Supreme Court dismisses bank's appeal on inadmissibility and lack of legal basis regarding contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's judgment. The appellant argued that the lower court erred in interpreting the insurance contract's declarations of intent, claiming a violation of statutory interpretation rules. The court rejected this, ruling that the lower court correctly found the contract terms clear and complete, thereby making the appeal inadmissible and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 571(4) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court explicitly found the declarations of intent clear and complete, negating the necessity for statutory interpretation rules under Articles 173 and 200 of the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1666 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1666/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tης αναιρεσείουσας - Καλούσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου, προσθέτως παρεμβάσης υπέρ της ενάγουσας ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΕΤΒΑ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ών η κλήση: 1. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "AFG ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Αυγούστου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως και της προσθέτως και κυρίως παρεμβαίνουσας, με τις από 11 Νοεμβρίου 1998 και 20 Ιανουαρίου 2003 πρόσθετη και κυρία παρέμβαση, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/1999 μη οριστική και 132/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 494/2005 του Εφετείου Θράκης . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 7 Μαρτίου 2006 αίτησή της ως και τους από 14 Ιανουαρίου 2008 προσθέτους λόγους αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1323/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα, με την από 30 Οκτωβρίου 2009 κλήση της . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε με την οποία εισηγήθηκε της απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως .
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 7631/5-3-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως Ι.Δ., επιδόθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, στο αναφερόμενο σε αυτή πρόσωπο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ακριβή αντίγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, της από 30-10-2009 κλήσεως της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, της υπ' αριθμό 1323/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου και της υπ' αριθμό πρωτ. 67/5-3-2010 βεβαιώσεως περί ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της.
Συνεπώς, αφού η δεύτερη από τις αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση κατά τα άρθρα 242 §2 και 573 §1 Κ.Πολ.Δ., το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτής (άρθρο 576 §2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 §1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολ.
ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Ν.2496/1997 "ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών, μετά από τέσσερα χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, η παραγραφή της αξιώσεως διακόπτεται με την έγερση αγωγής από τον δικαιούχο κατά του υποχρέου.
Με έγερση αγωγής εξομοιώνεται κάθε επιθετική πράξη του δικαιούχου κατά του υποχρέου, η οποία έχει ως σκοπό την με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως όπως είναι η ανταγωγή και η κυρία παρέμβαση (ΑΠ 382/2002, ΑΠ 1582/2000, ΑΠ 153/2000), όχι όμως και η πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 2/1960, ΝοΒ 8, 321), έστω και αν είναι αυτοτελής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "Ε. ΑΒΕΕ", επικαλούμενη σύμβαση μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία η δεύτερη ανέλαβε την ασφάλιση κατά του κινδύνου πυρός των κτιρίων, επίπλων, μηχανημάτων και του εν γένει εξοπλισμού της επιχειρήσεως (βιοτεχνίας ετοίμων ενδυμάτων) της πρώτης, και ισχυριζόμενη ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, αφού τις νυκτερινές ώρες της 24ης προς 25η Φεβρουαρίου 1998 εκδηλώθηκε πυρκαγιά, με αποτέλεσμα την πρόκληση μεγάλης εκτάσεως ζημιών στα καλυπτόμενα ασφαλιστικώς αντικείμενα, άσκησε αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση.
Στη δίκη αυτή η "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ" (ΕΤΒΑ), της οποίας διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", άσκησε την από 11.11.1998, χαρακτηριζόμενη ως πρόσθετη, παρέμβασή της. Με το δικόγραφο της εν λόγω παρεμβάσεως, η παρεμβαίνουσα, ως ενυπόθηκη και ενεχυρούχος δανείστρια της εταιρείας "Ε.
ΑΒΕΕ", ισχυρίζεται μεν ότι έχει άμεσο δικαίωμα διεκδικήσεως της ασφαλιστικής αποζημιώσεως έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, διαμορφώνει όμως το όλο περιεχόμενο και το αίτημά της ως αίτημα πρόσθετης παρεμβάσεως, αφού σαφώς περιορίζεται στην υποστήριξη της υπέρ ής, ζητώντας την αποδοχή της αγωγής της και μη προβάλλουσα ίδιο αίτημα σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης.
Ακολούθως, η ΕΤΒΑ άσκησε την από 20.3.2003, επιδοθείσα την 21.1.2003 κύρια παρέμβασή της, με το δικόγραφο της οποίας, αφού δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της προηγηθείσης, από 11.11.1998 παρεμβάσεως, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει σε αυτήν το χρηματικό ποσό που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης.
Με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ότι, δεδομένου ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε στις 25.2.1998, η τετραετής, κατ' άρθρο 10 του Ν.2496/1997, παραγραφή της αξιώσεως της κυρίως παρεμβαίνουσας για το ασφάλισμα συμπληρώθηκε στις 31.12.2002, ότι η παραγραφή αυτή δεν διακόπηκε με την άσκηση της από 11.11.1998 πρόσθετης παρεμβάσεως και ότι, επομένως, στις 21.1.2003, οπότε επιδόθηκε η από 20.1.2003 κυρία παρέμβαση, η αξίωση, η οποία αποτελεί το αντικείμενό της, είχε ήδη υποκύψει σε παραγραφή.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, μετά από ορθή εκτίμηση του δικογράφου της από 11.11.1998 πρόσθετης παρεμβάσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν.2496/1997, 260, 261 και 263 ΑΚ. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, με την οποία προβλέπεται ως λόγος διακοπής της παραγραφής η με οποιοδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξιώσεως από τον υπόχρεο, αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει, ώστε να μην είναι αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 382/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι τα αναγραφόμενα από την καθής η κυρία παρέμβαση ασφαλιστική εταιρεία στις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις 24.3.1999, ότι η ενάγουσα, προ της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, είχε εκχωρήσει την απαίτησή της από την ασφαλιστική αποζημίωση στην ΕΤΒΑ, γεγονός που ανήγγειλε στην εναγομένη και αυτή το αποδέχθηκε, και ότι είχε νόμιμα συστήσει υπέρ της ΕΤΒΑ δικαίωμα ενεχύρου και υποθήκης στα αντικείμενα του ασφαλισμένου συμφέροντος (κτίρια, μηχανήματα κλπ), με συνέπεια δικαιούχος πλέον του ασφαλίσματος να είναι η ΕΤΒΑ, δεν συνιστούν αναγνώριση του δικαιώματος της κυρίως παρεμβαίνουσας κατά την έννοια του άρθρου 260 ΑΚ και, συνεπώς, δεν επιφέρουν διακοπή της παραγραφής.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, διιότι η κατά τις παραδοχές του περιεχόμενη στις προτάσεις της καθής η κυρία παρέμβαση δήλωσή της ενέχει παραδοχή μόνο του γεγονότος της εκχωρήσεως στην αναιρεσείουσα της επίδικης αξιώσεως προ της επικαλούμενης από την τελευταία γεννήσεώς της και όχι περί του ότι αυτή πράγματι, γεννηθείσα ως ιστορείται στην κύρια παρέμβαση, είναι υποστατή, έτσι ώστε να συνιστά αναγνώριση κατά την προεκτεθείσα έννοια, ώστε δεν ήταν αναγκαία και η αναφορά της ακριβούς ημερομηνίας της αναγγελίας της εκχωρήσεως της απαιτήσεως.
Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αν τα αποδειχθέντα περιστατικά συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ένσταση της κυρίως παρεμβαίνουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ής να προβάλει την παραγραφή της επίδικης αξιώσεως, στηριζόμενη στις ακόλουθες περιστάσεις, ήτοι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεξε αδράνεια στο πρόσωπό της, αλλά η καθυστερημένη άσκηση της κυρίας παρεμβάσεως οφείλεται στον εσφαλμένο εκ μέρους του δικαστηρίου χαρακτηρισμό της αρχικής από 11.11.1998 παρεμβάσεως ως πρόσθετης παρεμβάσεως, καθώς και ότι η παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής θα οδηγήσει σε υπέρμετρη βλάβη της ίδιας και της ενάγουσας και παραλλήλως σε πλουτισμό της καθ' ης.
Οι εν λόγω όμως περιστάσεις, και αληθείς υποτιθέμενες, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προβολής της παραγραφής. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την εν λόγω ένσταση, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση: α) την πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη ισχυρισμού της, αναφερομένου σε όρους της συμβάσεως ασφαλίσεως, που προσδίδουν σε αυτή χαρακτήρα "μη γνήσιας" συμβάσεως ασφαλίσεως υπέρ τρίτου, παρέχουσας δικαίωμα αγωγής τόσο στην αντισυμβαλλομένη (ενάγουσα) όσο και στην τρίτη κυρίως παρεμβαίνουσα, ήτοι ισχυρισμού αναφερομένου στον λόγο της νομιμοποιήσεως αμφοτέρων, και β) την πλημμέλεια της παραβιάσεως νόμου και ειδικότερα της διατάξεως του άρθρου 411 ΑΚ, σε σχέση με τον ίδιο ισχυρισμό.
Με τον τρίτο, περαιτέρω, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια της εκ πλαγίου και ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 455, 460, 461, σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ότι, λόγω της εκχωρήσεως της επίδικης απαιτήσεως στην κυρίως παρεμβαίνουσα, δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς η ενάγουσα.
Με τον πρόσθετο, τέλος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 και 20 λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ως πλημμέλεια η μη λήψη υπόψη, άλλως η παραμόρφωση, αποδεικτικού εγγράφου, του 17 ΠΥΡ/... πυρασφαλιστηρίου, κρισίμου για την απόδειξη του αυτού ως άνω ισχυρισμού, ο οποίος φέρεται ότι έχει επίδραση και στο ζήτημα της διακοπής της παραγραφής που επήλθε με την άσκηση της αγωγής της, νομιμοποιουμένης ενεργητικώς με βάση την διαμορφούμενη ως υπέρ τρίτου σύμβαση ασφαλίσεως, οφειλέτιδας εταιρείας "Ε.
ΑΒΕΕ". Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την μεν αγωγή λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, για το λόγο ότι η επίδικη αξίωση είχε εκχωρηθεί στην κυρίως παρεμβαίνουσα, την δε κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας, όπως ήδη ελέχθη, για το λόγο ότι η ασκουμένη με αυτήν αξίωση επί του ασφαλίσματος έχει παραγραφεί, δηλαδή για λόγο μη έχοντα σχέση με την ενεργητική νομιμοποίηση της κυρίως παρεμβαίνουσας.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για ζητήματα τα οποία δεν επιδρούν κατά νόμο στο διατακτικό της, κατά το μέρος που αυτό αφορά την αναιρεσείουσα κυρίως παρεμβαίνουσα. Σημειωτέον ότι οι λόγοι αυτοί προβάλλονται αλυσιτελώς και καθόσον αφορά το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής με την άσκηση αγωγής εκ μέρους της αντισυμβαλλομένης στη σύμβαση ασφαλίσεως ως άνω οφειλέτιδας, αφού, κατά τη μη πληττομένη και αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης περί εκχωρήσεως αιτιολογία, η ενάγουσα δεν ήταν δικαιούχος της απαιτήσεως και, επομένως, η εκ μέρους της άσκηση αγωγής δεν επέφερε το κατ' άρθρο 261 ΑΚ διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα.- Επειδή, κατά το άρθρο 571 §4 Κ.Πολ.Δ., ο εισηγητής της υποθέσεως οφείλει να συντάξει συνοπτική έκθεση για το παραδεκτό της αναιρέσεως, καθώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή παρά το ότι δεν είχε διαπιστώσει κενό προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδόθηκε στην προσβαλλομένη και η πλημμέλεια της εκφοράς κρίσεως αντίθετης με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο οποίος ερμηνεύθηκε, κατά τρόπο αντικείμενο στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων στο ασφαλιστικό συμβόλαιο είναι σαφείς και πλήρεις και δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες.
Η απορριπτική έκθεση του εισηγητή δικαστή και χωρίς ειδική σκέψη στο αιτιολογικό, αφορά και τον ως άνω, προφανώς αβάσιμο λόγο αναιρέσεως, του οποίου το πραγματικό ταυτίζεται με άλλους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν συνδυαστικά με αυτόν και ρητώς κρίθηκαν απορριπτέοι (πρβλ. Ολ. ΑΠ 20/2009). Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακολούθως καθίσταται απορριπτέο και το αίτημα της αναιρεσείουσας περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να συμπληρωθεί η εισήγηση. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-3-2006 αίτηση και το από 14-1-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 494/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης από τις αναιρεσίβλητες, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010.-
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ