Legislator Case Law & Legislation
1665/2018 AI generated

1665/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1665/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ` εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Legislator headnote

AI generated

1665/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Keywords

AI generated
unemployment insurance financing cyclical unemployment cessation of gainful employment suspension of unemployment benefits duty to seek employment weather-related loss of work
AI generated
751/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
288/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
1812/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Μικρούδη και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
1105/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
1325/2020
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1665 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1665/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Ν. Β. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Θ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 4) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ...,5) Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ...,6) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ...,7) Χ. Ν. του Η., κατοίκου ..., 8) Α. Π. του Π., κατοίκου ... 9) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 10) Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 11) Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 12) Π. Τ. του Β., κατοίκου ... και 13) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ... …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τατάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ….. και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Μαργετίνας Στεφανάτου και Ελένη Κατσαντωνοπούλου, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3279/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ` εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι` αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.(ΑΠ 114/2017, ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1586/2010, ΑΠ 1153/2009).

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α` και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στα ... και εκμεταλλεύεται τα ναυπηγεία … και δραστηριοποιείται στον χώρο της επί 15ετία απασχολώντας μεγάλο αριθμό εργαζομένων και ειδικότερα έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τις ναυπηγικές και επισκευαστικές εργασίες εμπορικών και πολεμικών πλοίων και πλωτών ναυπηγημάτων.

Ότι είναι μία από τις μεγαλύτερες βαριές βιομηχανίες της χώρας, στην οποία εργάζονταν κατά το έτος 2007 περίπου 900 εργαζόμενοι, ενώ, κατά το έτος 2013, που ασκήθηκε η αγωγή, συνεχίζει να απασχολεί 597 εργαζομένους σε μόνιμη βάση. Ωστόσο ότι από το έτος 2006 άρχισε να παρουσιάζει ζημιογόνα αποτελέσματα, που οφείλονταν στην μείωση των επισκευών, αφού η παγκόσμια οικονομική κρίση επηρέασε και την παγκόσμια ναυτιλία, και οδήγησε σε κάθετη μείωση των επισκευών και στα Ναυπηγεία της ….

Επιπλέον, λόγω της οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια και η Χώρα μας, η οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρίας επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο τελευταία, αφού η έλλειψη χρηματοδοτήσεων από το τραπεζικό σύστημα και ταυτόχρονα η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου, οδήγησε το τελευταίο να δυσχεραίνεται να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει απέναντι στην εναγομένη, με συνέπεια αυτή να αδυνατεί να καλύψει τις δικές της υποχρεώσεις, τις οποίες είχε αναλάβει, απέναντι τρίτων προμηθευτών και των εργαζομένων της και να αδυνατεί από το 2011 και εντεύθεν να καταβάλει πλήρως και εμπροθέσμως τη μισθοδοσία του προσωπικού, που μέχρι τότε επί όλα τα έτη καταβαλλόταν σταθερά και εμπρόθεσμα.

Ότι ενόψει όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρίας δεν επαρκούσαν για να εξυπηρετούνται προσηκόντως οι υποχρεώσεις της, επομένως ελλόχευε άμεσος και επικείμενος κίνδυνος κατάρρευσης και οριστικής παύσης της λειτουργίας αυτής, κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η 402/2011 αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής (αρθρο 99 ΠτΚ), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 399/2011 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία αποφασίστηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής της εταιρίας και των πιστωτών της και διορίστηκε μεσολαβητής ο Τ.

Π., ο οποίος, συνέταξε σχετική έκθεση σύμφωνα με την οποία οι απαιτήσεις του συνόλου των πιστωτών με ημερομηνία 31/5/2012 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 112.088.247,07 ευρώ, που αναλύονται, σε σύνολο (Α/Τράπεζες) ποσό 65.514.796,56 ευρώ, σύνολο (Β/Ασφαλιστικά Ταμεία-Προσωπικό) ποσό 19.907.904,71 ευρώ, σύνολο (ΓΤΠρομηθευτές-Πιστωτές πολεμικών πλοίων) ποσό 18.889.718,11 ευρώ, σύνολο (Δ/Προμηθευτές-Πιστωτές) ποσό 3.775.827,69 ευρώ.

Ότι έπειτα υποβλήθηκε η από 11/7/2012 (αρ. κατ. 1430/2012) αίτηση της εναγομένης περί επικύρωσης συμφωνίας συνδιαλλαγής συνεκδικασθείσα με κύριες παρεμβάσεις εργαζομένων, μεταξύ αυτών και οι ενάγοντες, εκδοθείσας της υπ' αριθ. 529/2015 αποφάσεως δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση. Ότι επίσης αποδείχθηκε ότι δυνάμει αντιστοίχων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της εναγόμενης και ενός εκάστου των εναγόντων, αυτοί προσλήφθηκαν προκειμένου να παράσχουν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη και συγκεκριμένα ο Ν.

Β. την 1/1/2002 ως εργατοτεχνίτης-φλογοχειριστής, ο Α. Θ. την 15/4/1998 ως εφαρμοστής ελίκων, ο Σ. Κ. την 24/11/1997 ως μηχανικός παραγωγής-χειριστής Η/Υ, ο Σ. Κ. την 1/1/2002 ως ελασματουργός-συναρμολογητής, ο Ι. Μ. την 1/6/2000 ως υπεργοδηγός-σωληνουργός, η Ε. Μ. την 1/1/2002 ως ναυπηγός, ο Χ. Ν. την 3/11/1997 ως μανουβραδόρος, ο Α. Π. την 1-6-2000 ως πρακτικός μηχανικός, ο Ν.

Π. την 2/1/1998 ως ναυπηγός μηχανικός, ο Δ. Π. την 1/6/2004 ως ναυπηγός μηχανολόγος μηχανικός, ο Δ. Σ. την 30/10/1997 ως ελασματουργός-συναρμολογητής, ο Ι. Σ. την 24/3/1998 ως εφαρμοστής, ο Π. Τ. την 29/10/1997 ως σχεδιαστής και ο Μ. Τ. την 29/10/1997 ως εργαλειοδότης. Ότι η εναγομένη ήταν τακτική στις καταβολές των αποδοχών (μηνιαίου μισθού, επιδομάτων και δωροεπιταγών) όλων των εργαζομένων της, ωστόσο από τις αρχές του έτους 2011, περίπου, ότι άρχισε προοδευτικά να καθυστερεί σημαντικά τις πληρωμές, καταβάλλοντος στους ενάγοντες μέρος μόνο των δεδουλευμένων αποδοχών τους, ενώ, από το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους (2011) οι καταβολές αποδοχών τους ήταν πλέον μηδαμινές.

Ότι οι ενάγοντες επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκαν, προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, για την καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών τους, του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται παρακάτω για τον καθένα, που αποτελούσε μέσον βιοπορισμού των ιδίων και των οικογενειών τους και, εν συνεχεία, προέβησαν σε δηλώσεις επίσχεσης εργασίας, από τους αντίστοιχους χρόνους που αναφέρονται παρακάτω, επιδίδοντας αντιστοίχως τις σχετικές δηλώσεις επίσχεσης εργασίας στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης και στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας ….

Ότι ειδικότερα οι ενάγοντες διατηρούσαν αξιώσεις δεδουλευμένων, α) ο Ν. Β. από τον Ιανουάριο 2012 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 21/4/2012, β) ο Α.Θ. από τον Οκτώβριο 2011 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 19/3/2012, γ) ο Σ. Κ. από τον Νοέμβριο 2011 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 9/4/2012, δ) ο Σ. Κ. από τον Ιανουάριο 2012 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 21/4/2012, ε) ο Ι.

Μ. από τον Ιανουάριο 2012 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 20/4/2012, στ) η Ε. Μ. από τον Νοέμβριο 2011 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 24/2/2012, ζ) ο Χ. Ν. από τον Φεβρουάριο 2012 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 13/7/2012, η) ο Α. Π. από τον Φεβρουάριο 2012 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 13/3/2012, θ) ο Ν. Π. από τον Νοέμβριο 2011 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 29/8/2012, ι) ο Δ.

Π. από τον Ιούλιο 2011 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 9/3/2012, ία) ο Δ. Σ. από τον Νοέμβριο 2011 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 14/3/2012, ιβ) ο Ι. Σ. από τον Οκτώβριο 2011 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 19/3/2012, ιγ) ο Π. Τ. από τον Αύγουστο 2011 και σε επίσχεση προέβη 19/1/2012 και ιδ) ο Μ. Τ. από τον Ιανουάριο 2012 και σε επίσχεση εργασίας προέβη 20/4/2012.Ότι περαιτέρω μετά από διαπραγμάτευση μεταξύ της εναγομένης και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, που αφορούσε αναπροσαρμογή τιμήματος της συμβάσεως 001Β/2000 που είχε συναφθεί για την αποπεράτωση ναυπήγησης τριών (3) Πυραυλακάτων ΤΠΚ 05, 06, 07, επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών η από 15/4/2013 Συμφωνία Πλαίσιο, που κυρώθηκε με ν. 4151/2013 (ΦΕΚ Α-103) και το Τελικό Σχέδιο Τροποποίησης κυρώθηκε με ν. 4160/2013 (ΦΕΚ Α-142/12-6-2013), άρχισε πάλι το πρόγραμμα αποπεράτωσης ναυπήγησης και το Δημόσιο κατέβαλε στην εναγομένη ποσό 25.430.227,07 ευρώ.

Ότι μετά απ'αυτή την καταβολή η εναγομένη, η οποία προέβαινε κατά διαστήματα σε επιμέρους καταβολές των δεδουλευμένων σε αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόντων, προέβη, τους μήνες Μάιο και Ιούνιο 2013, σε ολοσχερή εξόφληση των πάσης φύσεως δεδουλευμένων αποδοχών τους, όπως αναφέρονται αναλυτικά στις προτάσεις της εναγομένης σε πρώτο και δεύτερο βαθμό και προκύπτει από το σύνολο των προσκομισθεισών αποδείξεων μεταξύ αυτών και η από 1/11/2013 βεβαίωση της ….

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ - Κατάστημα ….. Ότι συγκεκριμένα οι ενάγοντες έλαβαν σε εξόφληση δεδουλευμένων α) ο Ν. Β. (3/4/2012 έως 1/6/2013) ποσό 7.575 ευρώ, β) ο Α. Θ. (27/12/2011 έως 15/5/2013) ποσό 11.209 ευρώ, γ) ο Σ. Κ. (27/12/2011 έως 15/5/2013) ποσό 21.540 ευρώ, δ) ο Σ. Κ. (3/4/2012 έως 5/5/2013) ποσό 8.665 ευρώ, ε) ο Ι. Μ. (11/5/2012 έως 15/5/2013) ποσό 5.632 ευρώ, ενώ, σύμφωνα με προτάσεις εναγομένης, 7.314 ευρώ, στ) η Ε.

Μπουζαλά (27/12/2011 έως 15/5/2013) ποσό 9.125 ευρώ, ζ) ο Χ. Ν. (12/4/2012 έως 15/5/2013) ποσό 11.454 ευρώ, η) ο Α. Π. (27/12/2011 έως 15/5/2013) ποσό 18.537 ευρώ, θ) ο Δ. Π. (10/11/2011έως 11/6/2013) ποσό 49.897 ευρώ, ι) ο Δ. Σ. (27/12/2011 έως 15/5/2013) ποσό 11.111 ευρώ, ία) ο Ι. Σ. (27/12/2011 έως 15/5/2013) ποσό 13.493 ευρώ, ιβ) ο Π. Τ. (24/10/2011 έως 15/5/2013) ποσό 13.188 ευρώ, ενώ, σύμφωνα με προτάσεις εναγομένης, 15.228 ευρώ και ιγ) ο Μ.

Τ. (3/4/2012 έως 15/5/2013) ποσό 9.741 ευρώ. Ότι προκύπτει για τους Ι. Μ. και Π. Τ. υπάρχει ανεξόφλητο υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών που συνίσταται στη διαφορά, μεταξύ της ομολογημένης οφειλής που αναφέρει στις προτάσεις η εναγομένη για καθένα, και του καταβληθέντος αντίστοιχου ποσού και επομένως ότι η εναγομένη οφείλει ακόμα δεδουλευμένες αποδοχές, α] Στον Ι.

Μ. ποσό [7.314 - 5.632=] 1.682 ευρώ και β] στον Π. Τ. ποσό [15.228 - 13.188-] 2.040 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό εκάστου ενάγοντα, κατέστη εκ του νόμου απαιτητό. Ότι όσον αφορά το αιτούμενο για καθένα ποσό των 500 ευρώ (δωροεπιταγή Χριστουγέννων έτους 2011), εκ της επισκοπήσεως του περιεχομένου των ίδιων προτάσεων της εναγομένης, ουδεμία αναφορά καταβολής γίνεται για το εν λόγω κονδύλιο, συνεπώς, τούτο δεν συμπεριελήφθη στις εξοφληθείσες αποδοχές, οι οποίες διεξοδικώς αναφέρονται (μισθοί, επιδόματα, δώρα και τα αντίστοιχα ποσά) στις προτάσεις αυτές, για καθένα ενάγοντα.

Ότι δεν αποδείχθηκε ότι εξοφλήθηκε η εκ 500 ευρώ δωροεπιταγή Χριστουγέννων 2011, σε έκαστο των εναγόντων. Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίσχεση εργασίας των εναγόντων ασκήθηκε βάσει δικαιώματος, εφόσον είχαν ληξιπρόθεσμες αξιώσεις από εργατικές παροχές. Ότι από την πλευρά της η εναγομένη ήταν πάντα συνεπής στις συμφωνίες και υποχρεώσεις της από τις εργασιακές σχέσεις και ήταν αξιόπιστη και αξιόχρεη με όλους τους εργαζομένους της.

Ότι όμως από το έτος 2011 και εντεύθεν, η επιδείνωση των οικονομικών προβλημάτων, που ήδη αντιμετώπιζε εξαιτίας της γενικής οικονομικής κρίσης, που είχε πλήξει και τον τομέα της ναυτιλίας και οδήγησε σε κάθετη μείωση τις ναυπηγοεπισκευές, ήταν ραγδαία και συγκεκριμένα μειώθηκαν δραστικά τα έσοδα της λόγω εντελώς μειωμένης ζήτησης σε ναυπηγικές και επισκευαστικές εργασίες, με αποτέλεσμα, να μην δύναται να ανταποκριθεί στις πρωταρχικές, προς τους εργαζομένους, υποχρεώσεις της.

Ότι στις αρνητικές αυτές συγκυρίες η εναγόμενη επιδίωξε και επέλεξε να διατηρήσει την επιχείρησή της, επομένως, και τις μεγάλου αριθμού θέσεις εργασίας της επιχείρησής της, γεγονός που εξυπηρετεί την οικονομία και τους εργαζομένους της, αλλά και οδηγεί στη δημιουργία εισοδήματος με το οποίο διασφαλίζεται η ικανοποίηση των δανειστών.

Ότι για τον ίδιο λόγο, εξάλλου, κατέβαλε, από τα τέλη 2011 και, εντεύθεν συνεχείς προσπάθειες για να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς αυτούς, προβαίνοντας σε μερικές καταβολές δεδουλευμένων αποδοχών σ' όλους τους εργαζομένους της, σ' εκείνους που παρείχαν την εργασία τους στην επιχείρηση και στους ενάγοντες που βρίσκονταν σε επίσχεση.

Ότι οι καταβολές που γίνονταν ήταν ελάχιστες σε σύγκριση με τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες αυτών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός αποτελούσε μέσον βιοπορισμού τους. Ότι ωστόσο, δεν προέβη σε απολύσεις του προσωπικού, λύση πλέον συμφέρουσα από το να παραμένουν χωρίς να πληρώνονται οι εργαζόμενοι, στοιχείο που υποδηλώνει πράγματι επιδίωξη διατήρησης της επιχείρησης και των θέσεων εργασίας, βεβαίως με προφανή στάθμιση της οικονομικής δυσχέρειας, να καταβάλει τις νόμιμες αποζημιώσεις.

Ότι οι μερικές καταβολές των δεδουλευμένων αποδοχών συνεχίστηκαν το έτος 2012 έως Μάιο - Ιούνιο 2013 οπότε αμέσως μόλις έλαβε από το Δημόσιο χρήματα για την αποπεράτωση των τριών πυραυλακάτων, εξόφλησε ολοσχερώς τους ενάγοντες ως προς τις δεδουλευμένες αποδοχές τους. Ότι παρά ταύτα οι ενάγοντες μέχρι την συζήτηση (29/10/13) της αγωγής τους, συνέχιζαν την επίσχεση εργασίας, ζητώντας και μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης.

Ότι όπως ήδη προαναφέρθηκε, ενόψει των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, η εναγομένη υπέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αρ. 402/2011 αίτηση για να υπαχθεί σε διαδικασία συνδιαλλαγής και να ληφθούν προληπτικά μέτρα, η οποία συζητήθηκε και το ως άνω Δικαστήριο, με την 399/2011 απόφαση του, δέχθηκε την αίτηση και διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ωστόσο στη συνέχεια, κατόπιν κυρίων παρεμβάσεων των εναγόντων μαζί με άλλους εργαζομένους στη δίκη αυτή, απορρίφθηκε η αίτηση του ορισθέντος με την άνω απόφαση μεσολαβητή για επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής.

Ότι είναι προφανές ότι η εναγομένη, που βρισκόταν σε κατάσταση επαπειλούμενης παύσης πληρωμών (και όχι σε παύση πληρωμών), με τις παραπάνω ενέργειες της και συγκεκριμένα τόσο με την αίτησή της, τη στηριζόμενη στην ισχύουσα (τότε) διαδικασία συνδιαλλαγής, στην οποία μπορούν να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης οι εργατικές απαιτήσεις σε σύγκριση με άλλες, κατ' απόκλιση από την ίση μεταχείριση των πιστωτών, η οποία δεν ίσχυε στη διαδικασία συνδιαλλαγής, επεδίωξε και επέλεξε να μην πτωχεύσει, αλλά να διατηρήσει την επιχείρηση της, γεγονός που εξυπηρετεί την οικονομία και τους εργαζόμενους, αλλά και οδηγεί στη δημιουργία εισοδήματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ικανοποίηση των δανειστών.

Ότι για τον ίδιο λόγο κατέβαλε από την αρχή (του 2011) σημαντικές προσπάθειες για να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τους εργαζόμενους της, προβαίνοντας έστω και σε μερικές καταβολές αποδοχών τους και ότι όταν έλαβε από το Δημόσιο τα χρήματα για αποπεράτωση του πιο πάνω έργου ναυπήγησης (πυραυλακάτων) επέλεξε, ορθά, την εξόφληση οφειλών της και μάλιστα μεγάλων ποσών στους εργαζομένους της, στα έργα που είχε αναλάβει, προκειμένου αυτά να περαιωθούν και να μην καθυστερήσουν, εξοφλώντας τα δεδουλευμένα τους.

Ότι βάσει των προεκτεθέντων αποδεικνύεται ότι, οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας τους καταχρηστικά, καθότι αυτό υπερέβαινε τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι αφενός η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών τους, δεν οφειλόταν σε κακοβουλία και δυστροπία της εναγομένης, η οποία μέχρι και το έτος 2011 ήταν τακτική στις πληρωμές και αξιόπιστη απέναντί τους, αλλά σε υπαρκτή οικονομική αδυναμία λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της και αφετέρου ότι το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεων τους αφού η επιχείρηση βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους για προσήκουσα-εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων τους.

Ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η ένσταση καταχρηστικής άσκησης, που πρόβαλε παραδεκτά με δήλωση στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης η εναγόμενη, και την επαναφέρει με τις έγγραφες προτάσεις προς κρίση στον δεύτερο βαθμό, είναι παραδεκτή, νόμω και ουσία βάσιμη και οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τους αιτούμενους με την αγωγή τους μισθούς υπερημερίας με τα αναλογούντα δώρα και επιδόματα έως και Απρίλιο 2013.

Στην συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την ένσταση αυτή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων (ΑΚ 281), απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσής τους. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού αφενός μεν δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους των αναιρεσειόντων, και είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της άνω διατάξεως.

Ειδικότερα το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι: α) οι αναιρεσείοντες εργάζονταν στην αναιρεσείουσα εταιρία από το έτος 1997 οι 5 εξ αυτών, από το έτος 1998 οι 3 εξ αυτών, από το έτος 2000 οι 2 εξ αυτών, από το έτος 2002 οι 3 εξ αυτών και από το έτος 2004 ένας εξ αυτών, και ουδέποτε μέχρι τις αρχές του έτους 2011 είχε η τελευταία καθυστερήσει την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών τους, β) εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που άρχισε από το έτος 2006 άρχισε να παρουσιάζει ζημιογόνα αποτελέσματα, που οφείλονταν στη μείωση των επισκευών, αφού η παγκόσμια οικονομική κρίση επηρέασε και την παγκόσμια ναυτιλία, και οδήγησε σε κάθετη μείωση των επισκευών και στα ναυπηγεία της αναιρεσίβλητης, γ)εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια και η χώρα, η οικονομική κατάσταση της εναγομένης επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω τελευταία, αφού η έλλειψη χρηματοδοτήσεων από το τραπεζικό σύστημα και ταυτόχρονα η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου, οδήγησε το τελευταίο να δυσχεραίνεται να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις του απέναντι στην εναγομένη, με συνέπεια και η τελευταία να αδυνατεί να καλύψει τις δικές της υποχρεώσεις έναντι των τρίτων προμηθευτών της και των εργαζομένων της και να αδυνατεί από το 2011 και εντεύθεν να καταβάλλει τη μισθοδοσία του προσωπικού που μέχρι τότε καταβαλλόταν σταθερά και εμπρόθεσμα, δ) ότι εξ αιτίας όλων των ανωτέρω τα ταμειακά διαθέσιμα της αναιρεσίβλητης δεν επαρκούσαν για να εξυπηρετούνται προσηκόντως οι υποχρεώσεις της και επειδή ελόχευε άμεσος και επικείμενος κίνδυνος κατάρρευσης και οριστικής παύσης της λειτουργίας της, κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η με αριθμό ….2/2011 αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 399/2011 απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία αποφασίστηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής της εταιρίας και των πιστωτών της και διορίστηκε μεσολαβητής ο Τ.

Π., ε) ενώ το έτος 2007 εργάζονταν στην εναγομένη 900 περίπου εργαζόμενοι, κατά το έτος 2013 που ασκήθηκε η αγωγή συνεχίζει να απασχολεί 597 έργαζομένους σε μόνιμη βάση στ) μετά από διαπραγμάτευση μεταξύ της εναγομένης και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, που αφορούσε αναπροσαρμογή τιμήματος της συμβάσεως 001Β/2000 που είχε συναφθεί για την αποπεράτωση ναυπήγησης τριών πυραυλακάτων ΤΠΚ 05,06,07 άρχισε πάλι το πρόγραμμα αποπεράτωσης ναυπήγησης και το Δημόσιο κατέβαλε στην εναγομένη ποσό 25.430.227 ευρώ, άρχισε η τελευταία κατά διαστήματα σε επιμέρους καταβολές των δεδουλευμένων σε αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόντων, τους δε μήνες Μάϊο και Ιούνιο του 2013 προέβη σε ολοσχερή εξόφληση των πάσης φύσεως δεδουλευμένων αποδοχών τους, δικαιολογείται η σχετική κρίση της ότι η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως των εναγόντων ότι παρίσταται καταχρηστική ως υπερβαίνουσα τα αντικειμενικά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει με σαφήνεια τα εξής ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ως προς την καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως των εναγόντων περιστατικά, ήτοι 1) ότι η αναιρεσείοντες ειδοποίησαν την αναιρεσίβλητη για την πρόθεσή τους να ασκήσουν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας εξ αιτίας ληξιπροθέσμων αξιώσεων τους από εργατικές παροχές, 2 ) ότι η αναιρεσίβλητη ήταν αξιόχρεη και αξιόπιστη καθόσον μέχρι τις αρχές του έτους 2011 δεν καθυστερούσε τις αποδοχές του προσωπικού της, έκτοτε δε και μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ότι άρχισε να καθυστερεί σημαντικά τις πληρωμές, καταβάλλοντας μέρος μόνο των αποδοχών τους και ότι από τον Οκτώβριο και μετά ότι οι καταβολές ήσαν μηδαμινές, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που άρχισε το 2006, και που επιδεινώθηκε από την οικονομική κρίσης της Χώρας, που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση των εργασιών της και την οικονομική της δυσχέρεια να καλύψει τα έξοδα λειτουργίας της, 3) ότι καθυστερούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της και ότι το συνολικό χρέος της την 31-5-2012 ανερχόταν α)προς τις τράπεζες σε 65.514.796 ευρώ, β)προς τα ασφαλιστικά ταμεία και το προσωπικό σε 19.907.904 ευρώ, γ) προς τους προμηθευτές-πιστωτές πολεμικών πλοίων σε 18.889.718 ευρώ και δ) προς τους προμηθευτές-πιστωτές σε 3.775.827 ευρώ, 4) ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των ανωτέρω αναφερομένων αποδοχών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, αλλά σε δικαιολογημένη ταμειακή της δυσχέρεια και ότι δεν μπορούσε η αναιρεσίβλητη να είναι εμπρόθεσμη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της εξ αιτίας των οικονομικών αντιξοοτήτων που προήλθαν από την οικονομική κρίση που προαναφέρθηκε και δεν οφείλεται σε κακοβουλία και δυστροπία της και 5) ότι η στάση των εναγόντων να ασκήσουν το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεών τους, αφού η επιχείρηση βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους για εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων τους.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους επισημαίνεται η ευθεία παραβίαση της προαναφερομένης διάταξης και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης από μέρους των εναγόντων-αναιρεσειόντων είναι αβάσιμος.

3. Κατά τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο όχι μόνον η απόδειξη που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προσκομισθεί με επίκληση αλλά και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 881/2011) και περαιτέρω, θα πρέπει η λήψη ή η μη λήψη υπόψη να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 1409/2015, ΑΠ 1348/2013, ΑΠ 881/2011). Τέλος, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί της προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561) και συνεπώς είναι απαράδεκτος κάθε ισχυρισμός, που στηρίζει λόγο αναίρεσης κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου, ότι προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε (ΟλΑΠ 30/2002).

4. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη απόδειξη που δεν προσκομίστηκε και συγκεκριμένα την 529/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί της οποίας γίνεται λόγος στο 6ο φύλλο , δεύτερη σελίδα, στίχους 17-18 της προσβαλλομένης απόφασης.

Ο λόγος αυτός κατά το άνω μέρος του, ανεξάρτητα από την αοριστία του, που πηγάζει από την έλλειψη αναφοράς του ισχυρισμού στον οποίο αφορά το αποδεικτικό μέσο και της επίδρασης αυτού στο διατακτικό της απόφασης, είναι αβάσιμος, δεδομένου, ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και δη τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου και δη στη σελίδα 87 αυτών(Προσθήκη-αντίκρουση) οι ίδιοι προσκομίζουν και επικαλούνται την άνω απόφαση με την προσθήκη-αντίκρουσή τους(παραδεκτά εντός της προθεσμίας αντικρούσεων προς απόκρουση ισχυρισμού του αντιδίκου ΑΠ 387/1997).

Ειδικότερα οι εκκαλούντες-αναιρεσείοντες αναφέρουν στην άνω σελίδα επί λέξει "Επειδή παραδεκτώς προσκομίζουμε και επικαλούμαστε, προς αντίκρουση των προτάσεων, ενστάσεων και ισχυρισμών της αντιδίκου και των αποδεικτικών μέσων που αυτή προσκόμισε τα εξής αποδεικτικά μέσα: 143... 144.. 145... 146. Εκτύπωση από την συνδεδεμένη με το πληροφοριακό σύστημα του Πρωτοδικείου Αθηνών τράπεζα νομικών πληροφοριών ΔΣΑ Ισοκράτης, με τα στοιχεία της δημοσίευσης της υπ'αριθ. 529/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(Εκουσία) με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της αντιδίκου για επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής".

5. Με τον δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ επίσης, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη απόδειξη που δεν προσκομίστηκε και συγκεκριμένα την από 1-11-2013 βεβαίωση της τραπέζης … ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ-Κατάστημα ... Ο λόγος αυτός κατά το άνω μέρος του, ανεξάρτητα από την αοριστία του, που πηγάζει από την έλλειψη αναφοράς του ισχυρισμού στον οποίο αφορά το αποδεικτικό μέσο και της επίδρασης αυτού στο διατακτικό της απόφασης, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης καθώς και της έφεσης των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι δεν προέβαλλαν παράπονο με σχετικό λόγο έφεσής τους κατά της πρωτοβάθμιας με αριθμό 3279/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σχετικά με την παραδοχή της ότι οι δεδουλευμένες αποδοχές των εναγόντων καταβλήθηκαν στο σύνολό τους σ'αυτούς, και στις οποίες αναφέρεται η άνω απόδειξη, αλλά προβάλλουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας σχετικά με την παραδοχή της ότι αυτοί(ενάγοντες)άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους περί επισχέσεως εργασίας και επέκεινα κατά της απόρριψης του αιτήματός τους περί επιδικάσεως σ'αυτούς μισθών υπερημερίας του διαστήματος της επίσχεσης εργασίας τους.

6. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 β' ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νομίμως, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.

β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης.(Ολ. ΑΠ 911/2002, ΑΠ 1348/2013, ΑΠ 881/2011). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο κατά το τρίτο μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια επίσης από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νομίμως ενώπιόν του από την εκκαλούσα-εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη)και δη τα αριθμημένα με τους αριθμούς 6-8 και 13-43, 3α και 3β στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποδεικτικά στοιχεία(έγγραφα) καθώς και τα φερόμενα ως περιλαμβανόμενα στους υποφακέλους με λατινικούς αριθμούς Ι έως και V αποδεικτικά στοιχεία(επίσης έγγραφα).

Ο λόγος αυτός της αίτησης(δεύτερος λόγος κατά το τρίτο μέρος του) είναι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στη με στοιχεία 6 μείζονα σκέψη, αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν για την πληρότητα του λόγου αυτού, τους ισχυρισμούς για τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία(έγγραφα) που δεν προσκομίστηκαν νομίμως καθώς και την επίδραση που είχαν αυτά στο διατακτικό της απόφασης.

7. Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Για τη θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας.

Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006) και στ) να εκτίθενται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση(ΑΠ 1875/2006) δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου της 529/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεχόμενο το Εφετείο ότι η αίτηση της αναιρεσίβλητης περί επικύρωσης της συμφωνίας συνδιαλλαγής συνεκδικάστηκε με κύριες παρεμβάσεις των εναγόντων-αναιρεσειόντων και άλλων εργαζομένων, ενώ από το σώμα της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι η άνω αίτηση συνεκδικάστηκε με δύο κύριες παρεμβάσεις όχι όμως των αναιρεσειόντων.

Ο λόγος αυτός ανεξαρτήτως της αοριστίας του συνισταμένης προεχόντως στο ότι δεν διαλαμβάνεται στον αναιρετικό λόγο ότι η απόφαση αυτή πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση(ΑΠ 1875/2006) δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η επίσχεση εργασίας των αναιρεσειόντων είναι καταχρηστική, κατά κύριο λόγο στην απόφαση αυτή, αλλά απλώς την έχει συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει την απόφαση σχετικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Ειδικότερα από την επισκόπηση της προασβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε το πόρισμά του ότι το δικαίωμα των εναγόντων περί επισχέσεως εργασίας ασκήθηκε καταχρηστικά, στο γεγονός κυρίως ότι η αναιρεσίβλητη ήταν μέχρι τις αρχές του έτους 2011, αξιόπιστη και αξιόχρεη εργοδότρια και συνεπής μέχρι τότε στις υποχρεώσεις της και έναντι των εργαζομένων της, καθώς και ότι η καθυστέρηση της για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων οφείλεται σε απρόβλεπτες περιστάσεις και αντιξοότητες, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που άρχισε το 2006, και που επιδεινώθηκε από την οικονομική κρίσης της Χώρας, που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση των εργασιών της και την οικονομική της δυσχέρεια να καλύψει τα έξοδα λειτουργίας της.

Επίσης στήριξε το πόρισμά της και στο γεγονός ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των ανωτέρω αναφερομένων αποδοχών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, σε κακοβουλία και δυστροπία της, αλλά σε δικαιολογημένη ταμειακή της δυσχέρεια, συνεπεία της οποίας δεν μπορούσε η αναιρεσίβλητη να είναι εμπρόθεσμη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.

8. Σύμφωνα με τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση. Αναίρεση, με βάση το άρθρο 559 αρ.9 Κ.πολ.Δ δημιουργείται και όταν το εφετείο εκτιμώντας εσφαλμένα την αγωγή θεώρησε ότι ζητείται μικρότερο ποσό, το οποίο και επιδίκασε, ενώ εζητείτο μεγαλύτερο ποσό( ΑΠ 1140/1993).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζητήσεως (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ) στο δικονομικό μας δίκαιο. Για το παραδεκτό του ανωτέρω λόγου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ πρέπει ο αναιρεσείων να έχει προβάλει τον ισχυρισμό στον οποίο στηρίζεται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ` εξαίρεση, και αν δεν προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας, είναι παραδεκτός, αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός της αναίρεσης μπορεί να προβληθεί παραδεκτά για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αν το ελάττωμα της απόφασης δεν υπήρχε κατά το χρόνο της συζήτησης, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι τότε δικάζεται η έφεση του εναγομένου, δεν είχε εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και εξετάσει αίτηση που νομίμως είχε υποβάλει με την αγωγή του (ΑΠ 1061/2008).

9. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, και δη ότι άφησε αδίκαστη αίτηση όσον αφορά το αγωγικό κονδύλιο εκάστου από την δωροεπιταγή των 550 ευρώ των Χριστουγέννων 2011 κατά το τμήμα της των 50 ευρώ, δεδομένου ότι θεώρησε ότι με την αγωγή τους ζητούσαν για την αιτία αυτή μόνο 500 ευρώ και όχι 550 ευρώ που πράγματι ζητούσαν αυτοί.

Ειδικότερα σχετικά με τον λόγο αυτό από την επισκόπηση της κρινόμενης αγωγής, της πρωτοβάθμιας απόφασης καθώς και της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζητούσαν με την αγωγή τους για την αιτία αυτή το ποσό των 550 ευρώ ο καθένας τους. Η πρωτοβάθμια απόφαση επεδίκασε για την αιτία αυτή σε καθένα των εναγόντων το ποσό αυτό (550 ευρώ).

Μετά από έφεση με σχετικό παράπονο της εναγομένης σχετικά με την επιδίκαση του ποσού αυτού, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: " Ότι όσον αφορά το αιτούμενο για καθένα ποσό των 500 ευρώ (δωροεπιταγή Χριστουγέννων έτους 2011), εκ της επισκοπήσεως του περιεχομένου των ίδιων προτάσεων της εναγομένης, ουδεμία αναφορά καταβολής γίνεται για το εν λόγω κονδύλιο, συνεπώς, τούτο δεν συμπεριελήφθη στις εξοφληθείσες αποδοχές, οι οποίες διεξοδικώς αναφέρονται (μισθοί, επιδόματα, δώρα και τα αντίστοιχα ποσά) στις προτάσεις αυτές, για καθένα ενάγοντα.

Ακολούθως δεν αποδείχθηκε η ένσταση εξόφλησης της εναγομένης της εκ 500 ευρώ δωροεπιταγής Χριστουγέννων 2011, σε έκαστο των εναγόντων. Επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Στην συνέχεια το Εφετείο κάνοντας δεκτές ως κατ'ουσία βάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης και αναγνώρισε μεταξύ άλλων και την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ για την δωροεπιταγή Χριστουγέννων 2011.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω ο λόγος αυτός της αίτησης, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, καθόσον ενώ οι ενάγοντες με την αγωγή τους προσδιόρισαν το αιτούμενο ποσό σε 550 ευρώ για τον καθένα, και το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο ολόκληρο το κονδύλιο αυτό της αγωγής και επιδίκασε το αιτούμενο ποσό των 550 ευρώ σε καθένα ενάγοντα, το Εφετείο στην συνέχεια ενώ απέρριψε το σχετικό, με το επιδικασθέν αυτό κονδύλιο της αγωγής, παράπονο της έφεσης της εναγομένης, (και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση σχετικά με το επιδικασθέν αυτό κονδύλιο), ακολούθως αφού έκανε δεκτές τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, στο τέλος για το ενιαίο της εκτέλεσης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και επιδίκασε σε καθένα ενάγοντα για την αιτία αυτή 500 ευρώ στον καθένα.

Έτσι το αίτημα της αγωγής δεν εκδικάστηκε πλήρως, αλλά έμεινε αδίκαστο κατά το υπόλοιπο ποσό των 50 ευρώ για καθένα των εναγόντων, διότι εκ παραδρομής το Εφετείο θεώρησε ότι με την αγωγή ζητείτο το ποσό των 500 ευρώ για την αιτία αυτή, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε.

10.Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του τετάρτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εν μέρει, ήτοι κατά το μέρος που άφησε αδίκαστο, κατά το άνω ποσό των 50 ευρώ, το αγωγικό αίτημα εκάστου των αναιρεσειόντων που αφορά την Δωροεπιταγή Χριστουγέννων 2011 απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και μετά απ'αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης σχετικά με το κονδύλιο αυτό, ήτοι του τετάρτου λόγου και έκτου λόγου της αίτησης, ανεξαρτήτως του ότι ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων, ήτοι της αγωγής τους και της πρωτοβάθμιας απόφασης, είναι απαράδεκτος, διότι η αγωγή και η πρωτοβάθμια απόφαση δεν είναι έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, αλλά διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, κατά των οποίων δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης(ΑΠ 1007/2009,ΑΠ 300/2006).Πρέπει επίσης να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττημένη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. (άρθρ. 183, 176 του ΚΠολΔ).

.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25 Οκτωβρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.