1666/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2126/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 20.4.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 7482/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 6.7.2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή αυτή κατά την ίδια βάση και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει ως αποζημίωση στην αναιρεσίβλητη, με τους νόμιμους τόκους από 27.3.2009 μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 135.824,70 ευρώ, το οποίο αυτός, ως άμισθος Υποθηκοφύλακας Αμαρουσίου, παράνομα εισέπραξε από την αντίδικό του για αναλογικά τέλη εγγραφής δυο προσημειώσεων υποθήκης σε ισάριθμα ακίνητά της προς εξασφάλιση εναντίον της απαιτήσεων της Τράπεζας Πειραιώς από ομολογιακά δάνεια, μολονότι για την εγγραφή των προσημειώσεων αυτών προβλέπεται στο νόμο η είσπραξη πάγιου μόνον τέλους 100 ευρώ.
Legislator headnote
AI generated1666/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1666 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1666/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ., αμίσθου Υποθηκοφύλακα Αμαρουσίου και Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μαρούσι Plazza Επενδυτικά Ακίνητα Α.Ε", πρώην "Village Roadshow Greece Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Σαλούστρο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε με την συμμετοχή και της γραμματέως, και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουλίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7482/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2126/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Ιουνίου 2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2126/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ως προς τον αναιρεσείοντα την κύρια αγωγική βάση από την αδικοπραξία και τον υποχρέωσε να αποζημιώσει με το ποσό των 135.824,70 ευρώ την αναιρεσίβλητη.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και με τις από 2 Απριλίου 2014 προτάσεις της την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης της απόρριψή της αίτησης και του αιτήματος επαναφοράς, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2126/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 20.4.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 7482/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 6.7.2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την αγωγή αυτή κατά την ίδια βάση και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει ως αποζημίωση στην αναιρεσίβλητη, με τους νόμιμους τόκους από 27.3.2009 μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 135.824,70 ευρώ, το οποίο αυτός, ως άμισθος Υποθηκοφύλακας Αμαρουσίου, παράνομα εισέπραξε από την αντίδικό του για αναλογικά τέλη εγγραφής δυο προσημειώσεων υποθήκης σε ισάριθμα ακίνητά της προς εξασφάλιση εναντίον της απαιτήσεων της Τράπεζας Πειραιώς από ομολογιακά δάνεια, μολονότι για την εγγραφή των προσημειώσεων αυτών προβλέπεται στο νόμο η είσπραξη πάγιου μόνον τέλους 100 ευρώ.
Κατά τα λοιπά με την πρωτόδικη οριστική απόφαση η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως προς το συνεναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με τη σκέψη ειδικότερα ότι η βάση αυτή, που είναι επιβοηθητικής φύσης, θεμελιώνεται στα ίδια περιστατικά με αυτά της κύριας βάσης από την αδικοπραξία, σκέψη όμως που δεν είναι ορθή, αφού για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας όποιου αδικαιολόγητα πλούτισε, το οποίο αντίθετα είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του (ΑΠ 16/2008, 2266/2013).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ο σχετικός δε με το λόγο αυτό ισχυρισμός αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς παραδεκτά κατά το άρθρ. 562§2(γ) ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 83/1978, 98/2005, 1450/2007, 1780/2009, 1524/ 2013).
Κατά το άρθρ. 94§§1 και 2 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ανήκει στα διοικητικά δικαστήρια, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αντίστοιχα ο ΚΠολΔ ορίζει στο μεν άρθρ. 1εδ(α) ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, στο δε άρθρ. 2 ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, επιτρέπεται όμως η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως, εφόσον βέβαια δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 599/2013).
Με το άρθρ. 1§2(η) του ν. 1406/1983 υπήχθησαν, μεταξύ άλλων, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και οι διοικητικές διαφορές ουσίας από την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρ. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Με το πρώτο των άρθρων αυτών ορίζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, μαζί δε με το Δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρο και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη όμως των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.
Οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου εφαρμόζονται κατά το επόμενο άρθρ. 106 του ΕισΝΑΚ και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση και συνεπώς διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων γεννιέται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη οφειλόμενης διοικητικής πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες ή παραλείψεις οφειλομένων υλικών ενεργειών των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον οι υλικές ενέργειες ή παραλείψεις τέτοιων ενεργειών συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν σχετίζονται με την ιδιωτική διαχείρισή τους ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου τους, που ενήργησε έτσι εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995, 3/2004, 21/2005, ΑΠ 1214/2000, 1780/2009), δηλαδή πρέπει οι σχετικές πράξεις ή παραλείψεις να ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε διότι εντάσσονται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, την οποία πραγματώνουν ή επ' ευκαιρία της οποίας τελούνται, είτε διότι συνιστούν καθ' εαυτές δραστηριότητα αναπτυσσόμενη υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ως φορείς δημόσιας εξουσίας (ΑΠ 599/2013).
Στο πλαίσιο αυτό ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κατ' επέκταση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 2741/2007, 1019/2008, 471/2011, 4133/2011, 424/2012, 268/2013).
Αυτό ισχύει και για την αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όταν η υποκείμενη έννομη σχέση που τον προκάλεσε, είναι σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, ΑΠ 1378/2011). Όμως, όταν για τις παράνομες ζημιογόνες πράξεις ή παραλείψεις οργάνου του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν ενάγονται προς αποζημίωση το ίδιο το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά ατομικά το όργανο που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον βέβαια δεν έχει αποκλεισθεί η προσωπική ευθύνη του, δημιουργείται διαφορά ιδιωτικού δικαίου και δικαιοδοσία να κρίνουν τη διαφορά αυτή έχουν τα πολιτικά δικαστήρια, αφού στην περίπτωση αυτή η αξίωση αποζημίωσης ή αναλόγως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν στηρίζεται στην ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αλλά στην αυτοτελή προσωπική ευθύνη του υπαίτιου οργάνου τους (ΑΕΔ 53/1995, ΑΠ 542/2005, 957/2013, ΣτΕ 471/2011).
Συνεπώς η ένδικη από 6.7.2009 αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται ατομικά κατά του αναιρεσείοντος, στον οποίο αποδίδεται αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως άμισθου Υποθηκοφύλακα Αμαρουσίου και ζητείται να υποχρεωθεί αυτός να αποζημιώσει την αναιρεσίβλητη με το ποσό των 135.824,70 ευρώ, το οποίο παράνομα, κατά τους ισχυρισμούς της αντιδίκου του, εισέπραξε από αυτή για αναλογικά τέλη εγγραφής δυο προσημειώσεων υποθήκης, ενώ έπρεπε να εισπράξει για κάθε προσημείωση πάγιο μόνον τέλους 100 ευρώ, δημιουργεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης και υπάγεται έτσι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού ναι μεν ο άμισθος ή ο έμμισθος υποθηκοφύλακας ασκεί δημόσια εξουσία, όμως ευθύνη του Δημοσίου και κατ' επέκταση διοικητική διαφορά, που δικαιολογεί την εναγωγή του ίδιου του Δημοσίου, δημιουργείται κατά το άρθρ. 13 του ν.δ/τος 4201/1961, που τροποποίησε σιωπηρά το άρθρ. 1345 του ΑΚ, μόνο για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των έμμισθων υποθηκοφυλάκων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (ΣτΕ 429/2008), ενώ σε κάθε περίπτωση δημιουργείται ιδιωτικού δικαίου διαφορά, όταν αξιώνεται αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ατομικά από τον ίδιο τον υποθηκοφύλακα, όπως ακριβώς ζητείται με την ένδικη αγωγή.
Είναι αβάσιμα, λοιπόν, τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός από τον αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1§1εδ(α) του ν. 3156/2003, ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από εδρεύουσα στην Ελλάδα ανώνυμη εταιρεία (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου. Ο νόμος αυτός προβλέπει στα άρθρ. 6, 7, 8 και 9 περισσότερες κατηγορίες ομολογιακών δανείων που είναι το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρ. 10 και 11 του ίδιου νόμου αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα.
Κατά την παρ. 1 του άρθρ. 14 του ίδιου επίσης νόμου, η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτό και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, καθώς και η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου, απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρ. 14 του ν. 3156/2003, για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 του νόμου αυτού καταβάλλονται μόνον πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων 100 ευρώ, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους.
Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνον τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (ΑΠ 1358/1998), εμπίπτει δε στην παραπάνω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ και η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης όταν μ' αυτές ασφαλίζονται απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο οποιασδήποτε κατηγορίας (ΑΠ 2252/2013) και όχι μόνον όταν πρόκειται για απαιτήσεις από συμβάσεις των άρθρ. 10 και 11 του ν. 3156/2003, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος.
4. Με τη διάταξη του άρθρ. 5§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη, σκοπείται η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που διαγράφονται από τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητά του (ΟλΑΠ 2/1997).
Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή προστασία της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ελευθερίας δεν είναι όμως απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, με όριο παραδοχής των περιορισμών αυτών τη συμβατότητά τους και με την αρχή της αναλογικότητας, που πρέπει να σέβονται.
Η αρχή αυτή, που η νομολογία των δικαστηρίων, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, παγίως αναγνώριζε ως ισχύουσα και πριν ακόμη από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή, στις 18.4.2001, οπότε αποτυπώθηκε στη διάταξη του άρθρ. 25§1εδ(δ) του Συντάγματος, απαιτεί οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων να οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (ΟλΑΠ 10/2003).
Δηλαδή για να είναι σύμφωνοι με την παραπάνω αρχή της αναλογικότητας οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια και συγκεκριμένα να είναι (α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, (β) αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και (γ) αναλογικοί υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ΟλΑΠ 43/2005).
Συνεπώς ως συνταγματική αρχή, που θέτει όρια στους περιοριστικούς των ατομικών δικαιωμάτων νόμους, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη, όμως η επίκλησή της είναι αντίστοιχα δυνατή και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, στην περίπτωση προπάντων που ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, οφείλει να μην εφαρμόσει αυτόν κατά τη ρητή επιταγή του άρθρ. 93§4 του Συντάγματος, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή (ΟλΑΠ 6/2009).
Δηλαδή κατά τη θέσπιση νόμων περιοριστικών των ατομικών δικαιωμάτων άμεσος αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει τους περιοριστικούς αυτούς νόμους με βάση τη σχετική συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος πάντως οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (ΟλΑΠ 27/2008, 7/2012, ΑΠ 123/2010, 294/2011).
Υπό την έννοια αυτή η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο αναίρεσης (ΑΠ 350/2009), αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναίρεσης για κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προσβάλλεται ως αντισυνταγματικός, οπότε κατά το σχετικό έλεγχο θα κριθεί και η συμφωνία του με την αρχή αυτή (ΑΠ 180/2014).
Περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς και ο αποκλεισμός του δικαιώματος των υποθηκοφυλάκων να εισπράττουν κατά το ν. 325/1976 αναλογικά τέλη για την εγγραφή, εκτός άλλων, και προσημείωσης υποθήκης, που επιβλήθηκε με το άρθρ. 14§2 του ν. 3156/2003, όταν πρόκειται για την εξασφάλιση απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο.
Όμως σκοπός της σχετικής ρύθμισης, όπως αυτός προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 3156/2003, δεν είναι ο περιορισμός αυτών καθ' εαυτών των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων και ειδικότερα της αμοιβής τους σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ για κάθε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αλλά η αντίστοιχη μείωση των εξόδων εγγραφής, ώστε να καταστεί ευχερέστερη και περισσότερο ευέλικτη η έκδοση ομολογιακών δανείων, προκειμένου, μέσω αυτών, οι επιχειρήσεις να διευκολυνθούν στη χρηματοδότησή τους και να καταστούν ανταγωνιστικότερες σε διεθνές επίπεδο προς όφελος εν τέλει της εθνικής οικονομίας, αφού διαφορετικά, δηλαδή αν τα δικαιώματα αμοιβής των υποθηκοφυλάκων υπολογίζονταν αναλογικά, κατά το ν. 325/1976, τα έξοδα εξασφάλισης και κατ' επέκταση έκδοσης ομολογιακού δανείου θα ήταν σημαντικά αυξημένα και σε ευθεία συνάρτηση με το ύψος των ασφαλιζόμενων κάθε φορά απαιτήσεων.
Το γεγονός, όμως, αυτό θα καθιστούσε οικονομικά ασύμφορη την έκδοση ομολογιακών δανείων στην Ελλάδα, με άμεση συνέπεια τη στροφή των επενδυτών σε άλλες ευνοϊκότερες αγορές, στις οποίες δεν υπάρχουν τέτοια έξοδα, και τη ματαίωση έτσι του επιδιωκόμενου από το ν. 3156/2003 σκοπού που είναι γενικότερα η ενίσχυση της όλης επιχειρηματικής δραστηριότητας και πίστης.
Όπως είναι φανερό, ο σκοπός αυτός, που συμβάλλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη της Εθνικής Οικονομίας, εξυπηρετεί το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον και υπερτερεί ασφαλώς του ατομικού συμφέροντος των υποθηκοφυλάκων να υπολογίζουν την αμοιβή τους με αναλογική κλίμακα και να εισπράττουν συνεπώς αυξημένα συγκριτικά δικαιώματα για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς ασφάλεια ομολογιακού δανείου, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι οι σχετικές εγγραφές αποτελούν μικρό μέγεθος σε σχέση με το συνολικό όγκο των πραγματοποιούμενων στα υποθηκοφυλακεία εγγραφών.
Συνάγεται έτσι ότι ο επιβαλλόμενος από το άρθρ. 14§2 του ν. 3156/2003 περιορισμός των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων και πρόσφορος είναι και αναγκαίος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με το νόμο αυτό αναπτυξιακών στόχων της Εθνικής Οικονομίας, ενώ δεν είναι και δυσανάλογος σε σχέση με την αντίστοιχη οικονομική ζημία των υποθηκοφυλάκων, αντιπαραβαλλόμενη προς την αναμενόμενη από την υλοποίηση των στόχων ωφέλεια.
Συνακόλουθα ο κρίσιμος περιορισμός, υπαγορευόμενος από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον και όντας συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας, αποτελεί επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρωμένης με το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των υποθηκοφυλάκων και η σχετική ρύθμιση δεν είναι για το λόγο αυτό αντισυνταγματική και μη εφαρμόσιμη.
Επομένως το Εφετείο, που ερμήνευσε με τον ίδιο τρόπο τη σχετική ρύθμιση και την έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του εφαρμοστέα, δεν παραβίασε τις διατάξεις του Συντάγματος, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, γι' αυτό και ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
5. Κατά το άρθρ. 1344 ΑΚ, ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε από πράξεις ή παραλείψεις σχετικές με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβλήθηκαν, ενώ κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι αναγκαίες προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς που να οφείλεται σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 906/2001, 508/2003, 647/2004, 996/2004, 174/2005, 831/2005, 118/2006).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1361/2013).
Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.
Επομένως και ο υποθηκοφύλακας, ο οποίος ενεργώντας υπαίτια ζήτησε και έλαβε για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα τηρούμενα από αυτόν οικεία βιβλία αμοιβή μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στο νόμο, διαπράττει αδικοπραξία και υποχρεούται να αποζημιώσει με το επιπλέον ποσό που έλαβε για αμοιβή του εκείνον που το κατέβαλε.
Περαιτέρω, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνιστά και η εσφαλμένη εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας που ενδέχεται να υπάρχει στο πραγματικό του κανόνα ή κατ' εξαίρεση στην έννομη συνέπειά του, δηλαδή νομικής έννοιας που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της.
Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας γίνεται με αφετηρία την ιδέα του δικαίου και αναφορά στις αξίες που απορρέουν απ' αυτή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινωνικής ηθικής, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα.
Κατά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, με την οποία με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια προσδιορίζεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το περιεχόμενο (εύρος) της αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να υπαχθεί ακολούθως σ' αυτή η ατομική περίπτωση, το τυχόν σφάλμα μπορεί αντίστοιχα να είναι είτε καθαρά ερμηνευτικό σε σχέση με την εξειδίκευση (ανάλυση) των στοιχείων της νομικής έννοιας κατά τη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τύπο κατά κανόνα γενικό είτε υπαγωγικό σφάλμα, οπότε ανάλογα πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ παράβαση του κανόνα δικαίου, που συνιστούν τις δυο όψεις της εσφαλμένης εφαρμογής του (ΑΠ 684/2013).
Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1008/1991, 33/1992, 656/1996, 201/2010).
Αόριστη νομική έννοια είναι και αυτή της αμέλειας (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 889/2000, 1653/2001, 1107/2002, 1167/2004, 180/2011), η οποία κατά το άρθρ. 330εδ(β) ΑΚ υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια που μπορούσε να καταβληθεί, με συνέπεια έτσι ο δράστης είτε να μην έχει προβλέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του είτε να το έχει μεν προβλέψει ως δυνατό, να έχει όμως πιστέψει ότι δεν θα επερχόταν.
Επομένως ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρ. 330εδ(β), όταν τα περιστατικά, που ανέλεγκτα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, δεν συγκροτούν πράγματι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, την έννοια της αμέλειας. Ειδικότερα κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει των από 27.2.2009 συμβάσεων...
η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) συνομολόγησε με την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε., ως ομολογιούχο δανείστρια, κοινά ... ομολογιακά δάνεια, ποσών αντίστοιχα 3.188.200.000 γιέν και με την τότε ισοτιμία των 25.600.000 ευρώ το πρώτο και 9.000.000 ευρώ το δεύτερο ..., προκειμένου με αυτά η ενάγουσα να αναχρηματοδοτούσε τις υφιστάμενες τραπεζικές υποχρεώσεις της.
Για την εμπράγματη εξασφάλιση των τοκοφόρων απαιτήσεων από τα ομολογιακά αυτά δάνεια ... εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 8859Σ/2009 και 8858Σ/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες επιτράπηκε στην αιτούσα ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ να εγγράψει δυο προσημειώσεις υποθήκης για ποσά 4.144.660.000 γιέν ή 33.590.443 ευρώ αναφορικά με το πρώτο ομολογιακό δάνειο και 11.700.000 ευρώ αναφορικά με το δεύτερο ..., σε δυο ακίνητα ιδιοκτησίας της ενάγουσας στο ..., βάσει δε όρου των συμβάσεων των ομολογιακών δανείων, όλα τα επιμέρους έξοδα και οι δαπάνες που θα γίνονταν για την οργάνωση και διαχείριση των δανείων, καθώς και τα έξοδα εγγραφής των προσημειώσεων, θα βάρυναν την ενάγουσα.
Στις 11.3.2000 υποβλήθηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου, στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η κτηματική περιφέρεια Αμαρουσίου, οι από 10.3.2010 περιλήψεις καταχώρησης εγγραπτέων πράξεων για λογαριασμό της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ..., προκειμένου να γίνει η εγγραφή των ανωτέρω προσημειώσεων στα οικεία βιβλία ...
Ο εναγόμενος (αναιρεσείων), που είναι άμισθος Υποθηκοφύλακας του Δήμου Αμαρουσίου και Προϊστάμενος του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, αξίωσε από την ενάγουσα ..., προκειμένου να προβεί στην αιτούμενη εγγραφή, την καταβολή υπέρ αυτού αφενός μεν του ποσού των 100.771,33 ευρώ, ως αναλογικό τέλος εγγραφής (3o/oo) του πρώτου ομολογιακού δανείου, αφετέρου δε το ποσό των 35.253,37 ευρώ, ως αναλογικό τέλος εγγραφής (3o/oo) του δεύτερου ομολογιακού δανείου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε αμέσως για τη μη νόμιμη αξίωση του εναγόμενου Υποθηκοφύλακα και ζήτησε απ' αυτόν την εγγραφή των προσημειώσεων ... με καταβολή μόνον του πάγιου ποσού των 100 ευρώ για κάθε εγγραφή. Όμως ο εναγόμενος ενέμεινε στην άποψή του για είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων και έτσι η ενάγουσα, θέλοντας να αποφύγει τη χρονική καθυστέρηση που θα συνεπαγόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρ. 791 ΚΠολΔ, ήτοι υποβολή αίτησης κατά τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας στο αρμόδιο δικαστήριο ..., αφού υπήρχαν άμεσα απαιτητές χρηματικές υποχρεώσεις της που καθιστούσαν επιβεβλημένη την εκταμίευση του δανείου, κατέβαλε στον εναγόμενο Υποθηκοφύλακα το αξιούμενο απ' αυτόν συνολικό ποσό των 136.024,70 ευρώ, προκειμένου να γίνουν οι αιτούμενες εγγραφές των προσημειώσεων υποθήκης, ενώ ταυτόχρονα διατύπωσε τις αντιρρήσεις της και επιφυλάχθηκε ρητώς των νόμιμων δικαιωμάτων της, με σχετική καταχώρηση της επιφύλαξής της στο έντυπο της από 11.3.2009 αίτησής της για την εγγραφή των προσημειώσεων.
Στη συνέχεια η ενάγουσα με την από 23.3.2009 εξώδικη διαμαρτυρία της προς τον εναγόμενο, που επέδωσε σ' αυτόν αυθημερόν, τον κάλεσε να της καταβάλει, μέσα στις επόμενες τρεις εργάσιμες ημέρες, το παρανόμως εισπραχθέν ποσό των 135.824,70 ευρώ, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, μολονότι για τις συγκεκριμένες εγγραφές, με τις οποίες εξασφαλίζονταν απαιτήσεις από κοινά ομολογιακά δάνεια, απαιτείτο, κατά το άρθρ. 14§2 του ν. 3153/2003, η καταβολή στον εναγόμενο μόνον πάγιων δικαιωμάτων ποσού 100 ευρώ για κάθε εγγραφή ...
Με την ως άνω πράξη του ο εναγόμενος παρά το νόμο ζημίωσε την ενάγουσα κατά το ποσό των 135.824,70 ευρώ ..., βαρύνεται δε με υπαιτιότητα και συγκεκριμένα με αμέλεια ... Ειδικότερα η αμέλειά του συνίσταται στο ότι ενήργησε ως άνω αν και (α) μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει την υπαγωγή των αιτούμενων εγγραφών στο προστατευτικό καθεστώς του άρθρ. 14§2 του ν. 3153/2003 και όφειλε, ως εκ της ιδιότητάς του, να γνωρίζει τη συγκεκριμένη ρύθμιση, η οποία προκύπτει ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, πολύ περισσότερο αφού έγινε αμέσως προς αυτόν ρητή επισήμανση και έγγραφη επιφύλαξη από την ενάγουσα για την υποχρέωσή του να μην εισπράξει αναλογικά τέλη, κατά το άρθρ. 5 του ν. 325/1976, για τις αιτούμενες εγγραφές, αλλά να περιοριζόταν στην είσπραξη πάγιου μόνον ποσού 100 ευρώ για κάθε εγγραφή, (β) μπορούσε, εν όψει της ως άνω ρητής επισήμανσης της ενάγουσας, να αναζητήσει, λόγω και της ιδιότητάς του, τη νομολογία για το συγκεκριμένο ζήτημα, οπότε θα διαπίστωνε ευχερώς ότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της ενέργειάς του η κρατούσα νομολογία των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων υποχρέωνε τους υποθηκοφύλακες στην εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης προς εξασφάλιση απαιτήσεων από κάθε είδους ομολογιακά δάνεια αντί καταβολής μόνον πάγιων δικαιωμάτων ποσού 100 ευρώ για κάθε εγγραφή, δεχόμενη ότι η διάταξη του άρθρ. 14§2 του ν. 3156/2003 αναφέρεται σε κάθε είδους ομολογιακά δάνεια ...
και δεν είναι αντισυνταγματική και (γ) δεν ενήργησε, εν όψει της ως άνω ρητής επιφύλαξης της ενάγουσας, με την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα, αφού μπορούσε να απευθυνθεί στον αρμόδιο εισαγγελέα, κατά το άρθρ. 25§2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988), όμως δεν το έπραξε ..., αλλά ενέμεινε στην άποψή του.
Προς ενίσχυση, μάλιστα, της κρίσης για την ύπαρξη υπαιτιότητας και συγκεκριμένα αμέλειας του εναγομένου πρέπει να σημειωθεί ότι αν και κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής μέχρι τη συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στις 2.2.2011, είχαν επικυρωθεί από τα δευτεροβάθμια δικαστήρια αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ο εναγόμενος δεν επέστρεψε μέχρι τότε, αλλά ούτε και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα στην ενάγουσα, παρά την όχληση της τελευταίας, το παρανόμως καταβληθέν ποσό των 135.824,70 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε ως προς την αντίστοιχη κύρια αγωγική βάση την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει ως αποζημίωση, νομιμοτόκως, στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 135.824,70 ευρώ, που εισέπραξε απ' αυτή επιπλέον των όσων, κατά το Εφετείο, είχε από το νόμο δικαίωμα να εισπράξει για την εγγραφή των ένδικων προσημειώσεων υποθήκης.
Οι παραδοχές στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με αμέλεια, αξιώνοντας για την εγγραφή των ένδικων προσημειώσεων υποθήκης αναλογικά δικαιώματα εγγραφής και όχι πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ για κάθε μια από τις δυο εγγραφές, όπως η διάταξη του άρθρ. 14§2 του ν. 3156/2003 επιτάσσει, έχουν ως λογικό προηγούμενο ότι υπήρξε από την πλευρά του σχετική αμφισβήτηση ήδη κατά το χρόνο που υποβλήθηκε σ' αυτόν η αίτηση για την εγγραφή των δυο προσημειώσεων.
Οι αντιρρήσεις που πρόβαλε τότε ο αναιρεσείων δεν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι όμως φανερό ότι αυτός αμφισβήτησε την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης στην περίπτωσή του και οπωσδήποτε τη συνταγματικότητά της, αφού για να αντικρούσει την αμφισβήτησή του ακριβώς αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ότι ο αναιρεσείων "μπορούσε ...
να αναζητήσει, λόγω και της ιδιότητάς του, τη νομολογία για το συγκεκριμένο ζήτημα, οπότε θα διαπίστωνε ευχερώς ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της ενέργειάς του η κρατούσα νομολογία των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων υποχρέωνε τους υποθηκοφύλακες στην εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης προς εξασφάλιση απαιτήσεων από κάθε είδους ομολογιακά δάνεια αντί καταβολής μόνον πάγιων δικαιωμάτων ποσού 100 ευρώ για κάθε εγγραφή, δεχόμενη (η νομολογία) ότι η διάταξη του άρθρ. 14§2 του ν. 3156/2003 αναφέρεται σε κάθε είδους ομολογιακά δάνεια ...
και δεν είναι αντισυνταγματική". Ωστόσο το Εφετείο αναφέρθηκε εντελώς αόριστα σε κρατούσα νομολογία υπέρ της συνταγματικότητας και της εφαρμογής γενικότερα της ως άνω διάταξης, χωρίς κατά τα λοιπά να μνημονεύσει την οποιαδήποτε σχετική απόφαση και μάλιστα παρόλο που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του αντίθετες αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, όπως οι υπ' αριθ. 100/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος και 431/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που έκριναν σε όμοιες περιπτώσεις ότι η διάταξη του άρθρ. 14§2 του ν. 3156/2003 δεν καλύπτει τα κοινά ομολογιακά δάνεια, όπως αυτά που εξέδωσε η αναιρεσίβλητη, αλλά μόνον τις συμβάσεις των άρθρ. 10 και 11 του νόμου αυτού, και είναι εν τέλει ανεφάρμοστη ως αντισυνταγματική.
Πρόκειται για ουσιώδες ζήτημα, αφού αν πράγματι κατά τον κρίσιμο χρόνο η κρατούσα νομολογία απέκλειε στην περίπτωση του αναιρεσείοντος την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 14§2 του ν. 3156/2003 και μάλιστα τη θεωρούσε αντισυνταγματική, ο δε αναιρεσείων αρνήθηκε την εφαρμογή της βασιζόμενος στη νομολογία ακριβώς αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησε αμελώς, αξιώνοντας για την εγγραφή των ένδικων προσημειώσεων υποθήκης αναλογικό και όχι πάγιο τέλος εγγραφής.
Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, μολονότι η ύπαρξη αμέλειας του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων του είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του και δεν αρκεί μόνον η μη συμμόρφωσή του με τη διάταξη του άρθρ. 14§2 του ν. 3156/2003.
Ειδικότερα με ασαφή στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναφορά σε κρατούσα νομολογία υπέρ της συνταγματικότητας και της εφαρμογής της διάταξης αυτής σε όμοιες με την κρινόμενη περιπτώσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η εφαρμογή της ούτε στην περίπτωση του αναιρεσείοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά αμφισβητούμενη, οπότε είναι αντίστοιχα επισφαλής και η εφετειακή κρίση ότι η άρνηση του αναιρεσείοντος να ενεργήσει σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη πληροί τη νομική έννοια της αμέλειας, όπως αυτή εξειδικεύεται κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρ. 330 εδ(β), 914 και 1344 ΑΚ.
Εξ άλλου ναι μεν ο αναιρεσείων δεν ζήτησε γνωμοδότηση του αρμόδιου εισαγγελέα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της παραπάνω διάταξης στην ένδικη περίπτωση, όμως η σχετική παράλειψή του δεν συνιστά αμέλειά του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, όπως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή έκρινε το Εφετείο, αφού για το ζήτημα αυτό είχαν ήδη κρίνει τα δικαστήρια, ο δε εισαγγελέας γνωμοδοτεί κατά το άρθρ. 25§2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) για νομικά ζητήματα, τα οποία δεν έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια.
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει αντίστοιχα δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του δεύτερου και του έκτου των λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 11γ και 1 του ίδιου άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο αφενός μεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει αποφάσεις πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που παραδεκτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, αφετέρου δε εσφαλμένα δεν διέγνωσε ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προσφύγει στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο προκειμένου να αρθεί κατά το άρθρ. 791 ΚΠολΔ η διαφωνία της με τον αναιρεσείοντα ως προς τα οφειλόμενα τέλη εγγραφής των ένδικων προσημειώσεων υποθήκης διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της άρνησής του να προβεί στην εγγραφή των προσημειώσεων με καταβολή πάγιου μόνον τέλους 100 ευρώ και της αντίστοιχης ζημίας της αναιρεσίβλητης, η οποία αναγκάστηκε να καταβάλει επιπλέον το ποσό των 135.824,70 ευρώ.
Κατά παραδοχή έτσι του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει αυτή να γίνει αντίστοιχα δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ως προς τον αναιρεσείοντα την κύρια αγωγική βάση από την αδικοπραξία και τον υποχρέωσε να αποζημιώσει με το ποσό των 135.824,70 ευρώ την αναιρεσίβλητη.
Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτόν με τα υπ' αριθ. 1560863, 1560864 και 1560865/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς Α, του Δημοσίου και τα υπ' αριθ. 29273, 29274 και 29275/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς Α, του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ' αριθ. 456/25.6.2013 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η αίτηση επαναφοράς ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρ. 570§1 ΚΠολΔ περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προτάσεις στον Άρειο Πάγο πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όμως, εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται τελικώς με τις προτάσεις, πρέπει αυτές να έχουν κατατεθεί οπωσδήποτε μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται (ΟλΑΠ 13/2004), προϋποθέτει δε η επαναφορά εκτέλεση της ίδιας της αναιρούμενης απόφασης και όχι άλλου εκτελεστού τίτλου (ΑΠ 1631/2010, 424/2012, 1789/2013).
Εξ άλλου ορίζοντας η διάταξη του άρθρ. 722§2 ΚΠολΔ ότι όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικά απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης, έχει την έννοια ότι η συντηρητικώς κατασχεθείσα στα χέρια τρίτου απαίτηση εκχωρείται αναγκαστικά σ' αυτόν που επέβαλε τη συντηρητική κατάσχεση, εφόσον η ασφαλισμένη με τη συντηρητική κατάσχεση απαίτησή του κατά του οφειλέτη επιδικασθεί τελεσίδικα, ανάλογα δε με το ύψος της επιδίκασης η εκχώρηση είναι ολική ή μερική (ΑΠ 1914/2011).
Διευκολύνεται έτσι η ικανοποίηση του κατασχόντος δανειστή, αφού με την εκχώρηση γίνεται απευθείας δανειστής του τρίτου, με αντίστοιχη απαλλαγή του αρχικού οφειλέτη, ενώ συγχρόνως η συντηρητική κατάσχεση εξελίσσεται σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς προηγούμενη αναγκαστική κατάσχεση. Μολονότι δεν αναγράφεται στο νόμο γίνεται δεκτό, με επίκληση των άρθρ. 712, 983 - 990 ΚΠολΔ, ότι για την ως άνω αναγκαστική εκχώρηση προσαπαιτείται να έχει προβεί ο τρίτος σε καταφατική δήλωση ως προς την κατασχεθείσα απαίτηση ή, σε περίπτωση ρητής ή σιωπηρής αρνητικής δήλωσής του, να έχει γίνει τελεσίδικα δεκτή η ανακοπή του κατασχόντος κατ' αυτής, αλλιώς η αναγκαστική εκχώρηση συντελείται μόλις συντρέξουν και οι προϋποθέσεις αυτές (ΟλΑΠ 3/1993).
Ωστόσο, αν ανατραπεί η τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλισμένης με τη συντηρητική κατάσχεση απαίτησης ύστερα από επιτυχή άσκηση αναίρεσης κατά της σχετικής απόφασης, ανατρέπεται και η αναγκαστική εκχώρηση της συντηρητικά κατεσχημένης στα χέρια του τρίτου απαίτησης και αναβιώνει η συντηρητική κατάσχεσή της.
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον εντωμεταξύ ο τρίτος κατέβαλε το ποσό της συντηρητικά κατεσχημένης απαίτησης σ' αυτόν που την κατέσχεσε, δικαιούται ο οφειλέτης, που αναιρεσίβαλε επιτυχώς την απόφαση, με την οποία επιδικάσθηκε τελεσίδικα η ασφαλισμένη με τη συντηρητική κατάσχεση απαίτηση, να αξιώσει από τον κατασχόντα, στο πλαίσιο της κατ' άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την καταβολή, με την οποία η εν λόγω απόφαση εκτελέσθηκε, την απόδοση του ποσού της καταβολής όχι στον ίδιο, αλλά στον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε και ήδη αναβίωσε η συντηρητική κατάσχεση της έναντι αυτού απαίτησης του οφειλέτη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τις από 2.4.2014 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 3.4.2014, ότι η αναιρεσίβλητη δυνάμει της με αριθμό 114/2010 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προς εξασφάλιση της επίδικης απαίτησής της κατέσχεσε συντηρητικά στα χέρια της Τράπεζας Πειραιώς ως τρίτης τις καταθέσεις του στην Τράπεζα αυτή μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε η εν λόγω Τράπεζα στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της ήδη αναιρούμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης και δεκτικού καταβολής, γι' αυτό και ζητεί να υποχρεωθεί η αντίδικός του να του αποδώσει το ποσό αυτό στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έμμεση κατά τον ως άνω τρόπο εκτέλεση της εφετειακής απόφασης.
Όμως το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο και απορριπτέο, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων δεν νομιμοποιείται να ζητεί την απόδοση του ως άνω ποσού σ' αυτόν τον ίδιο, αλλά θα έπρεπε να ζητεί να αποδοθεί στην Τράπεζα Πειραιώς, στα χέρια της οποίας ως τρίτης κατασχέθηκε συντηρητικά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2126/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε ως προς τον αναιρεσείοντα την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία και τον υποχρέωσε να αποζημιώσει με το ποσό των 135.824,70 ευρώ την αναιρεσίβλητη.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτόν με τα υπ' αριθ. 1560863, 1560864 και 1560865/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς Α, του Δημοσίου και τα υπ' αριθ. 29273, 29274 και 29275/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς Α, του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., που κατατέθηκαν από τον ίδιο κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ' αριθ. 456/25.6.2013 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει το περιεχόμενο στις από 2.4.2014 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος αίτημα για απόδοση σ' αυτόν του ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, που καταβλήθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς στην αναιρεσίβλητη.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ