Legislator Case Law & Legislation
1666/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise plea at first instance.

Case Number 1666/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' requests to overturn a Lamia court's conviction for tax evasion. The defendants had previously appealed the first-instance judgment but failed to raise the invalidity of the summons as a ground for appeal. The court ruled that this procedural defect precludes raising the issue later, and the second ground for appeal was rejected due to insufficient clarity in the defense's claim regarding offsetting claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 170, 171, 174, 333, 510, 583 of the Code of Criminal Procedure; The invalidity of a summons must be raised as a ground for appeal if the accused did not appear at the first instance, and vague claims regarding offsetting demands do not constitute a specific ground for appeal requiring detailed justification.

Keywords

AI generated
procedural default invalidity of summons appeal grounds tax evasion detailed justification

Cited Legislation

AI generated
Article 170, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 171, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 174, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 510, paragraph 1, item B of the Code of Criminal Procedure
Article 510, paragraph 1, item D of the Code of Criminal Procedure
Article 583, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 93, paragraph 1 of the Constitution
Article 333, paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1666 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1666/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. ..., και 2. που... εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτρωνάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3341/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Μαρτίου 2005 δυο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 582/2005.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ εΤον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 1 και 171 παρ. 1 του ίδιου κώδικα είναι σχετική, καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος, που δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάσθηκε ερήμην δεν προτείνει την ακυρότητα αυτήν με λόγο εφέσεως, οπότε δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, με την υπ' αριθμ. 2048/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε με απόντες τους αναιρεσείοντες, καθένας απ' αυτούς καταδικάσθηκε με ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ για παράβαση του α.ν. 690/1945 κατ' εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής οι κατηγορούμενοι άσκησαν τις από 5.4.2004 εφέσεις, στις οποίες δεν προέβαλαν με λόγο εφέσεως την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με βάση το οποίο καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως. Κατά την εκδίκαση των εφέσεων αυτών οι αναιρεσείοντες προέβαλαν για πρώτη φορά δια του εκπροσωπούντος αυτούς δικηγόρου Ευθυμίου Καραϊσκου την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με αποτέλεσμα αυτή να καλυφθεί.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά την παραγρ. 1 του άρθρου μόνο του α.ν. 690/1945, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995 «κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος μη με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένη για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα».

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις (άρθρ. 655 ΑΚ).

Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διάταξης του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των παραπάνω και η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες αποδοχές και το σύνολο αυτών και το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιούμενων να προκύπτει το οφειλόμενο στον εργαζόμενο υπόλοιπο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για παράβαση του παραπάνω α.ν. 690/1945 σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών και σε χρηματική ποινή 4.000 ευρώ τον καθένα. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχτηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι κατηγορούμενοι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 1997 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία έως την 31/12/1999, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εδρεύουσας στη... ΕΠΕ με την επωνυμία «... ΕΠΕ» δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα σε απασχολούμενο σε αυτούς τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης εργασίας αποδοχές, που καθορίζονται από τη σύμβαση εργασίας και το νόμο.

Συγκεκριμένα, δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον ..., ο οποίος εργάστηκε στην ανωτέρω επιχείρηση μέχρι την 22/11/1999, τις κάτωθι αποδοχές του, τις οποίες όφειλαν να καταβάλουν τον Αύγουστο 1997, από την 21η έως την 31/12/1997, Αύγουστο 1998, Μεγάλη Τετάρτη 1998, από την 21η έως την 31/12/1998, Αύγουστο 1999, Μεγάλη Τετάρτη 1999, 1/9/99, 1/11/99 και από την 21η έως την 31/12/1999. 1.Άδεια 1997 (μισθός 260.000) εκ δρχ. 520.000 (1.526 Ε), 2.

Επίδομα αδείας 1997 εκ δρχ. 130.000 (382Ε), 3. Δώρο Χριστουγέννων 1997 (μισθός 260.000 δρχ) εκ δρχ. 260.000 (763 Ε) 4. Άδεια 1998 (μισθός 270.000 δρχ) εκ δρχ. 540.000 (1585 Ε), 5. Επίδομα αδείας 1998 εκ δρχ. 135.000 (396 Ε), 6. Δώρο Πάσχα 1998 εκ δρχ. 135.000 (396 Ε), 8. Άδεια 1999 (μισθός 298.176 δρχ.) εκ δρχ. 596.352 (1750 Ε), 9. Επίδομα αδείας 1999 εκ δρχ. 149.088 (438 Ε), 10. Δώρο Πάσχα 1999 εκ δρχ. 149.088 (438 Ε), 11.

Αναλογία Δώρου Χριστ. 1999 εκ δρχ. 258.638 (759 Ε), 12. Υπόλοιπο μισθού Αυγούστου 1999 εκ δρχ. 100.000 (294 Ε), 13. Μισθός Σεπτεμβρίου 1999 εκ δρχ. 298.176 (875 Ε), 14. Μισθός Οκτωβρίου 1999 εκ δρχ. 298.176 (875 Ε), 15. Αναλογία μισθού Νοεμβρίου 1999 εκ δρχ. 262.395 (770 Ε) και συνολικά το ποσό των 4.101.913 δρχ (12.038 Ε). Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την από τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα εκτίθενται κατά τα άνω στο διατακτικό της, το οποίο παραδεκτά συμπληρώνει το αιτιολογικό της, η ιδιότητα των κατηγορουμένων ως νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας «...

ΕΠΕ», εργοδότριας του παραπάνω μισθωτού, ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας της, ποιος ήταν ο οφειλόμενος στον μηνυτή μισθός και με βάση αυτόν οι οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και του υπολοίπου μισθού Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και αναλογία μισθού Νοεμβρίου του έτους 1999 οι αποδοχές αποζημίωσης αδείας και το επίδομα αδείας των ετών 1997, 1998 και 1999, το δώρο Χριστουγέννων 1997 και 1998, η οφειλόμενη σ' αυτόν αναλογία δώρου 1999, δώρο Πάσχα 1998 και 1999.

Πρέπει συνεπώς ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' δεύτερος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τ' αντίθετα.

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση για να έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 1 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αξιούμενη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής.

Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συμψηφισμού ανταπαίτησης του εργοδότη σε αξιώσεις του μισθωτού από μισθούς που τείνει στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης. Για να έχει όμως υποχρέωση να αιτιολογήσει αυτόν το Δικαστήριο πρέπει να έχει διατυπωθεί αυτός ορισμένως, ήτοι να διαλαμβάνει τα περιστατικά, που στηρίζουν τη ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση του εργοδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής οι κατηγορούμενοι – αναιρεσείοντες πρότειναν μεταξύ άλλων, και τον εξής ισχυρισμό: «Με βάση την υπ' αριθμ. 75/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας φέρεται να οφείλει η εταιρεία μας «... ΕΠΕ» στο μηνυτή το ποσό των 3.141.814 δραχμών και μάλιστα με βάση το κατηγορητήριο σε σχέση με τα κριθέντα από την εν λόγω απόφαση 1.200.814 δραχμές.

Το ποσό αυτό δεν το οφείλει η εταιρεία μας στο μηνυτή διότι αφενός ο μηνυτής μας οφείλει και έχουμε κατ' αυτού ανταξίωση ποσού 13.514,30 ευρώ (το ισότιμο σε δραχμές 4.604.997), για την οποία έχει ασκηθεί από την εταιρεία μας η από 6/10/2003 και με αριθμ. πράξης κατάθεσης 3028/ΤΟ 221/07-10-2003 αγωγή της η οποία εκκρεμεί, αφετέρου εν όψει όλων των ανωτέρω και της ανταξίωσης της εταιρείας μιας κατά τον μηνυτή δεν υπάρχει δόλος διαπράξεως του συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος.

Έτσι όμως διατυπούμενος ο ως άνω ισχυρισμός δεν είναι σαφής και ορισμένος, ώστε να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να αιτιολογήσει την απόρριψη του, αφού δεν προσδιορίζεται ποια ήταν η ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση της εκπροσωπούμενης από τους αναιρεσείοντες εταιρίας και έτσι το Τριμελές Πταισματοδικείο Λαμίας, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την μη αποδοχή του και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' πλημμέλεια και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει ν' απορριφθεί ο τα αντίθετα υποστηρίζων 3ος λόγος της αναίρεσης.

Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 4 Μαρτίου 2005 αιτήσεις των ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3341/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ορίζονται στο ποσό των διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ