1666/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΠράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων. Η αιτίαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχτηκε ότι οι αναιρεσείουσες δεν ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated1666/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο νομέας που χρησιδέσποσε, μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη (συμφωνία) με την οποίο συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων ή αν αυτοί δεν υπάρχουν του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1666 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων. Η αιτίαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχτηκε ότι οι αναιρεσείουσες δεν ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Αριθμός 1666/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Π. ή Κ. του Σ. και 2) Δ. Π. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Περίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ο., συζ. Θ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο - Ελευθέριο Τσούλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/1996 αναγνωριστική αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1046/1997 του ιδίου Δικαστηρίου, 251/2007 μη οριστική και 251/2010 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15/3/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 5/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 63 του κτηματολογικού κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1.9.1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα και την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ.2 του ν. 510/1947, "κατά των εγγράφων του Κτηματολογικού βιβλίου που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε.
Ο νομέας που χρησιδέσποσε, μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη (συμφωνία) με την οποίο συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων ή αν αυτοί δεν υπάρχουν του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε".
Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, δηλαδή τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, η παραπομπή που γίνεται με τον κτηματολογικό κανονισμό στις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας, έχει την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού ΑΚ, που ισχύει πλέον στα Δωδεκάνησα (Ολ.ΑΠ 188/1980, ΑΠ 697/2009 ΕλλΔνη 50.1092).
Μεταξύ των διατάξεων αυτών είναι: α) εκείνη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία - προς καθορισμό της έννοιας της νομής - ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, β) εκείνη του άρθρου 976 εδ.α' ΑΚ, κατά την οποία "σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα", γ) εκείνη του άρθρου 1045 ΑΚ, κατά την οποία εκείνος που έχει στη νομή του επί το καθοριζόμενο στο νόμο χρονικό διάστημα πράγμα γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία).
Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. δ) Εκείνη του άρθρου 1051 ΑΚ, από την οποία, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711 εδ.β', 1820, 1821 και 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος είτε με καθολική είτε με ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, και ε) εκείνες των άρθρων 980, 981, 982, 984 επ.
και 994 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτή η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής.
Μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυρίων περιλαμβάνεται και ο συγκληρονόμος. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους συγκυρίους μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις που εμφαίνουν την πιο πάνω απόφαση του συγκυρίου που κατέχει το πράγμα, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει είτε από σχετική δήλωση εκείνου που αντιποιείται τη νομή του κοινού είτε από αλλού και έτσι αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οπουδήποτε και αν προέρχεται (ΑΠ 500/2009 ΕλλΔνη 51.123, ΑΠ 1559/2001 ΕλλΔνη 44.1555).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Στη κτηματική περιφέρεια της κοινότητας Ψίνθου Ρόδου και στην τοποθεσία "Στρογγυλό", βρίσκεται ένα ακίνητο (αγρός) συνολικής έκτασης 18.720 τ.μ. εγγεγραμμένο στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου με στοιχεία τόμος γαιών 15, φύλλο 34, μερίδα 1157, φάκελος 2130, νομικής φύσης αρζί μιρί και ήδη ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ).
Το ακίνητο αυτό φέρεται εξ αρχικής θεμελιώδους εγγραφής καταχωρισμένο στους Σ. Κ. του Ν., δικαιοπαρόχου των (ήδη αναιρεσειουσών) εναγομένων και Α. Κ. του Ν., δικαιοπαρόχου της (ήδη αναιρεσίβλητης) ενάγουσας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος (αρ. διάταξης Κτηματολογικού Δικαστή 2130/1-3-1929). Στις 4-12-1973 απεβίωσε ο Α.
Κ., καταλείποντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη μεταπωβιάσασα στις 13-1-1973 σύζυγό του και τα τέκνα του, Π., Α., Ν. (πατέρα της ενάγουσας), Π. και Ε. κατά ποσοστό 1/20 εξ αδιαιρέτου τον καθένα σε όλο το ακίνητο. Στη συνέχεια (7-4-1978) απεβίωσε ο Σ. Κ. ή Π. καταλείποντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τα τέκνα του, Κ. και Δ. (εναγόμενες) κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου την καθεμία σε όλο το ακίνητο ... .
Ότι ήδη από το έτος 1957 το εν λόγω ακίνητο νεμόταν ο πατέρας της ενάγουσας, Ν. Κ., ο οποίος ήδη από το έτος 1977 προίκισε το ως άνω ακίνητο στην κόρη του, ενάγουσα, η οποία έκτοτε, δηλαδή για χρονικό διάστημα 33 ετών, το νέμεται και το κατέχει ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη χρήση του πράξεις νομής. Ειδικότερα, η ενάγουσα έχει φυτέψει περί τα 25 ελαιόδεντρα, τα οποία περιποιείται μαζί με το σύζυγό της, ήτοι το οργώνει, τα κλαδεύει και μαζεύει τον ελαιόκαρπο κάθε χρόνο.
Οι εναγόμενες αρνούνται μεν τα παραπάνω περιστατικά, αλλά λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ήδη έστω από το έτος 1990, οπότε οι ίδιες άρχισαν να επισκέπτονται το χωριό και το χωράφι (κατά τους ισχυρισμούς τους) ανέχονταν την κατ' αποκλειστικότητα κατοχή του όλου ακινήτου από την ενάγουσα ενώ ταυτόχρονα δεν προέβησαν σε ουδεμία πράξη νομής επί του ακινήτου εκδηλώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά τους να νέμονται αυτό, καθιστά ελάχιστα πειστική την άρνησή τους και τον ισχυρισμό τους ότι δεν τους είχε γνωστοποιηθεί ότι αυτή τα νεμόταν για τον εαυτό της".
Δέχτηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας, ότι στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του κτηματολογικού κανονισμού για την με χρησικτησία κτήση του επίδικου αγρού, με βάση δε τις παραδοχές του αυτές - έχοντας ήδη κάνει δεκτή την έφεσή της και εξαφανίσει ως προς αυτήν την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρ. 44 παρ.2 του ν. 3994/2011, ενόψει της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό - δέχτηκε εν τέλει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική αγωγή της περί της συμπλήρωσης στο πρόσωπό της του νόμιμου ως άνω χρόνου κτητικής παραγραφής.
Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος και μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχτηκε, ότι "η βόλτα και επίσκεψη (των αναιρεσειουσών) στο ακίνητο -επίδικο- δεν συνιστά πράξη νομής και συνεπώς ότι δεν ασκούσ(αν) πράξεις νομής επί του ακινήτου και ότι αποκλειστική νομέας ολόκληρου του ακινήτου ήταν η αναιρεσίβλητη", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ως ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.3.2011 αίτηση των 1) Κ. Π. ή Κ. του Σ. και 2) Δ. Π. του Σ. για αναίρεση της 251/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ