Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to examine specific evidence items.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued the lower court failed to examine specific evidence regarding the source of funds in a joint account, but the court found this argument inadmissible as it was merely a defense claim rather than a distinct 'thing' requiring separate review. Consequently, the appeal was rejected, the costs were returned to the state, and the appellant was ordered to pay the legal fees of the second respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 299, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a failure to examine specific evidence is inadmissible if the contested claim was merely a defense argument rather than a distinct 'thing' submitted for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1665 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1665/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Χ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τομπαΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. - Ρ. Τ. του Α., κατοίκου ... και 3) Ν. - Ρ. Τ. του Α., κατοίκου .... Οι 1η και 3ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Ανδρίτσο, ενώ η 2η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Νέλη Παυλούς.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5435/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 577/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 299 ΚΠολΔ, οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 του ιδίου κώδικα εφαρμόζονται και στην αγωγή, την κυρία και πρόσθετη παρέμβαση, την προσεπίκληση, την ανακοίνωση, τα ένδικα μέσα, στην ανακοπή κατά εξώδικων και δικαστικών πράξεων, την τριτανακοπή και σε οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική πράξη, το δε άρθρο 573 του αυτού κώδικα ορίζει στην παράγραφο 1 αυτού, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ.2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334.
Η με τις ανωτέρω διατάξεις, όμως, επέκταση στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση της ισχύος, μεταξύ άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 294 έως 298 ΚΠολΔ νοείται στο μέτρο που αυτές συμβιβάζονται προς το εν λόγω ένδικο μέσο και προσαρμόζονται προς τον ειδικό χαρακτήρα και τα αποτελέσματα αυτού (ΟλΑΠ 38/1996).
Έτσι, δεν νοείται επέκταση της ισχύος και εφαρμογή στη διαδικασία αυτή της διάταξης του άρθρου 298 του εν λόγω κώδικα, για την αποδοχή της αγωγής από τον εναγόμενο. Δεν είναι δηλαδή δυνατή η, με βάση τη διάταξη αυτή, αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως ή λόγου αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο, με συνέπεια την έκδοση απόφασης σύμφωνα με αυτή, απόφασης, δηλαδή με την οποία η εν λόγω αίτηση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού αυτής, καθώς και του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της (άρθρ. 577 ΚΠολΔ), γίνεται δεκτή, αναιρείται η προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση και, περαιτέρω, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στα άρθρα 579 και 580 ΚΠολΔ.
Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στο άτοπο, πέρα από το να καθίσταται δυνατή η παραδοχή αιτήσεως αναιρέσεως που δεν ασκήθηκε παραδεκτά ή ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως μη υποκειμένης στο ένδικο αυτό μέσο ή από μη δικαιούμενα σε άσκηση αυτής ή κατά προσώπου κατά του οποίου δεν μπορεί κατά νόμο να απευθυνθεί ή εκπρόθεσμα ή για δεύτερη, τρίτη κλπ φορά από το ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης (άρθρα 553, 556, 558, 564, 555 ΚΠολΔ, αντίστοιχα) κλπ, να καθίσταται δυνατή η παραδοχή μιας τέτοιας αίτησης, οι στο δικόγραφο της οποίας διαλαμβανόμενοι λόγοι είναι αόριστοι, απαράδεκτοι, αλυσιτελείς, αβάσιμοι κλπ ή δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ, αναφερομένους και να αναιρείται, έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς το δικαστήριο να έχει υποπέσει σε μία, έστω, από τις νομικές πλημμέλειες που ιδρύουν τους λόγους αυτούς, πράγμα που πρόδηλα δεν περιλαμβάνεται στα πλαίσια της εξουσίας διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης από τους διαδίκους, που καθιερώνεται με το άρθρο 106 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η δήλωση με τις προτάσεις των παρισταμένων πρώτης και τρίτου εκ των αναιρεσιβλήτων, περί αποδοχής της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1661/2013, ΑΠ 980/2003). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν.5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.
Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν.1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί.
Η λειτουργία ωστόσο της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη.
Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο.
Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων.
Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του.
Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ.1 εδ.
α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000).
Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015).
Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική.
Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν.
Κατ` αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992).
Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998).
Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1081/2017, ΑΠ 1001/2012). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα, από την εκτίμηση αυτή, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).
Η ύπαρξη δε νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 1053/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) γεννηθείσα το 1960, από το γάμο της με τον Α. Τ.,... απέκτησε πέντε (5) τέκνα και δη τους ενάγοντες και ήδη εφεσιβλήτους (ήδη αναιρεσίβλητους) Χ.
Τ., Α.- Ρ. Τ. και Ν.- Ρ. Τ., που γεννήθηκαν την 27-1-1989, 2-11-1990 και 1-11-1994 αντίστοιχα, καθώς και την Π.- Χ. Τ. και Θ. Τ. (μη διαδίκους), που γεννήθηκαν την 5-8-1982 και 17-4-1985 αντίστοιχα. Η εκκαλούσα κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Α. Τ. (βρίσκονται σε διάσταση από το Δεκέμβριο του 2015), εργαζόταν ως νηπιαγωγός μέχρι το 2007, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, ενώ ο σύζυγός της, που είναι οδοντίατρος (κατά το γάμο τους ήταν φοιτητής), το 1986 άνοιξε δικό του οδοντιατρείο, στην ..., σε διαμέρισμα, εμβαδού 87,80 τ.μ.
μικτά και 70,90 τ.μ. καθαρά, στο δεύτερο όροφο οικοδομής, επί της οδού ..., ιδιοκτησίας του πεθερού του, Ι. Χ., τη χρήση του οποίου του είχε παραχωρήσει, χωρίς αντάλλαγμα, ο τελευταίος. Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους η εκκαλούσα με το σύζυγό της κατοικούσαν στην ..., σε διαμέρισμα, εμβαδού 139,80 τ.μ. μικτά και 112,90 τ.μ.
καθαρά, του δευτέρου, επίσης, ορόφου της προαναφερθείσας οικοδομής, τη χρήση του οποίου τους είχε παραχωρήσει, χωρίς αντάλλαγμα, ο πατέρας της εκκαλούσας, ο οποίος, το 1990, αμφότερα τα εν λόγω διαμερίσματα μεταβίβασε, κατά κυριότητα, στην εκκαλούσα, λόγω γονικής παροχής....... Το 1994, η εκκαλούσα, με το σύζυγό της και τα τέσσερα πρώτα τέκνα τους (το πέμπτο, ήτοι ο Ν.-Ρ.-τρίτος εφεσίβλητος, γεννήθηκε στη Γερμανία), μετακόμισαν στη Γερμανία (...), λόγω και του σοβαρού προβλήματος υγείας (...) που αντιμετώπιζε η θυγατέρα τους Χ.- πρώτη εφεσίβλητος, όπου η εκκαλούσα, αποσπασθείσα, εργάσθηκε ως νηπιαγωγός μέχρι το 1999, οπότε και, μετά τη λήξη της αποσπάσεώς της, επέστρεψε στην Ελλάδα, με τα τρία μικρότερα τέκνα της, ήτοι τους εφεσιβλήτους, και εγκαταστάθηκαν στην οικογενειακή κατοικία-προαναφερθέν διαμέρισμα στην Α., συνέχισε δε να εργάζεται ως νηπιαγωγός, μέχρι τη συνταξιοδότησή της, το 2007.
Ο Α. Τ., παρέμεινε στη Γερμανία, μαζί με τα δύο μεγαλύτερα τέκνα τους, Π.- Χ. και Θ., για να τύχουν αυτά των ευεργετικών διατάξεων για τους ομογενείς στο σύστημα εισόδου στα ελληνικά πανεπιστήμια, μέχρι το 2001, οπότε και επέστρεψαν στην ..., στην οικογενειακή στέγη, κατά δε το διάστημα της παραμονής του στη Γερμανία εργαζόταν ως οδοντίατρος, και μάλιστα συμβλήθηκε με κρατικές ασφαλιστικές υπηρεσίες και άνοιξε αρχικά οδοντιατρείο, απασχολώντας τέσσερα άτομα και στη συνέχεια και οδοντοτεχνικό εργαστήριο, απασχολώντας ένα άτομο, έχοντας μεγάλη πελατεία.
Αμέσως μετά την επιστροφή του στην ..., ο ως άνω Α. Τ. επαναλειτούργησε το προαναφερθέν οδοντιατρείο του, στο ως άνω διαμέρισμα, και σταδιακά ανέκτησε την πελατεία του, η οποία ήταν όχι μόνο από την Α., αλλά και την ευρύτερη περιοχή, έχοντας αποκτήσει καλή φήμη και μεγάλο πελατολόγιο, μάλιστα στον ίδιο χώρο, το Μάρτιο του 2008, συστεγάσθηκε και ασκούσε το επάγγελμα της οδοντιάτρου, και η θυγατέρα του Π.- Χ., την οποία αυτός εφοδίασε με τον κατάλληλο ιατρικό εξοπλισμό και η οποία, το Μάρτιο του 2016, λόγω της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων της, μετέφερε το οδοντιατρείο της στη ....
Η εκκαλούσα και ο σύζυγός της μέρος των εισοδημάτων που αποκτούσαν από τις άνω εργασίες τους δαπανούσαν αμφότεροι για τις οικογενειακές ανάγκες και τις σπουδές των τέκνων τους (η Π.- Χ. είναι οδοντίατρος, η Θ. ιατροδικαστής, και οι εφεσίβλητοι Χ., Α.--Ρ. και Ν.- Ρ. είναι ιδιωτική υπάλληλος, διδακτορική φοιτήτρια και φοιτητής αντίστοιχα), ενώ παράλληλα ήταν συνδικαιούχοι, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τέκνα τους, διάφορων τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσαν, σε διάφορα τραπεζικά καταστήματα, προς αποταμίευση των απολειπόμενων χρηματικών ποσών, ενώ προέβησαν και σε αγορές ακινήτων, κοινώς, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, και δη α) ενός διαμερίσματος στις ..., το οποίο στη συνέχεια πώλησαν, β) το 2000 ενός ισογείου καταστήματος στην Α., εμβαδού 54,388 τ.μ., γ) το 2002 ενός ισογείου διαμερίσματος, εμβαδού 31,05 τ.μ., με υπόγειο, εμβαδού 32,06 τ.μ.
στα ... και το 2003 ενός διαμερίσματος, εμβαδού 28 τ.μ., στον πρώτο όροφο, στην ίδια οικοδομή, δ) το 2013 δύο διαμερισμάτων στον τρίτο όροφο οικοδομής επί της οδού ..., στη ... εμβαδού 61,52 τ.μ. και 34,30 τ.μ. αντίστοιχα. Οι σχέσεις της εκκαλούσας με το σύζυγό της Α. Τ. δεν εξελίχθηκαν ομαλά και τον Ιανουάριο του 2016 η εκκαλούσα αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη και μετέβη στη ..., στη θυγατέρα της Π.- Χ.
και έκτοτε τελούν σε διάσταση, χωρίς να προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό αν έχει λυθεί ο γάμος τους. Εξάλλου και οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις δεν είναι καλές, η εκκαλούσα δείχνει προτίμηση και διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τις μεγαλύτερες θυγατέρες της, Π.- Χ. και Θ. (μη διαδίκους), που γεννήθηκαν την 5-8-1982 και 17-4-1985 και έχουν λάβει το μέρος της κατά την αντιδικία της με το σύζυγό της και πατέρα τους,- μάλιστα με το με αριθμό ...
συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Παντέκα, μεταβίβασε το ιδανικό της μερίδιο (50%) στα προαναφερθέντα ακίνητα στα ..., στις θυγατέρες της Πολυξένη Χριστοδούλα και Θ., κατ' ισομοιρία, ενώ ο Α. Τ. διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τους εφεσιβλήτους- τέκνα του, αλλά και οι σχέσεις των εφεσιβλήτων με τις αδελφές τους δεν είναι καλές, μάλιστα μεταξύ των διαδίκων, όπως και μεταξύ της εκκαλούσας και του συζύγου της υπάρχουν δικαστικές διαμάχες, στην οικογένεια δε αυτή υπάρχουν πλέον δύο μέτωπα, και δη από τη μια μεριά η εκκαλούσα με τα δύο μεγαλύτερα τέκνα και από την άλλη ο σύζυγός της με τα τρία μικρότερα τέκνα- εφεσιβλήτους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των κοινών λογαριασμών ήταν και ο επίδικος με αριθμό ... κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου, της Τράπεζας Πειραιώς, που άνοιξε η εκκαλούσα την 11-2-2013, με συνδικαιούχους την ίδια και τους εφεσιβλήτους- τέκνα αυτής. Την 8-6-2015 και ενώ στον προαναφερθέντα κοινό τραπεζικό λογαριασμό υπήρχε το χρηματικό ποσό των 241.477,34 ευρώ, η εκκαλούσα, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών συνδικαιούχων του λογαριασμού, ήτοι των εφεσιβλήτων τέκνων της, προέβη σε ανάληψη του ποσού των 240.000,00 ευρώ, απομένοντος έτσι υπολοίπου από 1.477,34 ευρώ, μάλιστα σε σχετική από 8-6-2015 υπεύθυνη δήλωσή της προς την Τράπεζα Πειραιώς δήλωσε ότι η ανάληψη των χρημάτων αυτών έγινε εκ μέρους της (επί λέξει) "από φόβο για το οικονομικό περιβάλλον".
Όταν οι εφεσίβλητοι πληροφορήθηκαν για την παραπάνω ενέργεια της εκκαλούσας μητέρας τους, με το από 17-8-2016 εξώδικό τους, που επιδόθηκε σ' αυτήν την 23-8-2016,....... ζήτησαν την απόδοση σε καθένα τούτων του αναλογούντος μεριδίου τους στο αναληφθέν ως άνω ποσό των 240.000,00 ευρώ, ήτοι ποσού 60.00,00 ευρώ, πλην, όμως, η εκκαλούσα αρνήθηκε, οπότε οι εφεσίβλητοι άσκησαν την κρινόμενη αγωγή τους.
Όπως αποδείχθηκε, ο επίδικος κοινός τραπεζικός λογαριασμός άνοιξε από την εκκαλούσα, την 11-1-2013, με κατάθεση των ποσών 73.304,00 ευρώ, 15.888,00 ευρώ και 154.836,00 ευρώ και συνολικά 244.028,00 ευρώ, από μεταφορά από τον τηρούμενο στην ίδια ως άνω Τράπεζα κοινό λογαριασμό με αριθμό ..., με συνδικαιούχους την εκκαλούσα, το σύζυγό της Α.
Τ. και τα δύο μεγαλύτερα τέκνα τους, Π.- Χ. και Θ.. Ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε, με συνδικαιούχους τους διαδίκους, ήτοι τους τρεις εφεσιβλήτους- ενάγοντες-τέκνα και την εκκαλούσα-εναγομένη-μητέρα τους, μετά από συμφωνία μεταξύ της τελευταίας και του συζύγου της και πατέρα των εφεσιβλήτων, Α. Τ., να μεταφερθούν τα παραπάνω ποσά (συνολικού ύψους 244.028,00 ευρώ) από τον προαναφερθέντα προηγούμενο κοινό λογαριασμό, του οποίου ουσιαστικά δικαιούχοι ήταν η εκκαλούσα και ο σύζυγός της, και τυπικά είχαν τεθεί ως συνδικαιούχοι και τα μεγαλύτερα τέκνα τους (Π.- Χ.
και Θ., εν γνώσει και με συμφωνία και των τελευταίων), σε έναν νέο λογαριασμό και να τεθούν ως συνδικαιούχοι η μητέρα (εκκαλούσα) και τα τρία μικρότερα τέκνα τους (εφεσίβλητοι) -εκ των οποίων η πρώτη Χ. και ο τρίτος Ν.-Ρ. πάσχουν από αλαλία κωφώσεως (κωφαλαλία), πάθηση εκ γενετής, μη αναστρέψιμη, με ποσοστό αναπηρίας, εφ' όρου ζωής 80%, όπως αναγράφεται στις από 12-5-2015 δύο γνωστοποιήσεις αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης αναπηρίας και ιατρικής της εργασίας ΙΚΑ-ΕΤΕΜ, Ελένης Νιαρχάκου-, ως δωρεά εν ζωή προς αυτά, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν προς αποκατάστασή τους, ενόψει του ότι τα δύο μεγαλύτερα τέκνα της οικογένειας είχαν ήδη εξασφαλιστεί με αγορά ακινήτων επ' ονόματί τους, και δη διαμερίσματος στην Α.
για την Π.-Χ. (την οποία μάλιστα, ούσα οδοντίατρος, ο πατέρας της είχε εφοδιάσει με τον κατάλληλο εξοπλισμό, όπως προαναφέρθηκε) και διαμερίσματος στην ... για την Θ., και είχαν αποκατασταθεί επαγγελματικά. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε βάσιμος ουσιαστικά ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι οι εφεσίβλητοι ορίσθηκαν ως συνδικαιούχοι του εν λόγω λογαριασμού τυπικά και προκειμένου να αποκατασταθούν μελλοντικά σε περίπτωση θανάτου της, ώστε να αντιμετωπίσουν καταστάσεις ανάγκης και για να εξασφαλιστούν μετά από έριδες και προστριβές και να διευκολυνθούν στη μελλοντική διαχείριση των χρημάτων αυτών.
Το γεγονός και μόνον ότι οι εφεσίβλητοι δεν προέβησαν οι ίδιοι σε πράξη καταθέσεως ή αναλήψεως ή άλλη πράξη συναλλαγής ως προς τον επίδικο λογαριασμό, δεν καταδεικνύει από μόνο του ότι αυτοί δεν είχαν δικαίωμα στο λογαριασμό αυτό και ότι είχαν ορισθεί τυπικά ως συνδικαιούχοι... Εξάλλου, ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι το σύνολο των κατατεθειμένων χρημάτων ανήκαν στην ίδια, διότι προέρχονταν από δωρεές από τους γονείς της και την προσωπική εργασία της (μισθοί- εφάπαξ), ενώ, οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες ουδέποτε συνεισέφεραν με τις δυνάμεις τους στον κοινό λογαριασμό, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή ως προς την αγωγική αξίωση των τελευταίων, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση, στην περίπτωση περισσότερων δικαιούχων χρηματικής καταθέσεως, όλοι είναι εκ του νόμου, κατ' ίσα μέρη δικαιούχοι του αντίστοιχου ποσού, χωρίς να χρειάζεται ειδική συμφωνία γι' αυτό και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους...
Συνακόλουθα των ανωτέρω, έπεται πως η εκκαλούσα-εναγομένη δεν απέδειξε, όπως υποχρεούνταν..., τον ισχυρισμό της ότι, από την εσωτερική της σχέση με τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες (τέκνα της) προέκυπτε ότι αυτή μόνον είχε δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού της κοινής καταθέσεως, αποκλεισμένου του δικαιώματος αναγωγής εκείνων.
Ως εκ τούτου, ναι μεν καθένας των συνδικαιούχων δικαιούνταν μόνος του σε ανάληψη ολόκληρου του ποσού της καταθέσεως και εκ του λόγου τούτου, η συναφής ενέργεια εκ μέρους της εκκαλούσας-εναγομένης παρίσταται νόμιμη, πλην όμως, οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες, ως συνδικαιούχοι, διατηρούν απαίτηση, εκ του νόμου, έναντι εκείνης, για καταβολή σε καθένα τούτων ποσού ίσου προς το ένα τέταρτο (1/4) του αναληφθέντος ποσού της καταθέσεως, των 240.000,00 ευρώ, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία,..., θεμελιώνει μία, εκ του νόμου, εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, ισχύουσα και στην περίπτωση που αυτή (εσωτερική σχέση) δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων, οπότε αυτά θα είναι ίσα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, συμπληρώνοντας και αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 60.000 ευρώ, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων των άρθρων 1 και 2 εδ.α και β του ν.5638/1932, "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 489, 491, 493, 822 και 830 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, η αναιρεσείουσα εναγομένη, κατακράτησε στο σύνολό του το ποσό των 240.000 ευρώ, το οποίο ανέλαβε από τον ένδικο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, και δεν απέδωσε σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους συνδικαιούχους του λογαριασμού ποσό ίσο προς το ένα τέταρτο (1/4) του αναληφθέντος, όπως αυτή είχε υποχρέωση, αφού από τη συνδέουσα αυτούς εσωτερική σχέση δεν προέκυπτε άλλη αναλογία ή δικαίωμα παρακρατήσεως όλου του αναληφθέντος από τον κοινό λογαριασμό ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τους συνδικαιούχους ενάγοντες.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, αναφέροντας συγκεκριμένα τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή κατωτέρω παραδοχές: α) τον επίδικο κοινό λογαριασμό με τους προαναφερόμενους τέσσερις συνδικαιούχους (ήτοι τους διαδίκους), ο οποίος άνοιξε από την αναιρεσείουσα στις 11.1.2013 με κατάθεση του συνολικού ποσού των 244.028 ευρώ, ποσό που μεταφέρθηκε, κατόπιν συμφωνίας της αναιρεσείουσας, του συζύγου της και των δύο μεγαλύτερων τέκνων τους, από τον έτερο τηρούμενο στην ίδια τράπεζα κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τους αμέσως ανωτέρω (αναιρεσείουσα, σύζυγό της και τα δύο μεγαλύτερα τέκνα τους), προκειμένου οι αναιρεσίβλητοι να χρησιμοποιήσουν τα κατατιθέμενα στον επίδικο κοινό λογαριασμό ποσά προς αποκατάστασή τους, β) το εμφανιζόμενο υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού, ύψους 241.477,34 ευρώ και την εκ μέρους της αναιρεσείουσας, στις 8.6.2015, ανάληψη του ποσού των 240.000 ευρώ, απομένοντος έτσι υπολοίπου 1.477,34 ευρώ, στον επίδικο λογαριασμό, γ) την έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού για αποκλεισμό των αναιρεσίβλητων από το δικαίωμα χρήσης (ολικής ή μερικής) της κατάθεσης και του λογαριασμού και την μη απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού ήταν τυπική και προκειμένου να αποκατασταθούν μελλοντικά σε περίπτωση θανάτου της, ώστε να αντιμετωπίσουν καταστάσεις ανάγκης και για να εξασφαλιστούν μετά από έριδες και προστριβές και να διευκολυνθούν στη μελλοντική διαχείριση των χρημάτων αυτών, και δ) την μη ύπαρξη άλλης εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Ο ανωτέρω λόγος ως προς τις λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτος, αφού με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντιθέτως ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται, ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 752/2017, ΑΠ 1552/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, διότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ερμηνεύσει προσηκόντως τις διατάξεις των 1 παρ.1 και 2 του ν.5638/1932, 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, όσον αφορά την ύπαρξη εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων, και ειδικότερα "την πάγια συνήθεια τουλάχιστον στην Ελλάδα, να ορίζονται στις καταθέσεις των γονέων τυπικώς συνδικαιούχοι και τα παιδιά τους" και τούτο διότι υπάρχει επιθυμία να προβλεφθούν και αντιμετωπιστούν έκτακτα γεγονότα ή ανάγκες των γονέων ή προκειμένου τα τέκνα συνδικαιούχοι, που δεν αποκτούν κανένα απολύτως δικαίωμα (κατά την εσωτερική σχέση με τον γονέα) στα κατατεθειμένα στο λογαριασμό χρήματα, αποκτήσουν δικαίωμα στα χρήματα μετά το θάνατο του μοναδικού ουσιαστικού δικαιούχου- γονέα τους, με βάση δε το ανωτέρω δίδαγμα της κοινής πείρας, οι αναιρεσίβλητοι ήταν τυπικά συνδικαιούχοι και δεν προσέδιδε σ' αυτούς δικαίωμα αναγωγής κατά της αναιρεσείουσας- ουσιαστικής δικαιούχου του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, μετά τον θάνατο της οποίας θα αποκτούσαν αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δικαίωμα στα χρήματα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, αφενός μεν, η επικαλούμενη "πάγια συνήθεια τουλάχιστον στην Ελλάδα να ορίζονται στις καταθέσεις των γονέων του τυπικώς συνδικαιούχοι και τα παιδιά τους", δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι, πρωτίστως, ο ορισμός ως συνδικαιούχων των τέκνων από τους γονείς τους στο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, μόνο τυπικώς και όχι, κατά τις έσω σχέσεις τους, ουσιαστικώς, δεν έχει καταστεί, ως γενική αρχή, συναγόμενη από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, κοινό κτήμα, αφετέρου δε η αποδιδόμενη με αυτόν πιο πάνω αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει "πράγμα" παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 1588/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 250/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1405/2019, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 17617, ΑΠ 516/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 και 11γ ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα βασικό διακωλυτικό της εναντίον της αγωγής, περί απόδοσης σε καθένα από τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους του 1/4 των χρημάτων που ανέλαβε από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ισχυρισμό της ότι τα κατατεθειμένα σ' αυτόν χρήματα αποτελούσαν αποκλειστικά δική της περιουσία, καθώς προέρχονταν από αποκλειστικά δικά της διαθέσιμα εισοδήματα και οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι ουδέποτε απέκτησαν με τη βούλησή της οποιοδήποτε δικαίωμα επί των εν λόγω χρημάτων, τουλάχιστον για όσο χρόνο βρίσκεται εν ζωή, ενώ για απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού της επικαλέστηκε και προσκόμισε τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου σειρά αποδεικτικών εγγράφων, κυρίως τραπεζικών παραστατικών, σχετικών με τη διαδρομή του "χρήματος" που τελικά οδηγήθηκε στον επίμαχο κοινό λογαριασμό.
Ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά την εκ μέρους της σαφή και ορισμένη προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού και την προσκομιδή των αντίστοιχων αποδεικτικών μέσων, ρητώς αρνήθηκε να λάβει υπόψη της τον προταθένατα ισχυρισμό και τα αντιστοίχως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, κρίνοντας (εσφαλμένα και με πλημμελή αιτιολογία) ότι η προέλευση των κατατεθειμένων στον κοινό λογαριασμό χρημάτων (και το αν αυτά προέρχονται ή όχι αποκλειστικά από δικά της εισοδήματα) δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς την αγωγική αξίωση των αναιρεσίβλητων, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ καθώς δεν εξέτασε "πράγματα" (ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα) που νομότυπα είχαν προταθεί και προσκομισθεί ενώπιον του δικαστηρίου και αντίθετα προς όσα η ίδια εσφαλμένα δέχθηκε, ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην κρινόμενη υπόθεση.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον, αντιφατικά, εκθέτει στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό ως προς την προέλευση των κατατεθειμένων χρημάτων του κοινού λογαριασμού από δικά της αποκλειστικά χρήματα, αφετέρου ότι έκρινε ότι η προέλευση των χρημάτων στο κοινό λογαριασμό δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς τη αγωγική αξίωση, αιτίαση που δηλώνει ότι λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος, είναι απαράδεκτος, διότι ο σχετικός "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις στο πλαίσιο των αρνητικών ισχυρισμών, που αυτή προέβαλε αμυνόμενη κατά της ένδικης αγωγής.
Ανεξαρτήτως αυτών, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας πλην όμως δέχθηκε παράλληλα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι, με βάση την εσωτερική σχέση, μόνον αυτή είχε δικαίωμα επί όλων των χρημάτων του επίμαχου λογαριασμού, ώστε να αποκλείεται το δικαίωμα των λοιπών συνδικαιούχων προς αναγωγή.
Κατά το μέρος δε που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος ως αόριστος, αφού ουδόλως καθορίζονται στο αναιρεστήριο τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, ενώ δεν αρκεί η αόριστη αναφορά "περί σειράς αποδεικτικών μέσων, κυρίως τραπεζικών παραστατικών, σχετικών με τη "διαδρομή" του χρήματος που τελικά οδηγήθηκε στον επίμαχο λογαριασμό".
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη μόνο της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσε προτάσεις, δεδομένου ότι οι πρώτη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν προβάλλουν σχετικό αίτημα με τις προτάσεις τους, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.9.2020 αίτηση της Σ.Χ. για αναίρεση της 577/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσίβλητων που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ