Supreme Court dismisses appeal on lease rent delay, ruling facts support landlord's claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a lease dispute. The lower court found the tenant's delay in paying rent was not excusable, rejecting arguments regarding force majeure or contract modification. Consequently, the Supreme Court upheld the original decision, ordering the tenant to pay the arrears and legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 559 para. 11 K.Pol.D; The right to claim rent arrears is not abused when the tenant's delay is not attributable to force majeure or other excusable causes, and the appellate court's finding of fact remains unchallenged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1666 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1666/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πελέκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "KLEPIERRE ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε." που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λασκαρίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/4/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8882/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/2/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 7/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται από τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου, Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η επί μακρόν χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί ούτε κατ' ανάγκη από την άσκηση του να δημιουργούνται αφόρητες ή απλώς δυσμενείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλ απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω, ή, συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων αναγόμενων τόσο στη συμπεριφορά του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου, που η κάθε μία σχετίζεται με την άλλη, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να έρχεται σε αντίθεση με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Σε κάθε περίπτωση ία περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια (Α.Π 202/2004). Περαιτέρω, επί ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό, που πρέπει να εξετάζεται από το δικαστήριο (ΑΠ 1830/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσείβλητης, ως αβάσιμη στην ουσία, με την παραδοχή έτι δεν αποδείχτηκαν τα περιστατικά τα οποία αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση. Ο αναιρεσείων με τον Α1 λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 8 Κ.Πολ.Δ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, εκτός των περιστατικών τα οποία έλαβε υπόψη και απέρριψε τη ένσταση ταυ περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος.
Παραδεκτώς είχε προτείνει και άλλα, που αναφέρει στο αναιρετήριο, τα οποία παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του ότι; 1. "Η αντίδικος είχε αποδεχθεί να εισπράττει εφ άπαξ, ομού τα μισθώματα, δύο και τριών μηνών, πρακτική που ακολουθούσε και ακολουθεί μέχρι σήμερα .
Αντιτάχτηκε στον ανωτέρω τρόπο πληρωμής όταν υπερέβην το διάστημα των τριών μηνών και για το λόγο αυτό μου επέδωσε τις επικαλούμενες από αυτήν εξώδικους. Οι εξώδικες αυτές δηλώσεις ουδεμία σχέση είχαν με την ως άνω αγωγή της. Προσχηματικώς μόνο τις συνέδεσε για να εξασφαλίσει νομικό μανδύα στη μεθόδευση της αποβολής μου εκ του μισθίου δια λόγους που υπερβαίνουν τα πλέον ακραία όρια κατάχρησης δικαιώματος που παραβιάζουν προκλητικώς.τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών". 2) Η αντίδικος απεφάσισε να ασκήσει με την αγωγή της και επενόησε τον ισχυρισμό περί δυστροπίας μου και δη επανειλημμένης όταν έλαβε και απεδέχθη πρόταση ανταγωνιστή μου, ο οποίος ήδη έχει μισθώσει από θυγατρική της κατάστημα σε έτερο εμπορικό κέντρο στη Θεσ/κη με την επωνυμία ...
περί τον Απρίλιο του 2005. Μόνος λόγος ασκήσεως της αγωγής της και μόνος λόγος επιμονής "της για την αποβολή μου είναι η συμφωνία της με τον ανωτέρω ανταγωνιστή μου για εκμίσθωση προς αυτόν του καταστήματος το οποίο εγώ κατέστησα γνωστό ως κατάστημα Προπό και εξ αυτού απόλαυση των ωφέλιμα των (πελατεία - εμπορική φήμη) που εγώ και μόνο προσέδωσα σ' αυτό...". 3) "Ενδεικτικό της μεθοδεύσεως της αντιδίκου απετέλεσε το γεγονός ότι ήγειρεν νομίμως την αγωγήν της δύο και ήμισυ μήνες μετά την κατάθεση της, ήτοι κατέθεσε το δικόγραφο την 22α Απριλίου 2005 και επέδωσε τούτο την 7ην Ιουλίου 2005 καθ' όλον δε τον ενδιάμεσον χρόνον εισέπραττε τα μισθώματα ανελιπώς, η δε κοινοποίησης της αγωγής συνιστά ακραίαν περίπτωσιν κακόπιστου συμπεριφοράς και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.
Η αντίδικος δια των εκπροσώπων της αφενός μεν μου δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται τους λόγους ανώτερης βίας που προκάλεσαν την καθυστέρηση καταβολής και την υπέρβαση της άτυπου, πλην δεσμευτικής συμφωνίας μας για αθροιστική καταβολή 2 -3 μισθωμάτων, αφετέρου δέχτηκε την πρόταση μου να εξοφλήσω τα οφειλόμενα σταδιακώς μέχρι τον Φεβρουάριο του 2006.
Υπό τους όρους αυτούς με διαβεβαίωσε ότι δεν θα συζητήσει την ένδικη αγωγή εφόσον εγώ συνεχίσω να καταβάλω και να εξοφλώ τις οφειλές μου, γεγονός που όντως συνέβη, καίτοι είχον ρυθμίσει τα μισθώματα και εθεώρουν την υπόθεση διευθετηθείσα. Για το λόγο αυτό δεν παρέστην στη συζήτηση της αγωγής και έτσι αυτή διεξήχθη ερήμην μου...Η κακοπιστία της αντιδίκου και η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της περί αποδόσεως του μισθίου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι την 17-3-2006, οπότε μου επιδόθηκε η πρωτόδικος απόφαση είχα καταθέσει και εξοφλήσει το σύνολο των οφειλών μου...Τα περιστατικά αυτά καταδεικνύουν άνευ ετέρου την προκλητικά καταχρηστική συμπεριφορά της αντιδίκου και αποδεικνύουν την προσπάθεια της να καταστρατηγήσει το νόμο και τις προστατευτικές διατάξεις και να αποκομίσει εκ νέου ωφελήματα μέσω της αποδόσεως του μισθίου σ' εκείνη ώστε να εισπράξει το παχυλότατο ποσό αέρα που ανταγωνιστής μου του είχε υποσχεθεί προκειμένου να με αποβάλει από το μίσθιο".
Από τα πιο πάνω περιστατικά τα υπό τους αριθμούς 1 και 3, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη στη ουσιώδη σημεία το Εφετείο τα δε υπό τον αριθμό 2, και αν ακόμη ληφθούν υπόψη από κοινού με τα άλλα αθροιστικά και θεωρηθούν αληθινά δεν θεμελιώνουν νόμιμη ένσταση κατάχρησης του αγωγικού δικαιώματος το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξέρχεται των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος κατά ένα μέρος και απαράδεκτος κατά το άλλο μέρος.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά, που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε (υπαγωγικό συλλογισμό) ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Με το από 1- 2- 2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως η ενάγουσα εκμίσθωσε στον εναγόμενο ένα ισόγειο κατάστημα, που βρίσκεται στο κτίριο 1 του κτιριακού συγκροτήματος του Εμπορικού Κέντρου "..." στο Δήμο ... Η ανωτέρω μίσθωση είχε κατά τα συμφωνηθέντα διάρκεια 12 ετών με την έναρξη 1-2-2002 και λήξη 1-2-2014.
Το μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί από τον εναγόμενο μισθωτή ως κατάστημα πώλησης λαχείων και ΠΡΟ-ΠΟ, ενώ ως μίσθωμα καθορίστηκε για το χρονικό διάστημα μέχρι 31-12-2000, το ποσόν των 1761 ευρώ το μήνα καταβλητέο την 5η ημέρα κάθε μήνα, πλέον χαρτοσήμου ΟΓΑ και των κοινοχρήστων δαπανών του κτιρίου 1 που του αναλογούσαν....
Έτσι το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα από 1-1-2005 ανερχόταν σε 2.216,28 ευρώ, ενώ ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το μίσθωμα κατά το διάστημα από Νοέμβριο 2004 - Απρίλιο 2005 κατά την ημέρα που συμφωνήθηκε (5η κάθε μηνός), καθώς και την οφειλόμενη επί κοινοχρήστων του Απριλίου 2005 αναλογία του, με αποτέλεσμα να γίνει να γίνει υπερήμερος για τις ανωτέρω υποχρεώσεις του και να υπάρχει ως εκ τούτον δυστροπία εκ μέρους του ως μισθωτή.
Ο εναγόμενος είχε και κατά το παρελθόν καθυστερήσει να καταβάλει στην ενάγουσα το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα συμπεριλαμβανομένων σ' αυτό των αναλογουσών στο επίδικο μίσθιο δαπανών κοινοχρήστων, οχληθείς από αυτήν με εξώδικα και ειδικότερα ... Εξάλλου της ένδικης από 8-4-2005 αγωγής, την οποία πριν τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό της, ζητούνταν από τον εναγόμενο και οφειλόμενα μισθώματα του διαστήματος από Νοέμβριο 2004 έως και Απρίλιο 2005 και κοινόχρηστα από Οκτώβριο 2004 έως και Μάρτιο 2005 λόγω καθυστέρησης καταβολής τους, προηγήθηκε σχετική όχληση του εκ μέρους της ενάγουσας ....αυτά δε καταβλήθηκαν απ εκείνον εκ των υστέρων εκπροθέσμως.
Συνεπώς υπάρχει επανειλημμένη δυστροπία, κατά την προεκτεθείσα έννοια του εναγομένου ως μισθωτή, εφόσον εκείνος καθυστέρησε σε πάνω από δύο περιπτώσεις την πληρωμή μισθωμάτων κατά τρόπο που δείχνει εμμονή του στην μη τακτική εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης του, παρά τη σχετική όχληση του από την ενάγουσα.
Ειδικότερα τα μεν οφειλόμενα στην ενάγουσα μισθώματα από Νοεμβρίου 2004 έως και Μάρτιο 2005 καταβλήθηκαν από τον εναγόμενο την 9-5-2005,... ενώ τα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Απριλίου , Μαΐου και εν μέρει Ιουνίου εξοφλήθηκαν την 9-5-2005, 31-8-2005, 31-8-2005 αντίστοιχα. Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγομένου περί τροποποιήσεως της σύμβασης μισθώσεως ως προς τον χρόνο καταβολής των μισθωμάτων και καταχρηστικής ασκήσεως ταυ δικαιώματος της ενάγουσας, διότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν δεν αποδείχτηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τους ως άνω ισχυρισμούς.
Απέρριψε επίσης και τον ισχυρισμό του εναγομένου περί του ότι η καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων από αυτόν οφείλεται σε γεγονότα, για τα οποία δεν έχει ευθύνη, με συνέπεια να μην είναι υπερήμερος, για το λόγο ότι τα περιστατικά, τα οποία ανέφερε ο εναγόμενος για να θεμελιώσει τον ως άνω ισχυρισμό του, ήταν προσωπικοί του λόγοι, οι οποίοι δεν συνάπτονταν αιτιωδώς με την καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων.
Με βάση δε όλα τα ανωτέρω έκανε δεκτή την αγωγή απόδοσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων κλπ ως βάσιμη και στην ουσία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες πραγματικό ζήτημα της δυστροπίας του μισθωτή για την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση.
Επίσης έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς του εναγομένου περί τροποποιήσεως της σύμβασης μισθώσεως και της ελλείψεως δυστροπίας του για την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και απέρριψε αυτούς ως αναπόδεικτο τον πρώτο, χωρίς να δέχεται αντιφατικά ότι αποδείχθηκε πως η αναιρεσίβλητη χορηγούσε συχνά προθεσμία εξόφλησης των οφειλόμενων μισθωμάτων, και των δεύτερο ως μη νόμιμο.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον Α2 λόγο της αναίρεσης, με αιτιάσεις αντίθετες προς τα ανωτέρω και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί, οι δε περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ. Με τον Β λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που με λεπτομέρεια αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα οποία νομότυπα και εμπρόθεσμα ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε όλα τα εν λόγω όμως αποδεικτικά μέσα αφορούν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για την συνδρομή λόγων άρσεως της υπερημερίας του ως προς την καταβολή των μισθωμάτων ο οποίος απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, με συνέπεια το Εφετείο να μην εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά του δεδομένου δε ότι η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται μόνο όταν ο ισχυρισμός, στον οποίο αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα αποδεικτικά μέσα εξετάστηκε κατ' ουσίαν ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 8882/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ