με την εργασία του δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται αβάσιμος.
7. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν τα χρησιμοποιεί για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου πρέπει να εκτίθεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ποια έννοια προσέδωσε η απόφαση στον κανόνα που εφάρμοσε, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένη και ποια, κατά τη γνώμη του, είναι η ορθή έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ή δεν χρησιμοποίησε η απόφαση ή τα χρησιμοποίησε πλημμελώς (ΑΠ 22/2018, ΑΠ 2174/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την περιεχόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν χρησιμοποίησε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά σε αυτούς.
Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού παραθέτει περικοπές από το σκεπτικό της απόφασης, χωρίς, όμως, να αναφέρει παράλληλα ποιος κανόνας ερμηνεύθηκε, ποια συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν, ποια έννοια προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας και ποια είναι η ορθή έννοια κατά την άποψη του αναιρεσείοντος.
Με τις ελλείψεις αυτές, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
8. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για του οποίου την απόδειξη ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ.
γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος, Κ. Α., που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία προσκομίσθηκαν νόμιμα στην κατ' έφεση δίκη, από την οποία προέκυπτε η απασχόληση του ενάγοντος ως εκπαιδευτικό προσωπικό και το ωράριο εργασίας από ώρα 09:00 έως 14:00.
Όμως, από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη και εκτίμησε, μεταξύ των άλλων, "την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως", αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν το ωράριο εργασίας του ενάγοντος, για την απόδειξη του οποίου επικαλείται το ως άνω αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την ένορκη κατάθεση της ως άνω μάρτυρα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση αυτής, καθορίζοντας, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340), τη βαρύτητα ή την επιρροή του κάθε μέσου στα αποδεικτέα θέματα.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
9. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του ότι, υφισταμένης της προϋπόθεσης της ύπαρξης σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πληρούσε τις προϋποθέσεις που όριζε το άρθρο 109 του ν. 3852/2010, όπως συμπληρώθηκε με την παρ.6 του άρθρου 26 του ν. 2938/2011, για τη μεταφορά του στο νέο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ήδη αναιρεσίβλητο), μετά τη λύση της κοινωφελούς επιχείρησης του Δήμου Βόλου και ότι το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου αποφάσισε τη μη μεταφορά του και τη λύση της εργασιακής σχέσης του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε το χαρακτηρισμό της σύμβασης του ενάγοντος ως σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνεπώς απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό εκ του πράγματος.
10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά τα άρθρα 276 παρ.1 και 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 35/7-9-2017 αίτηση για αναίρεση της 381/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ