Legislator Case Law & Legislation
1665/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against university's claim for return of funds to students as inadmissible due to lack of specificity.

Case Number 1665/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the University of Athens's appeal regarding the return of funds to students, ruling the request for restitution inadmissible. The court found the appeal vague because it failed to specify the exact amounts paid to each student, total debts, or deductions like taxes and insurance. Consequently, the court could not verify the factual basis for the restitution claim and rejected the request for restoration of the case to its previous state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal for restitution of funds is inadmissible if the appellant fails to specify the exact amounts paid to each party, total debts, and deductions, rendering the claim impossible to verify.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal restitution of funds specificity requirement university liability student payments costs allocation restoration of case

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Article 17 of Law 3086/2002
Article 4 of Law 4831/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1665 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1665/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη αυτού. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία - Επιστήμη Μουστακάτου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: . 1. Ε. Π., 2. Δ. Κ., 3.Γ. Κ., 4.Κ. Θ., 5.Γ. Κ., 6.Σ. Λ., 7.Μ. Μ., 8.Ν. Μ., 9.Ν. Τ., 10.Β. Χ., 11.Σ. Θ., 12.Φ. Π., 13.Κ. Δ., 14.Ε. Δ., 15.Μ. Κ., 16.Θ. Τ., 17.Σ. Α., 18.Ε. Τ., 19.Ε. Κ., 20.Β. Σ., 21.Ε. Γ., 22.Β. Κ., 23.Χ. Μ., 24.Η. Ν., 25.Β. Κ., 26.Α. Κ., 27.Σ. Κ., 28.Δ. Δ., 29.Θ. Α., 30.Ε. Κ. και 31.Α. Α., κατοίκων απάντων ως εκ της υπηρεσίας τους …. Οι 1η, 2η, 3ος, 4ος, 8η, 9η, 14η, 15η, 17η, 18η, 20η, 22η, 23η, 24η, 25η και 27η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί 5η, 6η, 7η, 10η, 11η, 12η, 13η, 16η, 19η, 21ος, 26η, 28η, 29η, 30η και 31η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2002 (με αριθμό κατάθεσης 1746/2002) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 534/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2170/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 12-10-2004 αίτηση και τους από 21-11-2022 προσθέτους λόγους. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Νάκου ανέγνωσε την από 14-11-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μαρίου - Φωτίου Χατζηπανταζή με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την από 4-1-2023 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρόσθετου λόγου σε συνδυασμό με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17-3-2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων φέρεται προς συζήτηση η από 12 Οκτωβρίου 2004 με αριθμ. καταθ. 128/15.10.2004 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 2170/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, λόγω ματαίωσης της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο τις 28.11.2006.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.

Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα ( ΑΠ 1578/2021, 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που επισπεύδεται με την από 17.3.2022 κλήση του αναιρεσείοντος, στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (17.1.2023), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 5η, 6η, 7η , 10η , 11ος, 12η , 13η , 16η, 19η, 21ος, 26η, 28η, 29η, 30η και 31η των καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το καλούν-αναιρεσείον ΝΠΔΔ με αριθ. 520/30.3.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ά. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 17.3.2022 κλήσης και της συγκοινοποιούμενης με αυτή ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Ευαγγελία Χαραλάμπους, ως πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 2170/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος όλων των εφεσίβλητων στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.

Συνακόλουθα, εφόσον οι 5η, 6η, 7η, 10η, 11ος, 12η, 13η, 16η, 19η, 21ος, 26η, 28η, 29η, 30η και 31η καθών η κλήση - αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 12 Οκτωβρίου 2004 και με αριθ. κατ. 128/15-10-2004 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2170/26-4-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί: α) της από 6-6-2003 και με αριθ. κατ. 1539/2003 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

και β) της από 10-6-2003 και με αριθ. κατ. 1350/2003 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθ. 534/2003 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 23-12-2002 και με αριθ. κατ. 1746/24.12.2002 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Με την εν λόγω αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. και απασχολήθηκαν σ' αυτό με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες μετατράπηκαν σε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2010 έως 31-12-2002), κατ' εντολή της υπηρεσίας, χειρίζοντο ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καθόλη τη διάρκεια της εργασίας τους, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του εναγομένου, που δεν διέθετε οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ.

Ζήτησαν δε, κυρίως με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το αντίστοιχο ποσό για το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 επίδομα πληροφορικής, το οποίοι ελάμβαναν άλλοι υπάλληλοι, οι οποίοι κατέχουν θέσεις χειριστών Η/Υ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών) με τη με αριθ. 534/2003 απόφασή του, αφού θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς την 16η ενάγουσα, μετά τη νομότυπη παραίτησή της από το σχετικό δικόγραφο, έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την, ως άνω, κύρια βάση αυτής και την δέχθηκε : α) ως εν όλω κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς τους 23°, 24η , 25η , 26η, 27η, 29η και 30η ενάγοντες και ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους 1η έως και 22η, 28η και 31η ενάγοντες, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους 1η έως και 27η ενάγοντες, καθώς και σε κάθε μία από τις 29η και 3" ενάγουσες το ποσό των 880,44 ευρώ, στην 28η ενάγουσα το ποσό των 807,07 ευρώ και στην 31η ενάγουσα το ποσό των 366,85 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την προσβαλλόμενη απόφασή του (2170/2004), δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία αμφότερες τις εφέσεις των διαδίκων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) ως προς τους λοιπούς πλήν την 16ης αναιρεσιβλήτους και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ως προς τη 16η αναιρεσίβλητη Θ.

Τ. η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, αφού μετά την παραίτηση αυτής από το δικόγραφο της αγωγής, συνεπεία της οποίας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς αυτήν έπαυσε να έχει την ιδιότητα του διαδίκου, κατά του οποίου και μόνο απευθύνονται τα ένδικα μέσα.

Με το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190), που, κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022 (Α 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2.

Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των προσθέτων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από τον γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών.

Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε προσθέτους λόγους με το από 21.11.2022 δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμ. κατάθεσης 152/23.11.2022 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, κατ άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17.1.2023), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. 14720/7.12.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ά.

Κ., προς την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Ευαγγελία Χαραλάμπους, η οποία, όπως προεκτέθηκε, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 569, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου, έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και νια εκείνη την κατηγορία, που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και, κατά συνέπεια, το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής, χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022).

Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης, με την πιο πάνω διάταξη, αρχής της ισότητας, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. Ιβ'του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022).

Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες, σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι, κατά συνέπεια, απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Α' 40), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του Ν. 3205/2003 (Α' 297), ορίσθηκε ότι : "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα : [...] 11.

Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα, ως εξής:

α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων, σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης, άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται, κατά πλήρες ωράριο εργασίας, σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".

Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997, διατηρήθηκαν, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν, με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ, προς άρση κάθε αμφισβήτησης, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι: "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".

Ακόμη, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997 ορίσθηκε ότι "Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, καταργούνται :(...) η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού, ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν".. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι, από την 1.1.1997, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω νόμου (άρθρο 33), καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (και ήδη π.δ/μα 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους, που είναι απλοί χρήστες Η/Υ (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022).

Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.)", με το άρθρο 7 του π.δ/τος 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου" (Α' 51), διαιρουμένη σε τρία τμήματα (Οργάνωσης και Μεθόδων, Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις μονίμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα.

Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων, για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, ειδικά στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, συνισταμένη σε διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά, απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ), κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου, η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του άνω επιδόματος.

Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής για τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997; μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων του κλάδου της πληροφορικής.

Ειδικότερα, η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας, στην οποία ανήκουν οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, οι οποίοι κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με τη μη χορήγηση του επιδόματος σε υπαλλήλους, που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες και απλώς χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στο πλαίσιο της εργασίας τους (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 381/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 312/2022, ΑΠ 38/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα από παραδρομή αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, τούτο δε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί εφέσεων που ασκήθηκαν κατά απόφασης Ειρηνοδικείου), όπως συμπληρώνεται με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 4 του Συντάγματος και 8 παρ. 11 ν. 2470/1997, 7 και 17 π.δ. 46/998, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Οι ενάγοντες έχουν προσληφθεί από το εναγόμενο από το έτος 1997 με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Το μήνα Δεκέμβριο 2001 κατατάχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2839/2000 με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου σε προσωρινές συνιστώμενες θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον εξυπηρετούσαν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Στο άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 2839/2000 ορίστηκε ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Από το χρόνο δε αυτό έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους και προσφέρουν τις υπηρεσίες του σ' αυτό στην κατηγορία ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ.

Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 20-12-2001 μέχρι 31-12-2002 οι ενάγοντες προγραμμάτιζαν, εισήγαγαν εντολές και συγκέντρωναν στοιχεία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της υπηρεσίας τους προς εξυπηρέτηση των αναγκών της και ασκούσαν κατά κύρια απασχόληση καθήκοντα χειριστών Η/Υ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση βεβαιώσεις.

Η ανάθεση στους ενάγοντες των πιο πάνω καθηκόντων έγινε για την εξυπηρέτηση απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου, το οποίο δεν διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις κατόπιν εντολής του προϊσταμένου διεύθυνσης, διότι είχαν τα απαραίτητα από το νόμο προσόντα, μεταξύ των οποίων και η εμπειρία δύο τουλάχιστον ετών.

Ο ισχυρισμός ορισμένων εκ των εναγόντων ότι δικαιούνται του ανωτέρω επιδόματος χειριστή και για το χρονικό διάστημα πριν από την κατάταξη τους σε οργανικές θέσεις, δηλαδή από 1-1-2000 έως 20-12-2001, ότε υπηρετούσαν στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η αρχή της ισότητας βάσει της οποίας ζητείται το ως άνω επίδομα χειριστή Η/Υ ενεργοποιείται από την ημερομηνία κατάταξής τους σε οργανικές θέσεις δημοσίων υπαλλήλων.....Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους 1-22° και 28η, 31η ενάγοντες και εν όλω ως προς τους λοιπούς και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα στο διατακτικό της αναφερόμενα ποσά δεν έσφαλε ως προς την ορθή του νόμου εφαρμογή και την εκτίμηση των προσαχθεισών ενώπιον του αποδείξεων......." Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του ισχύοντος Συντάγματος περί ισότητας και του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997,σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 17 του Π.Δ/τος 46/1998, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους η απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατά κύρια απασχόληση, στο πλαίσιο της εργασίας τους στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 11 του άρθρου 8 του ως άνω νόμου (2470/1997), δηλαδή, χωρίς οι ενάγοντες να είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδο πληροφορικής, ούτε να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και χωρίς να κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής τίτλους σπουδών, μεταξύ των οποίων η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος σπουδών στα αντικείμενα των ειδικοτήτων, στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής, ενώ δεν περιλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν δίπλωμα ή πτυχίο σπουδών στο αντικείμενο των ειδικοτήτων που αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής και, επομένως, δεν είχαν τα ίδια προσόντα και δεν τελούσαν σε όμοια κατάσταση και με όμοιες συνθήκες εργασίας με εκείνους τους υπαλλήλους, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και δεν ανήκαν στην ίδια με αυτούς κατηγορία.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το πρόσθετο λόγο αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 2170/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

Ενόψει, δε, του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 6-6-2003 και με αριθ. κατ. 1539/2003 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 534/2003 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσία την από 23-12-2002 και με αριθ.

κατ. 1746/2002 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά την κυρία αυτής βάση και είχε επιδικάσει στον καθένα από τους 1η έως και 27η ενάγοντες, καθώς και κάθε μία από τις 29η και 30η ενάγουσες το ποσό των 880,44 ευρώ, στην 28η ενάγουσα το ποσό των 807,07 ευρώ και στην 31η ενάγουσα το ποσό των 366,85 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η από 23-12-2002 αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση, ως νομικά αβάσιμη, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της ως άνω έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος Κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), ορίζεται ότι "Αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε.

Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται", ενώ κατά το άρθρο 940 παρ.2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 22/2006, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 381/2019).

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022) λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίας καταβολής εκάστου εξ αυτών ώστε να καθίσταται, εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβάλλοντα (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 666/2017, ΑΠ 2052/2014, ΑΠ 1623/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 16 Ιανουαρίου 2023, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ισχυριζόμενο ότι σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης με αριθ. 2170/2004 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καταβλήθηκαν στο καθένα αναιρεσίβλητο τα αναγραφόμενα στην ως άνω απόφαση χρηματικά ποσά, αφού παρακρατήθηκαν οι νόμιμες κρατήσεις, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθ. ...2022 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, την από 6-11-2004 μισθοδοτική κατάσταση της ως άνω Υπηρεσίας και το από 28.12.2022 υπηρεσιακό σημείωμα της ως άνω Υπηρεσίας και ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που τους κατέβαλε σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησόμενης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αίτηση επαναφοράς είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν προσδιορίζεται το ποσό που καταβλήθηκε από το αναιρεσείον σε έκαστο αναιρεσίβλητο σε εκούσια συμμόρφωση με τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ούτε προσδιορίζεται το συνολικό ποσό οφειλής σε κάθε αναιρεσίβλητο, βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας (επιδικασθέν ποσό πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων), ούτε το συνολικό ποσό κρατήσεων για κάθε αναιρεσίβλητο (ασφαλιστικές εισφορές, φόρο και λοιπές κρατήσεις), ώστε, μετ'αφαίρεση του συνολικού ποσού κρατήσεων, να καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πράγματι εισέπραξε έκαστος αναιρεσίβλητος και δεδομένου ότι δεν αρκεί για το ορισμένο του ως άνω αιτήματος (επαναφοράς) του αναιρεσείοντος η παραπομπή στα προσκομιζόμενα από αυτό έγγραφα.

Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση επαναφοράς του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ να απορριφθεί ως αόριστη. Τέλος, πρέπει καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3086/2002 και ήδη σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021 (ΑΠ 1578/2021) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τη 16η αναιρεσίβλητη Θ. Τ..

Αναιρεί τη με αριθ. 2170/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται ως κατ' ουσία βάσιμη την από 6-6-2003 με αριθ. κατ. 1539/2-7- 2003 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.

Εξαφανίζει τη με αριθ. 534/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση.

Δικάζει την από 23-12-2002 με αριθ. κατ. 1746/24-12-2002 αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση.

Απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της.

Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ