1665/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1665/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη τους.
Full text
Απόφαση 1665 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1665/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Β. Χ. του Ε. και 2. Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ρηγάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκε η απόφαση 210/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Μαΐου 2010 αίτησή τους ως και των από 21 Σεπτεμβρίου 2011 προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την 7708 Γ'/8-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ... την οποία επικαλεί και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο Π.
Χ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο παρά το νόμο-δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.
Π. 148/1991, 311/1985). Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσίβλητος-ενάγων (ενώ οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι δεν είχαν προσκομίσει αποδεικτικά μέσα) σχημάτισε την κρίση της και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου ότι υπέστη ηθική βλάβη από τη σε βάρος του συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία των εναγομένων και είχε δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης με τα αναφερόμενα ποσά, ο δε αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της ευθείας παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ;α) αν η παραβίαση συντελέσθηκε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου μη προσήκουσας έννοιας ή με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ)η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ)οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά κατ'επιλογή, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Προκειμένου δε για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως πρέπει η παραμόρφωση να αναφέρεται σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339, 432 ΚΠολΔ, έγγραφο (ΑΠ 359/1993 και 701/1991) και τέτοιο δεν συνιστούν οι δικαστικές αποφάσεις (ΑΠ 33/1998), το δε σφάλμα να ανάγεται σε εσφαλμένη διάγνωση του οντολογικού περιεχομένου του εγγράφου, δηλ.
σε εσφαλμένη ανάγνωσή; του (ΑΠ 185/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις με τους πρώτο κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερο από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αφενός μεν ότι καίτοι η υπ'αρ.1 396/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσίβλητος-ενάγων για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως (για την οποία τον καταμήνυσαν) με την αιτιολογία ότι δεν πείσθηκε για την υποβολή από δόλο ή βαριά αμέλεια αυτών της σχετικής μηνύσεώς τους, εν τούτοις δέχθηκε (το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο), ότι "η μήνυση αυτή ήταν ψευδής και, με την υποβολή της, αποσκοπούσαν να κινηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος, γνωρίζοντας ότι όσα εξέθεσαν σε αυτήν προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα ...", αφετέρου δε ότι η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση 209/2004 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης αποτελεί απόδειξη της ιστορικής και νομικής βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν ήταν τελεσίδικη και δεν επιβλήθηκαν με αυτή ποινές για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα.
Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το πρόσθετο δικόγραφο αναιρέσεως ποιος κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση, και ποιες ήταν οι παραδοχές του Δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση τους πλήσσεται η εκτίμηση από το ουσιαστικό Δικαστήριο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.Ί ΚΠολΔ).
Εξάλλου υπό την επίκληση των ως άνω περιστατικών ο προβαλλόμενος πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων δεν συνιστούν αποδεικτικά, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, έγγραφα, τα οποία και μόνον αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, ούτε άλλωστε προσάπτεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς τα οντολογικό περιεχόμενο των ποινικών αυτών αποφάσεων, που έγινε δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2010 αίτηση με τους από 21-9-2010 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 210/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ