Legislator Case Law & Legislation
1666/2007 AI generated

1666/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1666/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1965/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5266/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/1/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 13/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αμφότερους τους λόγους της. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1666/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο δεύτερος συμβαλλόμενος προσλαμβάνεται ως χημικός στο εγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα της Δρ. ..........................., ΠΕΠ με πλήρη απασχόληση. 2. Η συμμετοχή του στο ως άνω πρόγραμμα θα διαρκέσει έξι μήνες, ήτοι από 1.10.1999 έως και 31.3.2000 με δυνατότητα ανανεώσεως εφόσον συνεχισθεί η χρηματοδότηση για το πρόγραμμα και θα υπάρξει έγκριση του φορέα του ερευνητικού κέντρου. 3.

Keywords

AI generated
research contract scientific profession research integrity unpaid work work subject to authorization research programme
AI generated
171/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
1469/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
314/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
581/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
1329/2018
Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1666 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1666/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο αυτού ...................., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Σταρόγιαννη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ..........................................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πολυξένη Μπαλτά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1965/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5266/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/1/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 13/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αμφότερους τους λόγους της. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, η οποία αποτελεί βασικά γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (Ολ.

ΑΠ 28/2005). Η σύμβαση εργασίας διακρίνεται της κατά τα άρθρα 681 επ. ΑΚ σύμβασης έργου. Και τούτο γιατί στη σύμβαση εργασίας επιδιώκεται, αντίθετα προς ότι συμβαίνει με τη σύμβαση έργου, η παροχή εργασίας καθεαυτή και όχι το αποτέλεσμα αυτής. Αν δε η παροχή της εργασίας αποσκοπεί σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο όμως βρίσκεται έξω από την εξουσία του εργαζομένου, που αναλαμβάνει όχι να το παράγει αλλά να συμβάλει ώστε να παραχθεί αυτό, τότε υπάρχει σύμβαση εργασίας έστω και αν τα μέρη χαρακτήρισαν τη σχέση ως μίσθωση έργου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Στις 29.10.1999, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο" ............................, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, και του ενάγοντος, καταρτίστηκε σύμβαση με τίτλο "Σύμβαση Μισθώσεως Έργου" και με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Έχοντας υπόψιν την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου .................., για κάλυψη θέσεων στο εγκεκριμένο Ερευνητικό Πρόγραμμα ΠΕΠ με τίτλο "Χημική ανάλυση και τακτοποίηση νέων αντικαρκινικών ουσιών για την αντιμετώπιση του καρκίνου" και με επιστημονική υπεύθυνο την κα .........................., συμφώνησαν και αποδέχεται τα εξής: 1.

Ο δεύτερος συμβαλλόμενος προσλαμβάνεται ως χημικός στο εγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα της Δρ. ..........................., ΠΕΠ με πλήρη απασχόληση. 2. Η συμμετοχή του στο ως άνω πρόγραμμα θα διαρκέσει έξι μήνες, ήτοι από 1.10.1999 έως και 31.3.2000 με δυνατότητα ανανεώσεως εφόσον συνεχισθεί η χρηματοδότηση για το πρόγραμμα και θα υπάρξει έγκριση του φορέα του ερευνητικού κέντρου. 3.

Η ακαθάριστη αμοιβή του θα είναι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ερευνητικό πρόγραμμα 1.450.000 δρχ. που θα καταβάλλονται τμηματικά ανά 325.000 δρχ. μηνιαίως και υπό την απαραίτητη προϋπόθεση, ότι η συμμετοχή του θα συνεχίζεται κανονικά καθ' όλη των παραπάνω ετήσια διαδρομή. 4. Η βεβαίωση της καλής εκτέλεσης του έργου κατά την επιμέρους πρόοδο του εντέλει αυτού, γίνεται από την επιστημονική υπεύθυνο του προγράμματος Δρ.................... 5.

Ο δεύτερος συμβαλλόμενος, όπως εξυπακούεται και άλλωστε ρητώς συμφωνείται, δε δικαιούται δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ούτε άδεια, ούτε επίδομα αδείας. 6. Ο πρώτος συμβαλλόμενος, όπως είναι ευνόητο, δοθείσης της νομικής μορφής της σχέσεως δεν υπέχει υποχρέωση για ασφάλιση του αντισυμβαλλόμενου σε φορέα κυρίας ή επικουρικής ασφάλισης. 7.

Ο δεύτερος συμβαλλόμενος εισπράττει την αμοιβή του με βάση δελτίο παροχής υπηρεσιών θεωρημένο από την οικεία εφορία και ο πρώτος συμβαλλόμενος δεν υποχρεούται στην καταβολή ΦΠΑ. 8. Η επιστημονική υπεύθυνος του ερευνητικού προγράμματος υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του δευτέρου συμβαλλόμενου οποιοδήποτε στοιχείο χρήσιμο για την εκτέλεση του έργου. 9.

Η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας. 10. Η ως άνω σύμβαση λύεται αυτοδίκαια με την περάτωση του ερευνητικού προγράμματος και τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου, αλλά και προώρως εν συνδρομή σπουδαίου λόγου. 11. Ο δεύτερος συμβαλλόμενος εάν αποχωρήσει, πριν τη λήξη του συμβατικού χρόνου ή απομακρυνθεί για σπουδαίο λόγο (π.χ.

λόγω ανεπάρκειας) δε δικαιούται καμμία αποζημίωση". Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ο ενάγων προσέφερε την εργασία του ως χημικός - ερευνητής στα επί της οδού ............... αριθ. ..... εργαστήρια του εναγομένου και με συγκεκριμένο ωράριο από 9 π.μ. μέχρι 3 μ.μ., κάτω από τις εντολές και οδηγίες της ανωτέρω υπευθύνου του, εκτελουμένου από το εναγόμενο, ερευνητικού προγράμματος "Χημική ανάλυση και τακτοποίηση νέων αντικαρκινικών ουσιών", .......................

Την εργασία αυτή, συνισταμένης στην απομόνωση χημικών συστατικών φυτικών οργανισμών με σκοπό τον εντοπισμό πιθανής αντικαρκινικής δράσης σε φυσικούς οργανισμούς, την οποία παρακολουθούσε και επόπτευε η ανωτέρω επιστημονική υπεύθυνος του προγράμματος και αντιπρόσωπος του εναγομένου, με οδηγίες ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των πειραμάτων και έλεγχο των αποτελεσμάτων αυτών, προσέφερε ο ενάγων μέχρι τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου 31.3.2000.

Στη συνέχεια, με την ................ απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, οι συμβάσεις των εργαζομένων στο ως άνω ερευνητικό πρόγραμμα, και του ενάγοντος, ανανεώθηκαν για ένα ακόμη χρόνο μέχρι 31.3.2001. Μετά την λήξη του χρόνου της ανανέωσης, ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει την ίδια εργασία, την οποία το εναγόμενο αποδέχετο, στα πλαίσια νέου ερευνητικού προγράμματος με τίτλο "Παρασκευή ειδικών καρκινικών δεικτών και νέων αντικαρκινικών φαρμάκων για τη διάγνωση και θεραπεία του καρκίνου", του οποίου την ένταξη στα ΠΕΠ Αττικής 2001-2004, είχε ζητήσει το εναγόμενο με το από 24.10.2000 έγγραφό του προς την Υπηρεσία Διαχείρισης ΕΠ Αττικής.

Ενόψει της έγκρισης του νέου ερευνητικού προγράμματος, ο ενάγων υπέγραψε, όπως και οι άλλοι εργαζόμενοι στο ίδιο πρόγραμμα, δύο επιστολές προς τον Πρόεδρο του ΔΣ του εναγομένου, στις οποίες αναφέρεται "Σας γνωρίζουμε ότι μέχρι 30.9.2001 (στη δεύτερη επιστολή μέχρι 31.12.2002), οπότε και νομίζουμε ότι θα υπάρχει απάντηση για την συνέχεια ή όχι του ερευνητικού προγράμματος με τίτλο "Χημική ανάλυση βοτάνων της ελληνικής χλωρίδας με αντικαρκινικές ιδιότητες για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού" (στη δεύτερη επιστολή παραγωγή ειδικών καρκινικών δεικτών και νέων αντικαρκινικών φαρμάκων για τη διάγνωση και θεραπεία του καρκίνου), προσφερόμεθα με δική μας θέληση και χωρίς καμμία απολύτως επιβάρυνση ή όποιας μορφής υποχρέωση του ιδρύματος να συνεχίζουμε να απασχολούμεθα για την εκτέλεση του ως άνω προγράμματος με την προϋπόθεση της εκ των υστέρων μισθοδοσίας.

Εάν μέχρι της ως άνω ημερομηνίας δεν υπάρξει η σχετική έγκριση από τις αρμόδιες αρχές, παύει να ισχύει και η ως άνω δέσμευσή μας". Λόγω τελικά μη έγκρισης του νέου ερευνητικού προγράμματος, ο ενάγων εργάσθηκε μέχρι 30.9.2002 και αρχές Οκτωβρίου 2002 απεχώρησε από την υπηρεσία του εναγομένου. Συνεχίζει δε περαιτέρω το Εφετείο ότι με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η από 29.10.1999 σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ενάγων απασχολήθηκε στα εργαστήρια του εναγομένου, είναι τοιαύτη εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετά τη λήξη της στις 31.3.2000 ανανεώθηκε ρητά για ένα χρόνο και στη συνέχεια σιωπηρά μέχρι το 2004, οπότε θα έληγε η διάρκεια του νέου ερευνητικού προγράμματος "Παραγωγή ειδικών καρκινικών δεικτών και νέων αντικαρκινικών φαρμάκων για τη διάγνωση και θεραπεία του καρκίνου".

Τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως αυτής ως εξαρτημένης εργασίας είναι η νομική εξάρτηση του ενάγοντος από το εναγόμενο, η οποία εκδηλωνόταν με την δια της αντιπροσώπου του ....................... εποπτεία ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο του ενάγοντος και συγκεκριμένα της προσφοράς της εργασίας του ως Χημικού - ερευνητή στα επί της οδού ................

εργαστήρια του εναγομένου, με συγκεκριμένο ωράριο και οδηγίες ως προς την εκτέλεση των πειραμάτων και ελέγχου της πορείας αυτών, και γενικά οι διάδικοι απέβλεψαν στην ως άνω εργασία που συμφωνήθηκε να παρέχει ο ενάγων, και όχι στην επίτευξη κάποιου αποτελέσματος. Δεν ασκεί δε, όπως προεκτέθηκε, έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός που προσέδωσαν οι διάδικοι στη σύμβαση ούτε και ο τρόπος αμοιβής του ενάγοντος, με την έκδοση από αυτόν δελτίου παροχής υπηρεσιών για το ποσό των 325.000 δρχ.

που κατεβάλλετο σ' αυτόν μηνιαίως. Αβάσιμα δε ισχυρίζεται το εναγόμενο, ότι μετά την 31.3.2001 δεν υπάρχει μεταξύ αυτού και του ενάγοντος οποιαδήποτε νομική σχέση και ότι αυτό προκύπτει από τις ανωτέρω επιστολές αυτού προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου, και ότι αυτός εργάστηκε αυτοβούλως για δικό του επιστημονικό όφελος, δεδομένου ότι δεν υπήρχε σε εξέλιξη εγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα.

Ανεξάρτητα του ότι δεν εγκρίθηκε το ως άνω δεύτερο ερευνητικό πρόγραμμα, η προσφορά της εργασίας του ενάγοντος, την οποία το εναγόμενο απεδέχετο, εγένετο στα πλαίσια αυτού του ερευνητικού προγράμματος, όπως με σαφήνεια προκύπτει από τις επιστολές αυτές, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, και όπως έχει προεκτεθεί, με την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και μετά την 31.3.2001, ανανεώθηκε σιωπηρά η λήξη της αρχικής συμβάσεως μέχρι το 2004, οπότε θα έληγε η διάρκεια του νέου προγράμματος.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο κατ' ακολουθίαν των οποίων, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο τις αξιούμενες με την ένδικη αγωγή του, αποδοχές και επιδόματα εορτών και άδειας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διαλαμβάνοντας σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως.

Εξάλλου δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ερμηνευτικές των συμβάσεων διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες το Εφετείο δεν κατέφυγε, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, την κρίση του περί του χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως ως τοιαύτης εξαρτημένης εργασίας, συνήγαγε ανελέγκτως εκ των αποδείξεων.

Επομένως, ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ το αναιρεσείον επικαλέστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του και δια της έφεσής του, ότι νέα ατομική σύμβαση με τον αναιρεσίβλητο, για συμμετοχή του σε νέο ερευνητικό πρόγραμμα, για το από 1.4.2001 και εφεξής χρονικό διάστημα δεν υπεγράφη, ούτε άλλως πως συνήφθη με αυτόν, διότι δεν υπήρχε εγκεκριμένο πρόγραμμα, ώστε να είναι νοητή η όποια ενοχική δέσμευση του αναιρεσείοντος, γεγονός άλλωστε που πιστοποιείται από το περιεχόμενο των δύο χωρίς ημερομηνία επιστολών του αναιρεσιβλήτου προς αυτό, τις οποίες το τελευταίο αποδέχθηκε και οι οποίες συνιστούν εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί του ότι από 1.4.2001 και επέκεινα δεν υπήρξε οποιασδήποτε μορφής νομική σχέση αυτού με το αναιρεσείον και ότι η εξ ιδίας πρωτοβουλίας του αναιρεσιβλήτου και χωρίς ειδικότερους περιορισμούς παραμονή αυτού με την προσδοκία εγκρίσεως στο μέλλον ερευνητικού προγράμματος δεν μπορεί να αποτελέσει γενεσιουργό αιτία προβολής αξιώσεων αυτού, οι οποιεσδήποτε δε αξιώσεις του θα είχαν αποζημιωτικό χαρακτήρα, από τις οποίες όμως αυτός παραδεκτώς παραιτήθηκε με τις άνω επιστολές του, το Εφετείο, με το να δεχθεί αντιθέτως ότι ο αναιρεσίβλητος, από το μήνα Απρίλιο 2001 και εφεξής, καίτοι δεν υπήρχε συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα, δήθεν εξακολούθησε να απασχολείται στο αναιρεσείον, ώστε να δικαιούται τις δήθεν νόμιμες αμοιβές τις οποίες και του επιδίκασε για το μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο 2002 χρονικό διάστημα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 8 Ν. 2112/20, 11 παρ. 1 Ν. 547/37, 4 ΑΝ 1843/39, 5 παρ.1 Ν. 539/45, 14 Ν. 531/14, 8 Ν. 4020/1959 και των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση των εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμελειών πλήττει την περί πραγματικών περιστατικών αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.1.2006 αίτηση του ΝΠΙΔ υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΝ", για αναίρεση της 5266/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Iουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ