1665/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4363/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24.10.2011 έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την από 5.11.2011 αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 4279/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε ως μη νόμιμη την από 17.9.2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης αναφορικά με τις επίδικες αξιώσεις της για αναγνώριση υποχρέωσης της αντιδίκου της να της καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση για απώλεια κερδών και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που της προκάλεσε με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, τα ποσά αντίστοιχα των 1.925.748 και 300.000 ευρώ, απέρριψε ακολούθως η εφετειακή απόφαση στην ουσία τις αξιώσεις αυτές, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία ως προς τις λοιπές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, που αφορούν οφειλόμενη σ' αυτή αμοιβή και κατάπτωση συμφωνημένων ποινικών ρητρών από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και αποκλειστικής συνεργασίας, ενώ απορρίφθηκε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντίθετη από 23.2.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας με αίτημα την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 12.134.600 ευρώ, αλλιώς των 6.374.400 ευρώ, ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε λόγω της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης ως προς την εκπλήρωση συμβατικής προς αυτή υποχρέωσής της.
Legislator headnote
AI generated1665/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), με αναιρεσείουσα την ενάγουσα (αλλά και εναγόμενη) εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε.", αφού ναι μεν την επωνυμία αυτή φέρει ήδη η εταιρεία που είχε προηγουμένως την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ INTERNET Α.Ε." (βλ. σχετική καταχώρηση στο υπ' αριθ. 3193/12.5.2010 Φ.Ε.Κ., τεύχος Α.Ε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1665 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1665/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την αρχική επωνυμία "ANTENNA TV Α.Ε" και ήδη με την επωνυμία "ANTENNA GROUP Α.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γρηγόριο Τιμαγένη και Γεώργιο Στεφανάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε Παραγωγής Kινηματογραφικών Ταινιών και Τηλεοπτικών Προγραμμάτων-Εργαστήρι Επεξεργασίας και Αναπαραγωγής Εικόνας και Ήχου", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ζωή Κωνσταντοπούλου και Ανδρέα Καλογερά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 23 Φεβρουαρίου 2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4279/2011οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4363/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4363/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24.10.2011 έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την από 5.11.2011 αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 4279/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε ως μη νόμιμη την από 17.9.2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης αναφορικά με τις επίδικες αξιώσεις της για αναγνώριση υποχρέωσης της αντιδίκου της να της καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση για απώλεια κερδών και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που της προκάλεσε με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, τα ποσά αντίστοιχα των 1.925.748 και 300.000 ευρώ, απέρριψε ακολούθως η εφετειακή απόφαση στην ουσία τις αξιώσεις αυτές, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία ως προς τις λοιπές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, που αφορούν οφειλόμενη σ' αυτή αμοιβή και κατάπτωση συμφωνημένων ποινικών ρητρών από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και αποκλειστικής συνεργασίας, ενώ απορρίφθηκε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντίθετη από 23.2.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας με αίτημα την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 12.134.600 ευρώ, αλλιώς των 6.374.400 ευρώ, ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε λόγω της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης ως προς την εκπλήρωση συμβατικής προς αυτή υποχρέωσής της.
Ειδικότερα στο πλαίσιο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης αφενός μεν υποχρεώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση η αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμοτόκως ως οφειλόμενη σ' αυτή αμοιβή και ως συμφωνημένες ποινικές ρήτρες από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και αποκλειστικής συνεργασίας τα ποσά των 747.000, 29.000 και 300.000 ευρώ, το πρώτο αυτών, που αφορά αμοιβή, υπό τον όρο της ταυτόχρονης παράδοσης από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα των με αριθμούς 17 έως και 25 επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", που παρήγαγε η αναιρεσίβλητη για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το επιπλέον ποσό των 150.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε αναφορικά με την τηλεοπτική περίοδο 2008 - 2009.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), με αναιρεσείουσα την ενάγουσα (αλλά και εναγόμενη) εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε.", αφού ναι μεν την επωνυμία αυτή φέρει ήδη η εταιρεία που είχε προηγουμένως την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ INTERNET Α.Ε." (βλ. σχετική καταχώρηση στο υπ' αριθ. 3193/12.5.2010 Φ.Ε.Κ., τεύχος Α.Ε.
και Ε.Π.Ε.) και η οποία δυνάμει του προσκομιζόμενου υπ' αριθ. .../22.3.2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παπαϊωάννου - Πολύζου απορρόφησε κατά τα άρθρ. 1 - 5 του ν. 2166/1993 τον αποσχισθέντα από την ενάγουσα εταιρεία κλάδο της επιχείρησης τηλεοπτικού σταθμού, όμως από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου σαφώς συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε από τη φέρουσα ήδη την επωνυμία ΑΝΤΕΝΝΑ TV εταιρεία, αλλά από την ενάγουσα εταιρεία, που φέρει ήδη την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ GROUP Α.Ε." (βλ.
σχετική καταχώρηση στο υπ' αριθ. 3199/12.5.2010 Φ.Ε.Κ., τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.).
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης δεν είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη, όπως η αναιρεσίβλητη εσφαλμένα υποστηρίζει, αλλά παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371 - 373 του ΑΚ (ΑΠ 682/2010, 883/2011).
Αντίθετα η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688 - 690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 183/2011).
Συνεπώς και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου, εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι ως διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου μέρους και σε καταβολή της αμοιβής (πρβλ. ΑΠ 1336/2008, 1480/2010). Κατά κανόνα όμως η εκτέλεση και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου δεν συνιστά απλή έλλειψη του όλου έργου, αλλά μη προσήκουσα προσφορά της οφειλόμενης παροχής του εργολάβου, την οποία ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί χωρίς να γίνει υπερήμερος δανειστής (άρθρ. 349 ΑΚ) και να ασκήσει στη συνέχεια τα δικαιώματά του από τις γενικές διατάξεις για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και αυτό της υπαναχώρησης από την όλη σύμβαση ή από το ανεκτέλεστο μέρος της κατά τις διατάξεις των άρθρ. 383 - 385 του ΑΚ, αν συντρέχει υπερημερία του εργολάβου, οπότε αναλόγως μπορεί να αξιώσει κατ' αυτού και εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρ. 387 ΑΚ, οφείλει, όμως, σε περίπτωση μερικής υπαναχώρησης από τη σύμβαση, να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε.
Μάλιστα ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση ακόμη και αν παρέλαβε το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε, εφόσον η παραλαβή έγινε με τη ρητή ή τη σιωπηρή επιφύλαξη ότι θα εκτελεσθεί και θα του παραδοθεί εμπρόθεσμα και το υπόλοιπο μέρος του συμφωνημένου έργου και έκτοτε δεν υπήρξε αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων.
Την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας κατά το άρθρ. 361 του ΑΚ οφείλει ο εργολάβος, που ενάγει για την καταβολή της αμοιβής του, να επικαλεσθεί και να αποδείξει κατ' αντένσταση στην ένσταση υπαναχώρησης του εργοδότη από την όλη σύμβαση. Εξ άλλου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
Όμως, εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρ. 688 - 690 του ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 762/2006).
Ειδικότερα με την καταγγελία της σύμβασης έργου από τον εργοδότη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματός του και για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται η από μέρους του προσφορά στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής του, δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη, με τη λύση της σύμβασης που η καταγγελία συνεπάγεται, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω κατ' ένσταση προτεινόμενοι λόγοι περιορισμού αυτής, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, την οποία αν δεν εκπληρώνει, δικαιούται ο εργοδότης να αρνηθεί τότε την πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής, προτείνοντας την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (ΑΠ 1617/2009, 1598/2011), οπότε η καταδίκη του στην καταβολή της εργολαβικής αμοιβής θα γίνει με τον όρο της ταυτόχρονης από τον εργολάβο εκπλήρωσης της αντιπαροχής του (άρθρ. 374 - 378 ΑΚ).
Διαφορετική από την καταγγελία του άρθρ. 700 ΑΚ είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρ. 686 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.
Με την υπαναχώρηση η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρ. 389§2 του ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.
Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ' αυτή κατά το άρθρ. 686 του ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρ. 383 - 385 του ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 233/2006).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/ 2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, 185/2004, 1503/2005, 832/2009, 574/2010).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, 574/ 2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993, 597/2005, 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, 1093/ 2011).
Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε." (ήδη αναιρεσίβλητη), που εδρεύει στο ..., έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών προγραμμάτων για λογαριασμό τρίτων, βασικός δε μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής είναι ο γνωστός σκηνοθέτης Μ.
Μ. ... Από το έτος 1999 η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε." (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία διατηρούσε επιχείρηση τηλεοπτικού σταθμού πανελλαδικής εμβέλειας, διαθέτοντας συγχρόνως και συνεργαζόμενους τηλεοπτικούς σταθμούς στην Κύπρο (ΑΝΤΕΝΝΑ Κύπρου), στις ΗΠΑ (ΑΝΤΕΝΝΑ SATELLITE) και στην Αυστραλία (ANTENNA PACIFIK) ..., ανέθετε συνεχώς κάθε έτος στην ενάγουσα την παραγωγή τηλεοπτικών σειρών ...
Την 19.1.2005 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας, με βάση την οποία η εναγομένη δέσμευσε την ενάγουσα και η τελευταία αποδέχθηκε να διαθέτει αποκλειστικά όλα τα μέσα και τις υπηρεσίες της για την παραγωγή τηλεοπτικών προγραμμάτων πάσης φύσεως, προοριζόμενων να μεταδοθούν από τον τηλεοπτικό σταθμό της ενάγουσας, εντός των χρονικών ορίων της σύμβασης, η οποία ορίστηκε πενταετής, αρχόμενη την 1.4.2005 και λήγουσα την 31.3.2010.
Το συμφωνηθέν έργο ορίστηκε να είναι η θέση στην αποκλειστική διάθεση της εναγομένης των μέσων και υπηρεσιών που είχε στην κυριότητά της ή στην εκμετάλλευσή της η ενάγουσα, ήτοι τηλεοπτικά συνεργεία, καλλιτεχνικό επιτελείο κλπ, προκειμένου η τελευταία να προέβαινε στην εκτέλεση παραγωγής τηλεοπτικών σειρών με τους ακόλουθους όρους:
Η ενάγουσα θα υπέβαλε κατ' έτος στην εναγομένη ..., οκτώ κατ' ελάχιστο όριο προτάσεις για τηλεοπτικές παραγωγές ..., από τις οποίες ο τηλεοπτικός σταθμός θα επέλεγε προς υλοποίηση κατά κανόνα δυο, προοριζόμενες να μεταδοθούν στην τηλεοπτική περίοδο του επόμενου έτους ... Επίσης συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα πρόβαλε σε πρώτη προβολή το παραγόμενο πρόγραμμα, με ρυθμό συχνότητας ένα επεισόδιο ανά εβδομάδα ..., ενώ διατήρησε το δικαίωμα να αλλάξει κατά την απόλυτα ελεύθερη κρίση της την ημέρα ή και την ώρα μετάδοσης του προγράμματος ή ακόμα και να ματαιώσει την προβολή ενός ή περισσότερων επεισοδίων, σε περίπτωση δε αναβολής προβολής επεισοδίου ή επεισοδίων για περισσότερο από τρεις συνεχόμενες εβδομάδες, εφόσον αυτή δεν θα οφειλόταν σε ανώτερη βία, το αντάλλαγμα, που θα δικαιούταν η ενάγουσα για κάθε επεισόδιο, θα καταβαλλόταν σύμφωνα με το οριζόμενο στη σύμβαση χρονοδιάγραμμα, με τη διαφορά ότι το χρονικό σημείο υπολογισμού της καταβολής θα ήταν η ματαιωθείσα προβολή.
Οι παραγωγές μπορούσαν να ήταν σειρές συνεχείας, αυτοτελείς ιστορίες ή μίνι σειρές, ο δε αριθμός των επεισοδίων για τη μία σειρά, που συμφωνήθηκε ότι θα σκηνοθετούσε ο βασικός μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Μ. Μ., με τον οποίο η εναγομένη είχε συνάψει την από 19.1.2005 ιδιαίτερη σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας σκηνοθέτη, διάρκειας ομοίως πέντε ετών και στη συνεργασία και τη φήμη του οποίου απέβλεπε, ορίστηκε ότι θα ήταν 30 επεισόδια, ενώ για τη δεύτερη σειρά τουλάχιστον 20 επεισόδια.
Το κοστολόγιο κάθε τηλεοπτικής παραγωγής, καθώς και οι συγκεκριμένοι όροι παραγωγής και εκτέλεσης κάθε μιας από αυτές θα αποτελούσαν κάθε φορά αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, με βάση επιμέρους εκτελεστικές της βασικής συμβάσεις για κάθε τηλεοπτική παραγωγή ... Έτσι η εκ μέρους της ενάγουσας υποχρέωσης παράδοσης των τηλεοπτικών επεισοδίων που θα παρήγαγε, θα λάμβανε χώρα κατά τους ειδικότερους όρους των επιμέρους συμβάσεων (παραρτημάτων) που θα καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων ανά τηλεοπτική περίοδο, η δε από 19.1.2005 σύμβαση - πλαίσιο πρόβλεπε για το θέμα αυτό τα ακόλουθα: (1) Όρος 4.15 "H παράδοση των επεισοδίων θα θεωρείται προσήκουσα, εφόσον ο ΑΝΤΕΝΝΑ δεν ειδοποιήσει μετά τον έλεγχο καταλληλότητας, εντός πέντε εργάσιμων ημερών τον παραγωγό (ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε.) ότι το παραδοθέν επεισόδιο δεν πληροί τις συμφωνηθείσες προϋποθέσεις και τις συνομολογηθείσες ιδιότητες και προδιαγραφές ...". (2) Όρος 4.16 "Η ακριβόχρονος και προσήκουσα, σύμφωνα με τις τεχνικές και καλλιτεχνικές προδιαγραφές, παράδοση των επεισοδίων ρητώς συμφωνείται ότι αποτελεί ουσιώδη όρο της παρούσης συμβάσεως, εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας ...". (3) Όρος 4.17 "Σε περίπτωση υπερημερίας του παραγωγού περί την παράδοση των επεισοδίων για οποιονδήποτε λόγο θα δικαιούται μετά πάροδο 5 ημερών ο ΑΝΤΕΝΝΑ να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση ή και να ζητήσει την υπέρ αυτού κατάπτωση ως εύλογης, δίκαιης, συμπεφωνημένης και στο προσήκον μέτρο ποινικής ρήτρας το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί για κάθε ημέρα καθυστέρησης στο 20% του ποσού που δικαιούται ο παραγωγός για κάθε επεισόδιο ...
Η ημέρα παράδοσης κάθε επεισοδίου θα αποδεικνύεται μόνο με ενυπόγραφο πρωτόκολλο παραλαβής του αρμόδιου τμήματος ταινιών του ΑΝΤΕΝΝΑ ...". (4) Όρος 4.18 "Για όλα τα επεισόδια θα διενεργείται εντός 5 ημερών από την παράδοσή τους έλεγχος καταλληλότητας ... Μετά τον έλεγχο ο ΑΝΤΕΝΝΑ δύναται είτε να αποδέχεται τα επεισόδια είτε να τα επιστρέφει με ανάλογες οδηγίες διορθώσεώς τους".
Εξ άλλου, όσον αφορά το χρόνο καταβολής της αμοιβής της εργολάβου η ως άνω σύμβαση, στον όρο 4.22 αυτής, πρόβλεπε τα ακόλουθα: (α) Η αξία των τελευταίων δυο επεισοδίων θα καταβαλλόταν προκαταβολικά με την υπογραφή του προσαρτήματος (επιμέρους σύμβασης), (β) Η αξία ενός επεισοδίου θα καταβαλλόταν το μήνα Οκτώβριο, (γ) Η αξία ενός επεισοδίου θα καταβαλλόταν το μήνα Νοέμβριο, (δ) Η αξία ενός επεισοδίου θα καταβαλλόταν το μήνα Δεκέμβριο και (ε) Η αξία των υπόλοιπων επεισοδίων θα καταβαλλόταν σε 4 μήνες από την προβολή τους.
Επίσης στην ίδια πιο πάνω από 19.1.2005 σύμβαση η εναγομένη εγγυήθηκε στην ενάγουσα την ανάθεση και πραγματοποίηση παραγωγής ενός ελάχιστου αριθμού 30 επεισοδίων, εφόσον τη σειρά θα σκηνοθετούσε ο Μ. Μ. και 20 επεισοδίων, εφόσον τη σειρά θα σκηνοθετούσε τρίτος σκηνοθέτης. Σε περίπτωση δε μη αναθέσεως ουδεμίας παραγωγής η εναγομένη είχε υποχρέωση καταβολής ποσού 150.000 ευρώ ετησίως για κάθε σειρά και σε περίπτωση διακοπής ή κατ' άλλο τρόπο περιορισμού των επεισοδίων σε αριθμό μικρότερο των 50 επεισοδίων είχε υποχρέωση καταβολής ποσού 5.800 ευρώ ανά επεισόδιο επί της διαφοράς των επεισοδίων, λόγω αποζημιώσεως του παραγωγού για την αποκλειστική του δέσμευση, ποσό που θα καταβαλλόταν σε πέντε ισόποσες δόσεις στη διάρκεια της τηλεοπτικής περιόδου (Οκτώβριος - Ιούνιος) του έτους που δεν υλοποιήθηκαν οι παραγωγές και σε περίπτωση μειωμένων επεισοδίων (αριθμός κατώτερος των 30 ή 20 αναλόγως τη σειρά) θα καταβαλλόταν σε 5 μήνες από το τέλος (Ιούνιος) της αντίστοιχης τηλεοπτικής σειράς.
Τέλος, σχετικά με τη λύση της πιο πάνω σύμβασης, ρητά προβλέφτηκε ότι αυτή θα λύνεται αυτοδικαίως για αμφότερα τα μέρη και χωρίς καμία διατύπωση με τη λήξη της συμβατικής περιόδου, ενώ πριν από την πάροδο του συμβατικού χρόνου η σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί και από τα δυο μέρη μόνο ένεκα σημαντικού λόγου, κατά τα οριζόμενα στον ΑΚ, ενώ και κάθε παράβαση οποιουδήποτε όρου αυτής παρείχε επίσης το δικαίωμα καταγγελίας της στα συμβαλλόμενα μέρη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά από την αρμονική συνεργασία των διαδίκων κατά τις τηλεοπτικές περιόδους 2005 - 2006 και 2006 - 2007 καταρτίστηκε μεταξύ αυτών, σε εκτέλεση της από 19.1.2005 βασικής σύμβασης, η από 10.8.2007 επιμέρους σύμβαση έργου (προσάρτημα στη βασική σύμβαση), δυνάμει της οποίας προσδιορίστηκε για την τηλεοπτική περίοδο 2007 - 2008 η μια εκ των δυο προβλεπόμενων στη βασική σύμβαση τηλεοπτική παραγωγή προς εκτέλεση.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, να εκτελέσει η ενάγουσα για λογαριασμό της εναγομένης την παραγωγή της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", διάρκειας 30 επεισοδίων, με δικαίωμα παράτασης εκ μέρους της εργοδότριας για όσα επιπλέον επεισόδια θα απαιτούνταν για τη μετάδοση της σειράς μέχρι την 30 Ιουνίου 2008, με διάρκεια κάθε επεισοδίου 45 λεπτών ...
Η εργολαβική αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε στο ποσό των 78.000 ευρώ ανά επεισόδιο για τα πρώτα 13 επεισόδια (από 1 - 13), σε 88.000 ευρώ για τα επόμενα 13 επεισόδια (από 14 - 26) και σε 83.000 ευρώ για τα επόμενα 4 επεισόδια (27 - 30), ο δε μέσος όρος της εργολαβικής αμοιβής συμφωνήθηκε στο ποσό των 83.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ... Σχετικά δε με την πληρωμή αυτής συμφωνήθηκε να καταβάλλεται όπως προβλεπόταν στην από 19.1.2005 σύμβαση ...
Τέλος η παράδοση των επεισοδίων για προβολή θα γινόταν, κατά τα συμφωνηθέντα, ως ακολούθως: Το πρώτο επεισόδιο θα παραδινόταν την 15.9.2007 και στη συνέχεια ο ρυθμός παράδοσης θα ήταν τέτοιος, ώστε κατά την προβολή κάθε επεισοδίου να υπήρχαν πάντοτε ως απόθεμα δυο επεισόδια, ενώ κατά τα λοιπά, σχετικά με την παραγωγή, θα ίσχυαν όλοι οι όροι και οι συμφωνίες της από 19.1.2005 σύμβασης - πλαισίου.
Την 8.2.2008 και ενώ η ενάγουσα είχε παραδώσει στην εναγομένη τα 14 από τα 30 επεισόδια της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", τα οποία και είχαν προβληθεί, η τελευταία δια του υπεύθυνου του Τμήματος Μυθοπλασίας αυτής Σ. Σ. ανακοίνωσε προφορικά στην ενάγουσα την απόφασή της να ολοκληρωθεί η σειρά σε 28 αντί των 30 επεισοδίων. Η ενάγουσα, ενεργώντας καλόπιστα, δρομολόγησε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες, ώστε να ολοκληρωθεί η σειρά σε 28 επεισόδια ...
Την 13.2.2008 και ενώ η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει την παραγωγή 25 επεισοδίων, η εναγομένη δια του διευθυντή του σταθμού Ι. Λ. της ανακοίνωσε προφορικά τη νέα απόφασή της να διακοπεί η προβολή της σειράς, ενώ την 22.2.2008, με επιστολή του προαναφερθέντος Σ. Σ. επιβεβαίωσε και εγγράφως στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας την πιο πάνω απόφασή της, ανακοινώνοντας τη διακοπή της προβολής της σειράς στο 16ο επεισόδιο και τη διακοπή των γυρισμάτων ήδη από 13.2.2008.
Η ως άνω από 13.2.2008 δήλωση της εναγομένης αποτελεί καταγγελία, κατ' άρθρ. 700 ΑΚ, της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων από 10.8.2007 επιμέρους σύμβασης έργου και είχε ως αποτέλεσμα τη λύση αυτής για το μέλλον και την απαλλαγή των μερών από την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους, που δεν είχαν εκπληρώσει μέχρι την καταγγελία, πλην της υποχρεώσεως της μεν εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνημένη αμοιβή της, της δε τελευταίας να παραδώσει στην πρώτη το εκτελεσθέν από αυτή τμήμα του έργου, ήτοι τα εννέα παραχθέντα μετά το 16ο επεισόδια (17 - 25) της τηλεοπτικής σειρά "Ο ΦΑΡΟΣ".
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν στην από 19.1.2005 σύμβαση - πλαίσιο των διαδίκων και στον όρο 3 αυτής προβλέπεται, μεταξύ άλλων, όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα της εναγομένης να ματαιώσει την προβολή ενός ή περισσότερων επεισοδίων της σειράς, πλην όμως η δήλωση της τελευταίας περί διακοπής προβολής ολόκληρης της σειράς αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καταγγελία της επιμέρους σύμβασης έργου, σύμφωνα με το άρθρ. 700 ΑΚ και όχι για σπουδαίο λόγο, όπως διατείνεται η εναγομένη, αφού μάλιστα καταγγελία για σπουδαίο λόγο προβλέπεται μόνο στον όρο 5 της από 19.1.2005 σύμβασης - πλαισίου σχετικά με τη λύση αυτής πριν από την πάροδο του συμβατικού χρόνου της.
Άλλωστε η ως άνω καταγγελία έγινε σε κάθε περίπτωση χωρίς την επίκληση από την εναγομένη οποιουδήποτε λόγου, αλλά ούτε και αφορούσε το πρόσωπο της ενάγουσας, αφού τα αίτιά της ανάγονταν στην οικονομοτεχνική πολιτική της εναγομένης, στη χαμηλή τηλεθέαση της εκπομπής και στο αντίστοιχο χαμηλό διαφημιστικό έσοδο, όπως η ίδια η εναγομένη ισχυρίζεται, ήτοι υπαγορεύτηκε κατ' αυτήν από λόγους που εμπίπτουν στη δική της επιχειρηματική σφαίρα εξουσίας και εξυπηρετούσαν το δικό της επιχειρηματικό συμφέρον.
Μετά την καταγγελία της από 10.8.2007 σύμβασης έργου από την εναγομένη, η ενάγουσα προέβη, δια του νομίμου αντιπροσώπου της, στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της, ώστε να της καταβληθούν τα οφειλόμενα και να ολοκληρωθεί κατά κάποιο τρόπο η προβολή της τηλεοπτικής σειράς, ενώ η εναγομένη επιδίωξε την επαναδιαπραγμάτευση των οικονομικών όρων της σύμβασης με πλέον συμφέροντες γι' αυτήν όρους, προτείνοντας συνολική ρύθμιση της διαφοράς των διαδίκων και τον περιορισμό του τοπικού εύρους της άδειας για τα εναπομείναντα επεισόδια, προκειμένου αυτά να προβάλλονταν μόνο στο εξωτερικό και σε συνεργαζόμενους με αυτήν εκεί σταθμούς, με ταυτόχρονη μείωση της οφειλόμενης αμοιβής.
Οι προσπάθειες όμως αυτές των διαδίκων δεν τελεσφόρησαν. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι η εναγομένη δεν είχε αναθέσει στην ενάγουσα ούτε την παραγωγή της προβλεφθείσας με την από 19.1.2005 σύμβαση τηλεοπτικής σειράς των 20 επεισοδίων κατά την αυτή τηλεοπτική περίοδο 2007 - 2008 και δεν είχε καταβάλει σ' αυτήν τη συμφωνημένη αμοιβή της για τα παραχθέντα εννέα επεισόδια της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", ποσού 747.000 (83.000 € Χ 9) ευρώ (με ταυτόχρονη παράδοση από την ενάγουσα στην εναγομένη των παραχθέντων ως άνω 9 επεισοδίων), ενώ ακόμη της όφειλε και την αποζημίωση για τα μη παραχθέντα 5 επεισόδια της ίδιας σειράς, αυτή, δηλαδή η ενάγουσα, με την από 22.12.2008 εξώδικη όχλησή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 30.12.2008, ζήτησε απ' αυτήν την καταβολή όλων των παραπάνω ποσών.
Εν τέλει και καθώς η συνεργασία των διαδίκων είχε ατονήσει, αφού η εναγομένη δεν είχε αναθέσει στην ενάγουσα την παραγωγή καμίας σειράς κατά την τηλεοπτική περίοδο 2008 - 2009, όπως είχε συμφωνηθεί, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Μ. Μ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμβληθεί και ο ίδιος με ιδιαίτερη σύμβαση με την εναγομένη, απέστειλε ατομικά προς αυτήν την από 2.2.2009 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωσή του, η οποία της επιδόθηκε στις 3.2.2009 και με την οποία της δήλωσε τα ακόλουθα: "Σας δηλώνω, με τη ρητή επιφύλαξη παντός εν γένει δικαιώματός μου: (1) Ότι η επί ένα ολόκληρο έτος άρνησή σας να εκτελέσετε την μεταξύ μας σύμβαση και να εξοφλήσετε τις προς εμένα υποχρεώσεις σας, μου δημιουργεί την ακλόνητη πεποίθηση, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι έχετε εν τοις πράγμασιν και σιωπηρώς καταγγείλει τη μεταξύ μας σύμβαση και θεωρώ, επομένως, ότι από τούδε αποδεσμεύομαι από κάθε συμβατική υποχρέωση που απορρέει από τη μεταξύ μας από 19.1.2005 σύμβαση. (2) Ότι σε κάθε περίπτωση και επικουρικώς, νομιμοποιούμαι να ασκήσω το δικαίωμα υπαναχώρησής μου από τη μεταξύ μας σύμβαση για το τελευταίο συμβατικό έτος (2009 - 2010), λόγω της υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς σας, όπως αυτή περιγράφεται στην από 22.12.2008 εξώδικό μου ...".
Η εναγομένη, σε απάντηση της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης του Μ. Μ., απέστειλε σ' αυτόν ατομικά το από 4.3.2009 έγγραφό της, που επιδόθηκε σ' αυτόν αυθημερόν, με το οποίο, αφού αρνήθηκε ότι η μέχρι τότε συμπεριφορά της ήταν αντισυμβατική και ότι συνιστούσε σιωπηρή καταγγελία της από 19.1.2005 καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης ...
και ότι επομένως δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν την εκ μέρους του υπαναχώρηση από τη σύμβασή τους, του δήλωσε ότι λόγω της κακόπιστης συμπεριφοράς του και του ανεπανόρθωτου κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων καταγγέλλει για σπουδαίο λόγο πλέον η ίδια την από 19.1.2005 σύμβασή τους αποκλειστικής συνεργασίας σκηνοθέτη.
Επίσης η εναγομένη απέστειλε και προς την ενάγουσα το με την ίδια ημερομηνία (4.3.2009) έγγραφο, το οποίο έφερε τον τίτλο "εξώδικη απάντηση - καταγγελία", που επιδόθηκε αυθημερόν σ' αυτή και με το οποίο, αφού γινόταν επίκληση της λήξης της αλληλένδετης από 19.1.2005 σύμβασης με τον Μ. Μ. (λόγω της γενόμενης εκ μέρους της καταγγελίας), στη συνέχεια κατήγγειλε και την καταρτισθείσα με την ενάγουσα από 19.1.2005 σύμβαση, λόγω σπουδαίου λόγου, επικαλούμενη ότι η ως άνω σύμβασή τους καταρτίστηκε με δεδομένη την αποκλειστική παροχή των υπηρεσιών του Μ.
Μ. και ότι η αποκλειστικότητα των υπηρεσιών της ενάγουσας, χωρίς την ταυτόχρονη παροχή των υπηρεσιών αυτού, δεν είχε κανένα απολύτως νόημα ... Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου, για την καταγγελία της από 19.1.2005 σύμβασης ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος, με συνέπεια αυτή να μην επιφέρει ...
τη λύση της σύμβασης για το μέλλον. Ειδικότερα, ναι μεν η εναγομένη κατά την κατάρτιση της ως άνω ένδικης από 19.1.2005 σύμβασής της με την ενάγουσα είχε αποβλέψει στην παροχή των υπηρεσιών του Μ. Μ. ..., όμως με δική της πρωτοβουλία κατήγγειλε την ιδιαίτερη σύμβαση που είχε μ' αυτόν συνάψει ..., επικαλούμενη, μάλιστα, αβάσιμα, κακόπιστη συμπεριφορά του, ενώ τέτοια δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε.
Αντίθετα οι λόγοι κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και του ως άνω σκηνοθέτη ανάγονταν στην άρνησή της να καταβάλει τα οφειλόμενα σ' αυτόν και στην ενάγουσα εταιρεία ..., καθώς και να συνεχίσει τη συνεργασία τους μ' αυτούς ..., ήτοι σε αίτια αναγόμενα αποκλειστικά στη σφαίρα εξουσίας της, με αποτέλεσμα η καταγγελία της μεταξύ αυτής και του ως άνω σκηνοθέτη σύμβασης να μην μπορεί με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να θεμελιώσει στη συνέχεια σπουδαίο λόγο καταγγελίας της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβασης και μάλιστα σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα συνεργασίας της ενάγουσας με άλλες τηλεοπτικές επιχειρήσεις, αφού είχαν ήδη κλείσει οι σχετικές συνεργασίες, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν μια αυτοτελής σύμβαση, η δε ενάγουσα ήταν σε κάθε περίπτωση μια αξιόπιστη και κερδοφόρα εταιρεία, ικανή να ανταποκριθεί στο έργο παραγωγής που είχε αναλάβει.
Εξ άλλου, σύμφωνα με την από 10.8.2007 μεταξύ των διαδίκων επιμέρους σύμβαση έργου, η ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. είχε την υποχρέωση να παραδώσει στην ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε. το πρώτο επεισόδιο της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ" στις 15.9.2007 και στη συνέχεια ο ρυθμός των παραδόσεων θα ήταν τέτοιος, ώστε κατά την προβολή κάθε επεισοδίου να υπήρχαν πάντοτε ως απόθεμα δυο επεισόδια.
Ο σχετικός όμως όρος της από 10.8.2007 σύμβασης ... είναι προφανές ότι αφορούσε τον τρόπο και τον χρόνο παραδόσεως των επεισοδίων προς προβολή, ενόσω η σύμβαση αυτή ήταν σε ισχύ και όχι σε περίπτωση λύσης αυτής με καταγγελία, όπως εν προκειμένω, οπότε τα μέρη είχαν αμοιβαία υποχρέωση σε ταυτόχρονη εκπλήρωση των παροχών τους κατά το άρθρ. 374 ΑΚ, ήτοι η μεν εναγομένη (εργοδότρια) να καταβάλει στην ενάγουσα (εργολάβο) ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή της, η δε τελευταία να παραδώσει στην εργοδότρια το εκτελεσθέν τμήμα του έργου, δηλαδή τα παραχθέντα από αυτή εννέα επεισόδια της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", αφού δεν υπήρχε πλέον υποχρέωση προεκπλήρωσης από την εργολάβο της παροχής που τη βάρυνε.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, μετά την καταγγελία της από 10.8.2007 επιμέρους σύμβασης έργου από την εναγομένη ακολούθησαν πολλές προσπάθειες για μια συνολική συμβιβαστική διευθέτηση των μεταξύ των διαδίκων διαφορών ... Κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές είχε γίνει πρόταση από την εναγομένη, μεταξύ άλλων, να περιοριστεί η αμοιβή της ενάγουσας στο ποσό των 50.000 ευρώ ανά επεισόδιο για τα εννέα επεισόδια της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ" που είχαν παραχθεί, αλλά δεν είχαν προβληθεί, έτσι ώστε τα επεισόδια αυτά να προβάλλονταν πλέον στο εξωτερικό.
Μάλιστα καταρτίστηκε και σχέδιο πρόσθετης πράξης που αφορούσε την από 10.8.2007 σύμβαση, πλην αυτή ουδέποτε υπεγράφη, εξαιτίας κυρίως της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης ... Κατά το στάδιο αυτό των διαπραγματεύσεων ουδόλως προέκυψε ότι ετέθη θέμα παραδόσεως των ως άνω εννέα επεισοδίων ούτε υπήρξε έγγραφη προς τούτο όχληση της εναγομένης, αφού εκκρεμούσε το θέμα της ρυθμίσεως της οφειλής για την παραγωγή αυτών ...
Για πρώτη φορά με την από 4.3.2009 εξώδικη απάντηση - καταγγελία η εναγομένη ..., επικαλούμενη αβάσιμα ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση προεκπλήρωσης της έναντι αυτής παροχής της, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να της παραδώσει τα ως άνω εννέα επεισόδια ... και ότι ουδεμία επομένως ληξιπρόθεσμη σε βάρος της υποχρέωση καταβολής αμοιβής στην ενάγουσα αναγνώριζε ...
Μετά από αυτά η ενάγουσα, με την από 12.3.2009 εξώδικη απάντηση - δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 16.3.2009, αφού αρνήθηκε ότι υπήρχε μεταξύ τους τροποποιητική της αρχικής έγγραφη συμφωνία, κάλεσε την εναγομένη να παραλάβει τα αποστελλόμενα με το υπ' αριθ. 539/9.3.2009 δελτίο αποστολής εννέα ως άνω επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", δηλώνοντας σ' αυτή ότι ουδέποτε ετέθη θέμα παράδοσης ή μη αυτών, αφού υπήρχε και εξακολουθούσε να υπάρχει ρητή άρνησή της να καταβάλει την αντίστοιχη γι' αυτά αμοιβή.
Στη συνέχεια η εναγομένη, με την από 20.3.2009 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 23.3.2009, αφού της ανακοίνωσε ότι η παράδοση των εννέα επεισοδίων θα εθεωρείτο προσήκουσα, εν όψει της σημαντικής καθυστέρησης προς παράδοσή τους, μόνον υπό τον όρο ότι η τελευταία θα αποδεχόταν τις προτάσεις της για συνολική ρύθμιση των διαφορών τους, γεγονός όμως που δεν συνέβη, γι' αυτό στη συνέχεια της δήλωσε ότι δεν θεωρεί προσήκουσα την εκ μέρους της προσφορά των εννέα επεισοδίων, τα οποία και δεν παρέλαβε, αποκρούοντας την προσφορά τους.
Ακολούθως, την 22.2.2010, επέδωσε στην ενάγουσα την από 16.2.2010 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, αφού ισχυρίστηκε ότι η τελευταία τελούσε σε υπερημερία ως προς την παράδοση των ως άνω εννέα επεισοδίων, της δήλωσε ότι αποκρούει οριστικώς την παροχή τους και ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση κατά το ανεκτέλεστο αυτό μέρος της.
Με βάση όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγομένη ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε. το πρώτον με την από 4.3.3009 εξώδικη απάντηση - καταγγελία ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. αρνήθηκε να της παραδώσει τα προαναφερθέντα εννέα επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ" και αβάσιμα ισχυρίστηκε ότι είχε επέλθει συμφωνία μεταξύ τους για καταβολή ποσού 50.000 ευρώ για κάθε ένα από τα ως άνω επεισόδια ...
Έτσι, αφού στη συνέχεια η ενάγουσα προσέφερε πράγματι προσηκόντως στην εναγομένη, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα ως άνω εννέα επεισόδια, τα οποία η τελευταία αρνήθηκε να τα παραλάβει, υποστηρίζοντας αβάσιμα ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην παράδοσή τους και ότι δεν θεωρούσε προσήκουσα την προσφορά τους, αφού η ενάγουσα δεν αποδεχόταν τη συνολική ρύθμιση των μεταξύ τους διαφορών, περιήλθε (η εναγομένη) σε υπερημερία, ενώ αναφορικά με τη μεταγενέστερη υπαναχώρηση της εναγομένης από το ανεκτέλεστο μέρος της από 10.8.2007 σύμβασής τους, με την οποία, όπως αυτή ισχυρίζεται, επήλθε απόσβεση της υποχρέωσής της να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνημένη αμοιβή για τα ως άνω εννέα επεισόδια, πέραν του ότι η ενάγουσα δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την παράδοση των επεισοδίων αυτών, αυτή (υπαναχώρηση) δεν στηρίζεται στο νόμο, αφού η γενόμενη προηγουμένως καταγγελία της αυτής συμβάσεως από την εναγομένη δεν της παρείχε πλέον τέτοιο δικαίωμα".
Συνακόλουθα δέχθηκε το Εφετείο ότι "η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 747.000 ευρώ ως συμφωνημένη αμοιβή της τελευταίας για την παραγωγή των προαναφερθέντων εννέα επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", το ως άνω όμως ποσό η εναγομένη πρέπει να το καταβάλει στην ενάγουσα υπό τον όρο της ταυτόχρονης παράδοσης σ' αυτή εκ μέρους της ενάγουσας των παραχθέντων επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", σύμφωνα με την ένσταση του άρθρ. 374 ΑΚ, που πρόβαλε νόμιμα η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από την προβολή μάλιστα της οποίας συνάγεται σιωπηρά ότι αυτή αποδέχεται πλέον την προσφορά τους".
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα και το ποσό των 29.000 ευρώ, το οποίο αφορά την αμοιβή της για τα μη παραχθέντα υπόλοιπα πέντε επεισόδια της ίδιας τηλεοπτικής σειράς (5.800 € Χ 5), καθώς και το ποσό των 150.000 ευρώ ως κατ' αποκοπή αποζημίωση για τη μη ανάθεση στην ενάγουσα παραγωγής για την τηλεοπτική περίοδο 2008 - 2009 και επίσης το ποσό των 300.000 ευρώ για την ίδια αιτία, όσον αφορά την τηλεοπτική περίοδο 2009 - 2010.
Εξ άλλου, εφόσον η ενάγουσα ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. δεν περιήλθε σε υπερημερία περί την παράδοση των επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", δεν μπορεί να καταπέσει σε βάρος της ενάγουσας και υπέρ της εναγομένης η προβλεπόμενη στον όρο 4.17 της από 19.1.2005 σύμβασης των διαδίκων ποινική ρήτρα". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1, αλλιώς από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, αφού εμμέσως δέχθηκε ότι υπήρξε ασαφής η από 13.2.2008 προφορική δήλωση του διευθυντή του τηλεοπτικού σταθμού της Ι.
Λ. προς την αναιρεσίβλητη ότι θα σταματούσε μετά το 16ο επεισόδιο η προβολή της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", που κατά τους όρους της μεταξύ τους από 10.8.2007 σύμβασης, σε συνδυασμό με τους όρους της βασικής από 19.1.2005 σύμβασή τους, είχε παραγάγει για λογαριασμό της η αντίδικός της μέχρι και το 25ο επεισόδιο και μάλιστα από το χρόνο αυτό θα διακόπτονταν και τα γυρίσματα των υπολειπόμενων πέντε επεισοδίων για την ολοκλήρωση της σειράς, ερμήνευσε ακολούθως τη δήλωση αυτή ως καταγγελία της από 10.8.2007 σύμβασης των διαδίκων κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ, χωρίς όμως το Εφετείο να αναφερθεί στις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ ή πολύ περισσότερο στα αξιολογικά κριτήρια των διατάξεων αυτών και ούτε διέλαβε στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αλλά περιορίστηκε μόνο στην αντιπαραβολή της ως άνω δήλωσης με τον περιεχόμενο στη βασική σύμβαση των διαδίκων 3ο όρο, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε το δικαίωμα να αλλάζει κατά την απόλυτα ελεύθερη κρίση της την ημέρα ή και την ώρα μετάδοσης της σειράς ή ακόμα και να ματαιώσει την προβολή ενός ή περισσότερων επεισοδίων της.
Ωστόσο, ναι μεν το Εφετείο δεν αναφέρεται ρητά με την απόφασή του στις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ ή στα αξιολογικά κριτήρια των διατάξεων αυτών, όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του προκύπτει σαφώς ότι χρησιμοποίησε τα αξιολογικά αυτά κριτήρια για να ερμηνεύσει την από 13.2.2008 προφορική δήλωση του διευθυντή του τηλεοπτικού σταθμού της αναιρεσείουσας ως καταγγελία της από 10.8.2007 σύμβασης των διαδίκων, η οποία ως σύμβαση που αφορά συγκεκριμένη παραγωγή τηλεοπτικής σειράς στο πλαίσιο της βασικής από 19.1.2005 σύμβασής τους έχει σχετική αυτοτέλεια και υπόκειται αυτοτελώς και η ίδια σε καταγγελία.
Ειδικότερα από την επιχειρούμενη με την απόφαση του Εφετείου αντιπαραβολή της παραπάνω δήλωσης με τον 3ο όρο της βασικής σύμβασης των διαδίκων προκύπτει ότι με τη δήλωση αυτή διακόπηκε οριστικά όχι μόνον η προβολή των υπόλοιπων επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", δηλαδή των επεισοδίων μετά το 16ο επεισόδιό της, αλλά διακόπηκαν οριστικά και τα γυρίσματα για την ολοκλήρωση της σειράς με την παραγωγή των τελευταίων πέντε επεισοδίων της, δηλαδή από το 25ο έως και το 30ο επεισόδιο, οπότε με δεδομένη πλέον την αδυναμία συνέχισης και ολοκλήρωσης της σειράς, που σημαίνει εξάντληση του αντικειμένου της σχετικής μ' αυτή από 10.8.2007 σύμβασης των διαδίκων, η ως άνω δήλωση, ερμηνευόμενη κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αποτελεί στην ουσία καταγγελία της σύμβασης αυτής κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ και ορθώς εερμηνεύτηκε ως τέτοια καταγγελία με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι άλλωστε και αλυσιτελής, αφού και χωρίς την ύπαρξη έγκυρης καταγγελίας της από 10.8.2007 σύμβασης των διαδίκων η αναιρεσίβλητη δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή της για τα εννέα επεισόδια με αριθμούς 17 έως και 25 της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", που παρήγαγε για λογαριασμό της αντιδίκου της, όπως δικαιούται και τη συμφωνημένη ποινική ρήτρα για τη ματαίωση παραγωγής των πέντε τελευταίων επεισοδίων της αυτής σειράς με αριθμούς 26 έως και 30, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά τις περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την προσφορά των ως άνω εννέα επεισοδίων στην αναιρεσείουσα και αντίθετα η τελευταία αρνήθηκε αδικαιολόγητα την ολοκλήρωση της σειράς και την παραλαβή των επεισοδίων αυτών κατά την προσήκουσα προσφορά τους από μέρους της αναιρεσίβλητης στις 16.3.2009.
3. Αντικείμενο της σύμβασης έργου είναι κατά το άρθρ. 681 του ΑΚ η παραγωγή του συγκεκριμένου έργου, από την εκτέλεση και μόνον του οποίου κρίνεται η εκπλήρωση ή όχι της σύμβασης. Υπό την έννοια αυτή η σύμβαση έργου αποτελεί παροδική και όχι διαρκή ενοχική σύμβαση, έστω και αν για την εκτέλεση του έργου απαιτείται σημαντικός χρόνος, αφού και στην περίπτωση αυτή η εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου συγκεντρώνεται στο χρονικό σημείο της παράδοσης του έργου, οπότε και καθίσταται απαιτητή κατά το άρθρ. 694§1 του ΑΚ η αξίωσή του για καταβολή σ' αυτόν της συμφωνημένης αμοιβής του. Σε συνάρτηση έτσι με τον παροδικό χαρακτήρα της σύμβασης έργου και με δεδομένο ότι η καταγγελία επιφέρει για το μέλλον τη λήξη συμβάσεων ορισμένου ή αόριστου χρόνου με αντικείμενο διαρκείς κατ' αρχήν παροχές, ο νόμος προβλέπει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης έργου μόνο στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρ. 700 του ΑΚ, η ρύθμιση του οποίου είναι όμως ενδοτική, γι' αυτό και είναι ισχυρές αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 147/2003, 168/2005).
Συνεπώς με συμφωνία των μερών μπορεί να περιορισθούν ή αναλόγως να αυξηθούν τα παρεχόμενα από το ως άνω άρθρο δικαιώματα στον εργοδότη και μεταξύ άλλων να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης που καταγγέλλει τη σύμβαση έργου θα απαλλάσσεται της καταβολής αμοιβής στον εργολάβο, αν η καταγγελία του οφείλεται σε σπουδαίο λόγο, οπότε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και να αποδείξει ο εργοδότης που κατήγγειλε τη σύμβαση έργου και ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που προβάλλεται ως επικουρικός του πρώτου λόγου αυτής, αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1, αλλιώς από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αν η από 13.2.2008 προφορική δήλωση του διευθυντή του τηλεοπτικού σταθμού της Ι.
Λ. προς την αναιρεσίβλητη θεωρηθεί τελικά ως καταγγελία της μεταξύ τους από 10.8.2007 σύμβασης έργου, εσφαλμένα και με ελλιπή τότε αιτιολογία κρίθηκε από το Εφετείο ότι δεν συνέτρεχε για την καταγγελία αυτή σπουδαίος λόγος, τον οποίο αν αντίθετα είχε δεχθεί το Εφετείο, δεν θα την είχε υποχρεώσει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το μεν ποσό των 747.000 ευρώ ως αμοιβή αυτής για τα εννέα επεισόδια με αριθμούς 17 έως και 25 της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ" που αυτή παρήγαγε, το δε ποσό των 29.000 ευρώ ως συμφωνημένη αποζημίωσή της (ποινική ρήτρα) για τη ματαίωση παραγωγής των πέντε τελευταίων επεισοδίων της αυτής σειράς με αριθμούς 26 έως και 30.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται, ωστόσο, σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την από μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της από 10.8.2007 σύμβασής της με την αναιρεσίβλητη, που είναι σαφώς σύμβαση έργου και η καταγγελία της ρυθμίζεται από το άρθρ. 700 του ΑΚ, θα την απάλλασσε από την υποχρέωση καταβολής των ως άνω ποσών στην αντίδικό της, αν είχε ειδικά συμφωνηθεί τέτοια απαλλαγή, την οποία όμως η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε και ούτε αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση με ορθές, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η σχετική καταγγελία έγινε χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, δεχόμενο ειδικότερα το Εφετείο ότι αυτή δεν οφειλόταν σε αίτια αναγόμενα στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, αλλά αποκλειστικά στην οικονομοτεχνική πολιτική της αναιρεσείουσας, στη χαμηλή τηλεθέαση της εκπομπής και στο αντίστοιχο χαμηλό διαφημιστικό έσοδο, "δηλαδή σε αίτια που εμπίπτουν στη δική της επιχειρηματική σφαίρα εξουσίας και εξυπηρετούσαν το δικό της επιχειρηματικό συμφέρον".
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 200, 281, 288, 588, 672, 766 και 767 του ΑΚ συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία μια διαρκής ενοχική σχέση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επιτρέπεται να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο σε κάθε περίπτωση, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας (ΑΠ 1836/2007).
Αν πάντως πρόκειται για σύμβαση ορισμένου χρόνου, ο σπουδαίος λόγος είναι αναγκαία κατ' αρχήν προϋπόθεση για να επέλθουν οι συνέπειες της καταγγελίας, οι οποίες διαφορετικά δεν επέρχονται (ΑΠ 1042/2009). Σπουδαίος λόγος, που δικαιολογεί σε κάθε περίπτωση την καταγγελία διαρκούς ενοχικής σχέσης, υπάρχει, όταν κατά την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη καθίσταται υπέρμετρα δυσβάστακτη η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λήξη της για οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη, όπως ιδίως συμβαίνει εξ αιτίας μεταβολής των περιουσιακών ή προσωπικών σχέσεών τους.
Κατά την έννοια αυτή η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δηλαδή δεν απαιτείται κατ' αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι ο ίδιος υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα αυτά άρθρ. 200, 281 και 288 του ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί ν' αντλήσει ωφελήματα από δική του παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά (ΑΠ 1836/2007).
Γενικότερα αδιάφορη είναι η προέλευση των περιστατικών που συγκροτούν το σπουδαίο λόγο καταγγελίας, τα οποία μπορεί έτσι να ανήκουν στη σφαίρα εξουσίας οποιουδήποτε των μερών, ενώ μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, συνεκτιμώνται δε για την αξιολόγηση του λόγου καταγγελίας ως σπουδαίου όλες οι κρίσιμες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 29/2010).
Στο πλαίσιο αυτό σπουδαίο λόγο καταγγελίας ενδέχεται να αποτελεί και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (ΑΠ 359/2010) ή και η μερική μόνον εκπλήρωση από τον έναν των συμβαλλομένων της παροχής που τον βαρύνει, όταν το γεγονός αυτό δημιουργεί στον άλλο συμβαλλόμενο εύλογο φόβο ότι αυτό θα συνεχισθεί και για το υπόλοιπο μέρος της παροχής και θα προκληθεί έτσι σημαντική ζημία στα συμφέροντά του (ΑΠ 168/2007).
Σε όλες τις περιπτώσεις η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας συνιστά εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου και υπόκειται συνεπώς στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξ άλλου η καταγγελία διαρκούς έννομης σχέσης είναι κατ' αρχήν δικαιοπραξία αναιτιώδης, που σημαίνει ότι αυτός που καταγγέλλει δεν είναι υποχρεωμένος να αναφέρει στο έγγραφο της καταγγελίας το λόγο της, αλλά αρκεί για να είναι αυτή έγκυρη να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρ. 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρ. 178 ΑΚ) και να μην έχει ασκηθεί καταχρηστικά (άρθρ. 281 ΑΚ), ενώ και η τυχόν μνεία αιτίας στο έγγραφο της καταγγελίας δεν την μεταβάλλει σε αιτιώδη δικαιοπραξία, ώστε το κύρος της να συναρτάται από τη βασιμότητα και την αλήθεια της αιτίας αυτής (ΑΠ 14/1999, 1042/2009, 683/2010).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια και πάλι από τον αριθμό 1, αλλιώς από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι υπό τα περιστατικά που δέχθηκε η απόφαση αυτή εσφαλμένα και οπωσδήποτε με ελλιπή αιτιολογία έκρινε το Εφετείο ότι δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την από 4.3.2009 έγγραφη απ' αυτή καταγγελία της βασικής από 19.1.2005 σύμβασής της με την αναιρεσίβλητη, ενώ και χωρίς σπουδαίο λόγο η καταγγελία της είναι σε κάθε περίπτωση έγκυρη, γι' αυτό και θα έπρεπε να μην επιδικαστούν στην αντίδικό της τα ποσά των 150.000 και των 300.000 ευρώ ως συμφωνημένες ποινικές ρήτρες για τις τηλεοπτικές περιόδους 2008 - 2009 και 2009 - 2010.
Σύμφωνα, όμως, με τις παραπάνω νομικές σκέψεις ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η καταγγελία της ορισμένου χρόνου ως άνω σύμβασης αποκλειστικής συνεργασίας των διαδίκων προϋπέθετε την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για να ήταν έγκυρη και να είχε έννομες συνέπειες, όπως άλλωστε αυτό ρητά επισημαίνεται και στο κείμενο της σύμβασης αυτής, ως ειδικός όρος της, τα δε περιστατικά που δέχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, δεν συγκροτούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης, όπως με ορθές, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες το Εφετείο έκρινε, δεχόμενο σχετικά ότι "οι λόγοι κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και του ως άνω σκηνοθέτη (Μ.
Μ.) ανάγονταν στην άρνησή της να καταβάλει τα οφειλόμενα σ' αυτόν και στην ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη) ..., καθώς και να συνεχίσει τη συνεργασία τους μ' αυτούς ..., ήτοι σε αίτια αναγόμενα αποκλειστικά στη σφαίρα εξουσίας της, με αποτέλεσμα η καταγγελία της μεταξύ αυτής και του ως άνω σκηνοθέτη σύμβασης να μην μπορεί με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να θεμελιώσει στη συνέχεια σπουδαίο λόγο καταγγελίας της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβασης και μάλιστα σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα συνεργασίας της ενάγουσας με άλλες τηλεοπτικές επιχειρήσεις, αφού είχαν ήδη κλείσει οι σχετικές συνεργασίες ...".
Εξ άλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλεια επίσης από τον αριθμό 1, αλλιώς από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη τα ποσά των 150.000 και των 300.000 ευρώ ως συμφωνημένες ποινικές ρήτρες για την παράλειψη της αναιρεσείουσας να αναθέσει σ' αυτή την παραγωγή τηλεοπτικών προγραμμάτων κατά τις τηλεοπτικές περιόδους 2008 - 2009 και 2009 - 2010, χωρίς όμως η απόφαση να δέχεται κατά τα λοιπά την ύπαρξη αντίστοιχης υπαιτιότητάς της ή την ύπαρξη συμφωνίας για κατάπτωση των ποινικών αυτών ρητών και χωρίς υπαιτιότητά της.
Αντίθετα, ωστόσο, με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ναι μεν το Εφετείο δεν συνέδεσε την κατάπτωση των ως άνω ποινικών ρητρών με αντίστοιχη υπαιτιότητά της κατά την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της, όπως κατ' αρχήν το άρθρ. 405 του ΑΚ απαιτεί, εκτός αντίθετης συμφωνίας των μερών (ΑΠ 735/2002), όμως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι η κατάπτωση των ποινικών αυτών ρητρών δεν εξαρτήθηκε εν τέλει από την ύπαρξη υπαιτιότητάς της, αλλά ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς της επιτρεπτώς με την από 19.1.2005 βασική σύμβαση των διαδίκων προβλέφθηκε η κατάπτωσή τους με μόνο το γεγονός της μη ανάθεσης απ' αυτή στην αναιρεσίβλητη παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων κατά τη διάρκεια της σύμβασής τους.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 8869805/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ.
Ψυχικού, σειράς VI, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 1042/2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.11.2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε." και ήδη με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ GROUP Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 4363/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 8869805/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, σειράς VI, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 1042/2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ