Supreme Court dismisses appeal on property dispute, citing no procedural error in lower court's evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Single Court of Appeals in Ioannina regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court ignored specific evidence, but the court found no procedural error since the second-instance judge considered all available evidence without neglecting any items. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the lower court properly evaluated the entire evidentiary record.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the second-instance court has duly examined all evidence without neglecting any, and no procedural error justifies overturning the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1665 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1665/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαμπράκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 4-3-2010 του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης, ανέγνωσε την από 20-8-2023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29.12.2015 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 32/27.02.2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε την από 27.07.2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 16/28.02.2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 15.11.2007 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε απορρίψει την από 04.03.2010 ομοίου αντικειμένου αγωγή χρησικτησίας του αναιρεσείοντος, αφού διέταξε τη συνεκδίκασή τους.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με την από 15.11.2007 αγωγή του που απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και έστρεψε κατά του αναιρεσείοντος, επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου και, επιπλέον, το γεγονός ότι αυτό (περιγραφόμενο ακίνητο) εσφαλμένα, κατά τη διαδικασία της καταρτίσεως του κτηματολογίου, ανεγράφη ως ακίνητο κυριότητας του αναιρεσείοντος, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επ' αυτού (ακινήτου) και να διαταχθεί η διόρθωση της γενομένης εγγραφής.
Περαιτέρω, με την από 04.03.2010 αγωγή του, που απηύθηκε στο ίδιο δικαστήριο και έστρεψε κατά του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων Σ. Π., επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσεως (έκτακτη χρησικτησία) της κυριότητας του αυτού ακινήτου και, επιπλέον, αμφισβήτηση του δικαιώματός του από το αναιρεσίβλητο, δια της εγέρσεως της ως άνω αγωγής του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επ' αυτού.
Οι ως άνω έχουσες αγωγές, αφού διατάχθηκε η ένωση και η συνεκδίκασή τους από το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, συνεκδικάσθησαν από το δικαστήριο αυτό, απορρίφθηκε η δεύτερη εξ αυτών και έγινε δεκτή η πρώτη. Μετά ταύτα, ο αναιρεσείων, με την από 27.07.2011 έφεσή του, την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων και έστρεψε κατά του αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την τυπική και κατ' ουσίαν παραδοχή της εφέσεώς του επί τω τέλει της παραδοχής της αγωγής του και της απορρίψεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, συζητήσεως γενομένης επί της ως άνω εφέσεως, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 32/27.02.2013 απόφασή του δια της οποίας απερρίφθη η έφεση του αναιρεσείοντος. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο αναιρεσείων, με την από 29.12.2015 αίτησή του, και ζητεί την αναίρεσή της για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του και την εκφορά αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η επίδικη έκταση, βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας Δήμου Αρταίων. Το ακίνητο αυτό έχει εμβαδόν 2862,13 τ.μ. και εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου από 18-09-2007 Απόσπασμα Κτηματολογικού Διαγράμματος του Ο.Κ.Χ.Ε.- κτηματολογικού Γραφείου Άρτας.
Συνορεύει δε αυτό βόρεια με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., που φέρεται ότι ανήκει στο Δήμο Αρταίων, δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου, νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου και ανατολικά με ακίνητα με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Ιεράς Μητρόπολης Άρτας, ... ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου και ...
ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου. Το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του μη πλευσίμου ποταμού Αράχθου, συνεπεία εκτελέσεως υπό του ενάγοντος εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου Δημοσίου κατά το έτος 1975 τεχνικών έργων και συγκεκριμένα αντιπλημμυρικών τοίχων σε μεγάλο μήκος στα άκρα της.
Με την κατασκευή των πιο πάνω έργων ένα μέρος της κοίτης περιορίσθηκε με την μερική εγκατάλειψή της από τα ύδατα και δη κατά τρόπο οριστικό και μόνιμο και δημιουργήθηκαν εδαφικές εκτάσεις. Τμήμα των εν λόγω εκτάσεων αποτελεί και το επίδικο τμήμα. Η με τον εκτεθέντα τρόπο δημιουργία των ως άνω εκτάσεων, οι οποίες καταγράφηκαν ως δημόσιο κτήμα με αριθμό καταγραφής ...
προκύπτει από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από α)τη δέουσα εκτίμηση της καταθέσεως της μάρτυρος του Ελληνικού Δημοσίου και Προϊσταμένης της κτηματικής Υπηρεσίας, η οποία καταθέτει ότι οι εν λόγω εκτάσεις αποτελούσαν τμήμα της κοίτης του ποταμού Αράχθου, η οποία εγκαταλείφθηκε οριστικά μερικώς από τα ύδατα εξαιτίας της εκτέλεσης τεχνικών έργων από το Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1975, β) την από 28-01-2010 τεχνική έκθεση της πολιτικού Μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Άρτας Μ.
Α., η οποία από την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1985 και 1996 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα μείζονας εκτάσεως που κατά το έτος 1945 ήταν τμήμα της ενεργού κοίτης του ποταμού Αράχθου. Το έτος 1960 δεν καλυπτόταν από ύδατα του ποταμού Αράχθου, αλλά ήταν εν μέρει γυμνή και εν μέρει με ποώδη βλάστηση, ενώ το έτος 1985, οπότε είχαν πραγματοποιηθεί αντιπλημμυρικά έργα και το φράγμα Πουρναρίου αποκαλύφθηκαν οι ως άνω εδαφικές εκτάσεις και γ) το υπ' αριθμ πρωτ. ...-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Άρτας, το οποίο αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο το 1945 αποτελούσε τμήμα της κεντρικής κοίτης του ποταμού Αράχθου.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ό/ι η επίδικη έκταση, εφόσον αποκαλύφθηκε από τον μερικό οριστικό περιορισμό της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Αράχθου εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα στο ενάγον-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 967, 968 A.K.). Ισχυρίζεται βέβαια ? εναγόμενος-ενάγων και ήδη εκκαλών ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στη νομή του, της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, που άρχισε από το 1881, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος και αυτό γιατί πέραν των προαναφερομένων, δεν αποδείχθηκε φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τον άμεσο και απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια μέχρι την 11-09-1915.
Εξάλλου το ότι η επίδικη έκταση, η οποία σχηματίσθηκε, μετά την προαναφερθείσα μερική οριστική εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού Αράχθου, ανήκει στο ενάγον-εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Δημόσιο, ομολογείται εξωδίκως από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα. Συγκεκριμένα ο εκκαλών υπέβαλε στην Οικονομική Εφορία Άρτας την από 27-11-1978 αίτηση και με την ίδια ημερομηνία δήλωση του άρθρου 1 του ΝΔ 105/1969, με την οποία ζητούσε την παραχώρηση σ' αυτόν τμήματος της επιδίκου εκτάσεως 1556,44 τ.μ.
Στα έγγραφα αυτά ο εκκαλών δήλωσε ότι το έτος 1955 κατέλαβε στη θέση "..." έκταση αιγιαλού του ποταμού Αράχθου εμβαδού 1556,44 τ.μ.. Αίτηση ομοίου περιεχομένου υπέβαλε και η μητέρα του Α. για όμορη έκταση 1634,60 τ.μ. Επί των προαναφερθεισών αιτήσεων του εκκαλούντος και της μητέρας του εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...-1979 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Άρτας, με το οποίο απορρίφθηκαν οι αιτήσεις τους αυτές προκειμένου οι εκτάσεις αυτές να εξυπηρετήσουν, μαζί με άλλα ακίνητα της περιοχής, κρατικούς σκοπούς (ανέγερση εκπαιδευτηρίων, δικαστικού μεγάρου κ.λ.π.).
Ήδη ο εκκαλών προβαίνει σε ανάκληση της ως άνω εξώδικης ομολογίας του, χωρίς όμως να αποδεικνύει την αναλήθεια των ομολογηθέντων περιστατικών, τα οποία αντίθετα ενισχύονται και από το λοιπό αποδεικτικό υλικό. Τέλος αποδείχθηκε ότι ενόψει του χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως ως τμήματος του δημοσίου κτήματος με αριθμ. ...
εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...-1979 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του εκκαλούντος από το επίδικο και ακολούθως ο τελευταίος υπέβαλε την από 13-05-1982 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία, αφού αναγνωρίζει την κυριότητα του εφεσιβλήτου Δημοσίου επί της καταληφθείσας έκτασης παραιτείται παντός δικαιώματος του επί αυτής.
Εφόσον το ενάγον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο είναι κύριο του επιδίκου ακινήτου των 2862,13 τ.μ., που αμφισβητείται από τον ενάγοντα-εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα Σ. Π., τότε πρέπει αφενός μεν να γίνει δεκτή η από 15-11-2007 αγωγή του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας, που προέβαλε ο εναγόμενος αυτής, αφετέρου δε να απορριφθεί η από 04-03-2010 αγωγή του ενάγοντος Σ.
Π. κατ' αποδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου αυτής Ελληνικού Δημοσίου".
Επειδή το άρθρο 1072 του Α.Κ. ορίζει τα εξής : "Η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου, που εγκαταλείφθηκε, ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως. Οι κύριοι του εδάφους της νέας κοίτης έχουν δικαίωμα μέσα σε ένα έτος να αποκαταστήσουν το ρεύμα στην προηγούμενη κοίτη." ενώ το άρθρο 1071 του Α.Κ.
ορίζει: "Το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς του κάθε κτήματος.". Από την προπαρατιθέμενη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1072 του Α.Κ.
σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ιδίου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή, δεν είναι όμως πλεύσιμος, και το έδαφος, που καταλαμβάνεται από την κοίτη του είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1072 του Α.Κ.
είναι η ύπαρξη παραποταμίου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε. Το άρθρο 1072 περίπτωση 1 του Α.Κ. κάνει λόγο για "εγκατάλειψη" της κοίτης του ποταμού, χωρίς να ορίζει ότι αυτή (εγκατάλειψη) μπορεί να είναι και μερική, ενώ αν ο νομοθέτης ήθελε να περιλάβει και τη μερική εγκατάλειψη, θα το όριζε ρητώς.
Ως "εγκατάλειψη" της παλαιάς κοίτης νοείται η πλήρης, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διαρκείας, ενώ η μερική απόσυρση ή περιορισμός του εύρους του ποταμού συχνά δεν έχει διάρκεια. Αν λοιπόν αναγνωριζόταν στους παροχθίους το δικαίωμα να καταλάβουν το τμήμα που απελευθερώθηκε από τα ύδατα, αυτοί θα ήσαν σε θέση να εμποδίζουν εφεξής την ελεύθερη ροή των υδάτων στην παλαιά κοίτη και θα ανέκυπταν προβλήματα σε ευρύτερη περιοχή.
Η εκδοχή αυτή συνάγεται και από την παράγραφο 2 του άρθρου 1072 του Α.Κ., όπου ο νόμος ομιλεί περί "νέας" κοίτης, που σημαίνει ολοσχερή εγκατάλειψη της παλαιάς και όχι περιορισμό του εύρους αυτής. 'Αλλωστε κάθε διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 1072 του Α.Κ., με την οποία θα γινόταν δεκτό ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται και στην περίπτωση μερικής εγκαταλείψεως ή ορθότερα του περιορισμού της κοίτης του ποταμού, δεν θα είχε κανένα κοινωνικό ή οικονομικό έρεισμα και, ως εκ τούτου, θα ήταν αντίθετη προς το σκοπό της διατάξεως του άρθρου 1072 του Α.Κ.
Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλευσίμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, περιορίσθηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσης κοίτης του ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072§1 του Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 24/2001, Α.Π. 149/2015). Αν ο περιορισμός της κοίτης οφείλεται σε φυσικό αίτιο ή σε τεχνικό έργο, που εκτελέσθηκε προ της 20.08.1975 ή μετά την ημεροχρονολογία αυτή είναι γεγονός νομικά αδιάφορο (Α.Π. 149/2015).
Περαιτέρω, μόνο η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού γιατί το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόμο για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη, προβάλλεται ως λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όχι δε και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής που συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η δε ποιοτική με βάση τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου (Α.Π. 1452/2008).
Η νομική, η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία της αγωγής πρέπει να προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (Α.Π. 712/2016, Α.Π. 103/2013).
Πρέπει δε να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 712/2016, Α.Π. 1654/2007, Α.Π. 1632/2007, ΑΠ 669/2007).
Τέλος, από το άρθρο 556§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 765/2008).
Ειδικότερα, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε αγωγή (ή ένσταση) ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, να διαλαμβάνουν, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης (Α.Π. 765/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με επίκληση της από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμελείας, διότι δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του περί ποσοτικής αοριστίας, τόσο της από 15.11.2007 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, όσο και της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αυτού διαδίκου κατά της από 04.03.2010 αγωγής αυτού (αναιρεσείοντος), της αοριστίας συνισταμένης ότι δεν αναφερόταν τόσο στην αγωγή όσο και στην ένσταση το γεγονός ότι το τεχνικό έργο, εξαιτίας του οποίου εξετράπη οριστικά η κοίτη του ενδίκου ποταμού, εκτελέσθηκε έως τις 19.08.1975 ή έκτοτε, οπότε ίσχυσε ο ν. 116/1975. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας και, τούτο, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα περιεχόμενα των επικαλουμένων αγωγής και ενστάσεως. Αν όμως, κατ' άκρα δικονομική επιείκεια, ήθελε θεωρηθεί ορισμένος είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι η αναφορά ή μη του επικαλουμένου γεγονότος είναι νομικά αδιάφορη και τούτο, διότι, η πρόβλεψη του ν. 116/1975, ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το άρθρο 1072 του Α.Κ. και αφορά τεχνικά έργα του Ελληνικού Δημοσίου (Ολ.Α.Π. 46/1990, Α.Π. 149/2015), αναφέρεται σε οριστική εγκατάλειψη της κοίτης του μη πλευσίμου ποταμού και όχι σε περιορισμό της κοίτης του, όπως εν προκειμένω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006). Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 56/2022, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α' του Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559§1 του K.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτολεξεί (Α.Π. 1252/2021) και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναιρέσεως κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 183/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017). Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 116/1975 κρίνοντας νόμιμη την από 15.11.2007 αγωγή, παραβλέψαν την νομική αυτής αοριστία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται το πλήρες περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί η ενδεχόμενη νομική αβασιμότητα αυτής. Όμοια κρίση για τον λόγο ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αρμόζει και για τον έκτο λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι παραβίασε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο (φερόμενα ως) διδάγματα της κοινής πείρας.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8α' του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για την παρά τον νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει στην προσβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε να δημιουργούνται λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αλλά υπάγει απλώς στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου στα προταθέντα από τον ενάγοντα (Α.Π. 1487/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8α' του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το εκδώσαν αυτή δικαστήριο, καίτοι το αναιρεσίβλητο στην από 15.11.2007 αγωγή του υποστήριξε ότι το έργο που συνέτεινε στην εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού Αράχθου και στη δημιουργία του επιδίκου ακινήτου εκτελέσθηκε υπό το καθεστώς του ν. 550/1915, παρά τον νόμο, δέχθηκε ότι το έργο εκτελέσθηκε μετά την ισχύ του ν. 116/1975 και, έτσι, δέχθηκε την αγωγή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο απλώς υπήγαγε τα εκτιθέμενα στην από 15.11.2007 αγωγή πραγματικά περιστατικά, μη δεσμευόμενο από τις απόψεις του αναιρεσιβλήτου, εφόσον τούτο (δικαστήριο) δεν απήτησε την εφαρμογή ορισμένης νομικής διατάξεως και μόνο, αποκλείοντας την εφαρμογή άλλης νομικής διατάξεως, έστω και επ' ωφελεία του (αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος Ελλ. Δημοσίου).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997, Ολ.Α.Π. 28/1997, Α.Π. 1283/2013). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και, για τον λόγο αυτό, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε στα πλαίσια της ερευνομένης διατάξεως (του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.) να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν ιδρύεται ο ίδιος λόγος ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1283/2013, Α.Π. 553/2012, Α.Π. 1334/2010, Α.Π. 559/2009, Α.Π. 1206/2008).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτολεξεί (Α.Π. 1252/2021), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 2096/2009, Α.Π. 1189/2009, Α.Π. 1108/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους τέταρτο, και πέμπτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διατεινόμενος ότι αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) είτε δεν περιέχει αιτιολογίες είτε περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται, όπως ανωτέρω προσδιορίζεται, οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Περαιτέρω και όσον αφορά τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατά τον οποίο στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το χρονικό σημείο αποκαλύψεως της κοίτης του ενδίκου ποταμού και την προηγούμενη μορφή αυτού σε σχέση με το κρίσιμο, κατά τον αναιρεσείοντα, χρονικό σημείο της 20.08.1975, πρέπει να σημειωθεί ότι παραδεκτά προβάλλεται, πλην, όμως, είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι οι σχετικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν αφορούν ουσιώδη ισχυρισμό, σύμφωνα με όσα αναλυτικά σημειώθηκαν ανωτέρω.
Επειδή όπως προκύπτει από τα άρθρα 336§3, 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ. δικαστικά τεκμήρια μπορεί να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από οπουδήποτε, άρα και από ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες δεν έγιναν στα πλαίσια της δίκης, κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, αλλά εξ αφορμής άλλης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων, εκτός αν το δικαστήριο, κρίνοντας κυριαρχικά και ανέλεγκτα, δέχεται ότι οι βεβαιώσεις αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες, για να χρησιμοποιηθούν και στη δίκη, κατά την οποία κρίνεται η διαφορά. Το ίδιο ισχύει και για ένορκες βεβαιώσεις που έγιναν πριν από τη δίκη, ήτοι προ της ασκήσεως της αγωγής, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν το δικαστήριο δεχθεί ότι αυτές λήφθηκαν επίτηδες για να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες στην προκείμενη δίκη (Α.Π. 540/2003, Α.Π. 640/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι, όπως διατείνεται, δεν έλαβε υπόψη του, ως δικαστικό τεκμήριο, ένορκη βεβαίωση που προσκομίσθηκε με νόμιμη επίκληση από αυτόν, η οποία λήφθηκε, χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938, με την αιτιολογία ότι αυτή (ένορκη βεβαίωση) λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 374/2012, Α.Π. 1627/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 402/2004, Α.Π. 627/2003).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 194/2005, Α.Π. 1315/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον ένατο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. διότι, όπως διατείνεται, το εκδώσαν αυτή δικαστήριο συνήγαγε από τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα εξώδικη ομολογία αυτού (αναιρεσείοντος) σχετικά με το επίδικο δικαίωμα, ενώ τα έγγραφα αυτά δεν περιείχαν δηλώσεις του από τις οποίες ήταν δυνατό να συναχθεί ομολογία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι αφορά όχι στην εσφαλμένη ανάγνωση των ενδίκων εγγράφων εκ μέρους του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά στη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος από το περιεχόμενο ενός εκάστου εξ αυτών.
Στο άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο: 1) ..., 11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, 12) ... 20) ....".
Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.. Έτι περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται κατά το άρθρο 352§2 του ιδίου Κώδικα ελευθέρως, από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο στο Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1315/2022, Α.Π. 33/2021, Α.Π. 297/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι, σύμφωνα με όσα ο αναιρεσείων διατείνεται, το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγαγε εξώδικη ομολογία του από τις μη επικληθείσες και μη προσκομισθείσες από 27.11.1978 αίτησή του και υπεύθυνη δήλωσή του προς την Οικονομική Εφορία Άρτας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των από 15.01.2013 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου προς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σαφώς προκύπτει η επίκληση των ως άνω εγγράφων, ενώ από την επίσης παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει η προσκομιδή των αυτών εγγράφων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως.
Περαιτέρω, ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, που επιχειρείται να στηριχθεί στον αριθμό 11α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και συνίσταται στο ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την εκφορά της δικαστικής του κρίσεως αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και, τούτο, διότι συνήγαγε από τα προαναφερόμενα δύο έγγραφα εξώδικη ομολογία του σχετική με το εριζόμενο δικαίωμα κυριότητας είναι απαράδεκτος, εφόσον η σχετική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Κατά το άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) Για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο της εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Α.Π. 1189/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δωδέκατο λόγο αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το εκδώσαν αυτή Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου της φερομένης εξώδικης ομολογίας του από τις δηλώσεις που περιέχονται στα αμέσως προηγουμένως αναφερθέντα έγγραφα και, τούτο, διότι από τα έγγραφα αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγαγε ομολογία για έννομη σχέση και συγκεκριμένα τη σχέση αυτού με το επίδικο ακίνητο, ενώ τούτο δεν ήταν δυνατό, εφόσον η ομολογία αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, στον οποίο αυτός στηρίζεται, προτάθηκε από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, με τον δέκατο τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δικαστήριο προσέδωσε στις ανωτέρω αναφερόμενες εξώδικες ομολογίες του δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, ενώ αν εκτιμούσε αυτές ελεύθερα και σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα θα κατέληγε σε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που κατέληξε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το εκδώσαν αυτή δικαστήριο προσέδωσε στις ένδικες εξώδικες ομολογίες την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη, δηλαδή εκτίμησε αυτές ελεύθερα. Σημειώνεται ότι δεν τίθεται θέμα πλήρους ή κατά πιθανολόγηση αποδείξεως στην υπόψη περίπτωση, διότι στην τακτική διαδικασία, η οποία ακολουθήθηκε κατά την εκδίκαση των ενδίκων αγωγών, δεν υφίσταται νόμιμη περίπτωση κατά πιθανολόγηση αποδείξεως.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453§1 του Κ.Πολ.Δ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.Α.Π. 23/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δικαστήριο έλαβε υπόψη του τέσσερα έγγραφα και συγκεκριμένα την από 27.11.1978 αίτησή αυτού (αναιρεσείοντος), την, με ίδια ημερομηνία, υπεύθυνη δήλωση αυτού, την όμοια δήλωση αυτού από 13.05.1982 και την από 27.11.1978 αίτηση της μητέρας αυτού, αν και δεν είχε λάβει χώρα νόμιμη επίκληση αυτών υπό την έννοια ότι δεν αναφερόταν το αποδεικτικό υλικό που προέκυπτε από καθένα εξ αυτών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι προϋπόθεση, εκτός άλλων, της παραδεκτής επικλήσεως των ανωτέρω εγγράφων ήταν να είναι αυτή (επίκληση) ειδική ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, η οποία, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των από 15.01.2013 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, προκύπτει σαφώς.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Περαιτέρω, στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. δηλαδή της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων των ανθρώπων και των θεμελιωδών ελευθεριών", που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53 της 19/2.09.1974, όπως και το Πρόσθετο σε αυτή Πρωτόκολλο των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952, και μεταγλωττίσθηκε - αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το π.
δ. 76/2022 έχει δε υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28§1 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019) ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης.
Η απόφαση πρέπει να εκδοθεί δημόσια, η είσοδος όμως στην αίθουσα των συνεδριάσεων μπορεί να απαγορευτεί για τον Τύπο και το κοινό για όλη ή μέρος της διάρκειας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημόσιας τάξης ή της εθνικής ασφάλειας σε δημοκρατική κοινωνία, όταν αυτό ενδείκνυται από τα συμφέροντα των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή στον απολύτως αναγκαίο βαθμό που κρίνει το δικαστήριο, όταν η δημοσιότητα θα μπορούσε υπό ειδικές συνθήκες να βλάψει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. 2.
Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του. 3. Ειδικότερα, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α. να πληροφορηθεί λεπτομερώς το συντομότερο δυνατό και σε γλώσσα που κατανοεί τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας, β. να διαθέτει τον αναγκαίο χρόνο και ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, γ.
να υπερασπιστεί ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της επιλογής του ή, εάν δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσει συνήγορο, να του παρασχεθεί αυτός δωρεάν, όταν αυτό απαιτείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, δ. να εξετάσει ή να ζητήσει να εξεταστούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να πετύχει την πρόσκληση και εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης με τους ίδιους όρους με αυτούς των μαρτύρων κατηγορίας, ε.
να τύχει δωρεάν συνδρομής διερμηνέα, εάν δεν κατανοεί ή δεν μιλάει τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο Δικαστήριο.".
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο πέμπτο προβάλλεται ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη του τα αμέσως προηγουμένως αναφερόμενα έγγραφα, των οποίων όμως η χρήση ήταν απαγορευμένη στην συγκεκριμένη υπόθεση, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και 28§1 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019. Οι διατάξεις όμως αυτές, που επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν απαγόρευαν τη χρήση των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων στην ένδικη υπόθεση και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ. έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο, που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του Κ.Πολ.Δ. είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (Α.Π. 2048/2022, Α.Π. 1578/2022, Α.Π. 883/2013).
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 348/2021, Α.Π. 361/2004, Α.Π. 455/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο έκτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσεώς του την από 28.01.2010 έκθεση της υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Άρτας, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο και το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2008 έγγραφο του Διευθυντή Δασών Άρτας, αναφορικά με το αυτό θέμα, ενεργήσαν παρά τον νόμο, εφόσον τα έγγραφα αυτά συνιστούν κατ' ουσίαν μαρτυρίες του αναιρεσιβλήτου και εκδόθηκαν κατά παράβαση των προβλέψεων των άρθρων 415 επόμ., 393 επόμ., 368 επόμ. και 390 του Κ.Πολ.Δ. όπως και του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι αφενός μεν ο Κ.Πολ.Δ. προβλέπει εξαντλητικά τα του κύρους και της αποδεικτικής, ως προς όλους, αξίας των δημοσίων εγγράφων, αφετέρου δε, από τις προμνησθείσες διατάξεις, ουδόλως προκύπτει ότι κωλύεται η χρήση των ως άνω δημοσίων εγγράφων στη δίκη μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Για να δημιουργηθεί ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσίβλητου, γιατί αν άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσιβλήτου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή της.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 355 και 368§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη αναιρετικώς ελεγχόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της διεξαγωγής των αποδεικτικών αυτών μέσων.
Έτσι η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθμ. 9γ' ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 1062/2007). Συνακόλουθα, ο δέκατος έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ' του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 8 του Κ.Πολ.Δ., όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων) διότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δικαστήριο απέρριψε σιγή το αίτημα του αναιρεσείοντος να διαταχθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη, ώστε να προκύψει ότι το επίδικο ακίνητο δεν υπήρξε μέρος της κοίτης του ποταμού Αράχθου, είναι απαράδεκτος (Α.Π. 194/2017, Α.Π. 233/2007).
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου ή της διακρίσεως από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023).
Εξάλλου, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Περαιτέρω, δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020). Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1409/2018, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 481/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο όγδοο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διότι, όπως διατείνεται, δεν έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει, ήτοι: α) Την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του μάρτυρά του Κ.
Α. Π., η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζητήσεως, β) το από μηνός Οκτωβρίου έτους 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Κ., στο οποίο αποτυπώνεται το επίδικο ακίνητο με τους αριθμούς ... - ... - ..., γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2010 ακριβές αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου με Κ.Α.Ε.Κ. ... καθώς και το από 19.10.2010 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του ακινήτου με τον αυτό Κ.Α.Ε.Λ., δ) την ποινική δικογραφία με Α.Β.Μ. 1901/2007 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Άρτας, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας κατηγορούμενος για το ότι, στις 03.09.2007, οριοθέτησε το επίδικο ακίνητό του με σταθερούς οριοδείκτες (σιδηροπασσάλους), οι οποίοι εδράζονταν στο έδαφος σε βάση από μπετόν, χωρίς άδεια της αρμοδίας αρχής, ε) την υπ' αριθμ. 150/12.02.2009 απόφαση μετά των πρακτικών της του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) καταδικάσθηκε για την προαναφερόμενη πράξη σε φυλάκιση τριών (3) μηνών, και στ) την υπ' αριθμ. 33/2011 απόφαση μετά των πρακτικών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, με την οποία, μετά από έφεση αυτού (αναιρεσείοντος), κηρύχθηκε αθώος της προαναφερομένης πράξεως, υποπέσαν στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγο αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σχετικό απόσπασμα της αποφάσεώς του ("από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ένορκα ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός από την υπ' αριθμ. 193/27.02.2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Άρτας για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:") διαβεβαιώνει ότι, για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα χωρίς να αγνοήσει κάποιο από αυτά.
Είναι αλήθεια ότι στις παραδοχές του εξαίρει ορισμένα αποδεικτικά μέσα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αγνόησε τα μη αναφερόμενα. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία περί του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν δεν προσέδωσε σε καθένα από αυτά την αποδεικτική αξία που αποδίδει κάθε διάδικο μέρος.
Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που ο αναιρεσείων έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη για την επιβολή και τον προσδιορισμό δικαστικών εξόδων δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή και, τούτο. διότι το σχετικό αίτημα του νικώντος αναιρεσιβλήτου δεν υποβλήθηκε στο Δικαστήριο τούτο έως τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιόν του, αλλά περιέχεται στο μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, στις 25.09.2023, κατατεθέν υπόμνημα αυτού (αναιρεσιβλήτου).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.12.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 56/30.12.2015) αίτηση του Σ. Π. του Α. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 32/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου