Legislator Case Law & Legislation
1665/2008 AI generated

1665/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1665/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1665/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 32/1996, 27/1998). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, αφού η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Keywords

AI generated
forfeiture of crime proceeds deductions and refunds forfeit money unpaid customs duties tax deferral costs of late payment
AI generated
2095/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
1801/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1587/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
274/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σοφία Ντάντου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη), Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
1075/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4142/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 465/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/5/2006 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1665 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1665/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χλούπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, Ψ2 και Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πέτρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-11-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 17-11-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, αν η αγωγή κρίθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο απο- δίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια α) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 27/1998) β) η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, γ) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή, πού ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα. Αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή γενικά τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, πρέπει να περιλαμβάνεται το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού (δηλαδή η ιστορική του βάση), ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια (Ολ.

ΑΠ 32/1996 και 27/1998), καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι στερείται νόμιμης βάσης, γιατί δεν έχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων α) τις πραγματικές παραδοχές ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίες και β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η προσβαλλομένη, ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (Ολ.

ΑΠ 32/1996, 27/1998). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, αφού η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού αυτής.

Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, όταν από αυτή προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο (ΑΠ 540/2007).

Για το ορισμένο και παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις, που κατά τον αναιρεσείοντα εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους, προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 19 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει, κατ' αντίθεση με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασής του, ως μη νόμιμη την αγωγή του α) κατά το αίτημά της περί επιδικάσεως τόκων επί της θετικής του ζημίας και για το χρονικό διάστημα που δεν ζητούσε διαφυγόν κέρδος και β) κατά το αίτημά της περί επιδικάσεως τόκων επί των κονδυλίων της θετικής του ζημίας, ποσού 165.000 και 25.900 δραχμών που δεν αφορούσαν αξία του καταστραφέντος πράγματος αλλά αμοιβή του εναγομένου Ψ3 (τρίτου αναιρεσείοντος) για μελέτη και επίβλεψη του έργου και δαπάνες εξετάστρων δοκιμίων κα έξοδά του μετάβασης και επιστροφής στο περιφερειακό εργαστήριο, αντίστοιχα, όπως από το περιεχόμενο της αγωγής του, που στηρίχθηκε στην 152/2001 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, προκύπτει, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, λόγω έλλειψης αιτιολογίας άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 298, 345, 246 ΑΚ και 331 ΚΠολΔ και διέλαβε αντιφατικές διατάξεις.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης κατά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση είναι αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, επί της οποίας έκρινε το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον για τον λόγο αναίρεσης μέρος αυτής, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την παραβίαση ή μη των παραπάνω διατάξεων αλλ' αναλίσκεται ο αναιρεσείων στην έκθεση της ιστορικής βάσης προγενέστερης αγωγής του, επί της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του, εκδόθηκε η 152/2001 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και επί της οποίας στηρίζεται η ένδικη αγωγή του.

Κατά την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απαράδεκτοι αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη, ενώ κατά την αιτίασή τους από τον αριθμό 17 του ΚΠολΔ είναι επίσης αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφατικές διατάξεις, ούτε προσδιορίζεται εάν αυτές (αντιφατικές διατάξεις) εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης, οπότε και μόνον ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Περαιτέρω, αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων προταθείσα ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσείοντος για καταβολή τόκων επί του κεφαλαίου των διαφυγόντων κερδών, για το χρονικό διάστημα από 16-7-1987 μέχρι 31-12-1995 και να απορρίψει την εκ του άρθρου 268 ΑΚ προβληθείσα αντένσταση του τελευταίου περί επιμηκύνσεως του χρόνου παραγραφής, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15, 268 εδ.

α' και 937 ΑΚ. Και τούτο διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, αλλ' εντελώς αποσπασματικά και όπως τις αντιλαμβάνεται ο αναιρεσείων, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί εκ του αναιρετηρίου εάν παραβιάσθηκαν οι προαναφερόμενοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου και αν η παραβίαση αυτή οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτα, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή? αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη? αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή, στο αρχαιότερο? αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα", συνάγεται ότι, στην περίπτωση καταβολής που δεν καλύπτει το σύνολο ομοειδών χρεών, ο καταλογισμός, κατά την από τη διάταξη αυτή προσδιοριζόμενη σειρά, προϋποθέτει τόσο την ανυπαρξία συμφωνίας των μερών, σχετικά με τον τρόπο του καταλογισμού, όσο και τη μη άσκηση από τον οφειλέτη του δικαιώματος προσδιορισμού.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1998). Περαιτέρω, από τη διάταξη του αυτού άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογιών, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου αναιρείται για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε, όχι δε και όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος (Ολ Απ 24/1992, ΑΠ 1668/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ότι ο ενάγων με την προγενέστερη από 29-6-1987 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) να του καταβάλουν για τις αναφερόμενες σ' αυτήν αιτίες τα χρηματικά ποσά των 7.165.000 δραχμών και 2.380.000 δραχμών, προς αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και για διαφυγόντα κέρδη αντίστοιχα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 33/1999 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία έγινε τελεσίδικη, και με την οποίαν υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 2.490.900 δραχμών προς αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και το ποσό των 650.000 δραχμών για διαφυγόντα κέρδη, ήτοι συνολικά το χρηματικό ποσό των 3.140.900 δραχμών, κηρύχθηκε δε η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου, ήτοι για το ποσό των 2.300.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε εκ μέρους των εναγομένων στον ενάγοντα στις 13-9-1999.

Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής περί καταβολής στον ενάγοντα τόκων επί του ποσού των επιδικασθέντων κατά τ' ανωτέρω διαφυγόντων κερδών του για το από 14-9-1999 έως 24-4-2001 χρονικό διάστημα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, αφού αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν εξοφλήσει την κύρια ως άνω οφειλή τους στις 13-9-1999, με την προς αυτόν καταβολή του προσωρινώς εκτελεστού ποσού των 2.300.000 δραχμών, το οποίο αυτός (ενάγων) ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 422 εδ.

β' ΑΚ να καταλογίσει σε εξόφληση του επαχθέστερου για τους οφειλέτες του χρέους, που εν προκειμένω ήταν η υποχρέωση αυτών προς καταβολή του κεφαλαίου των διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος ως τοκοφόρου, σε αντίθεση με την υποχρέωση αυτών προς καταβολήν του κεφαλαίου της θετικής ζημίας του ενάγοντος, το οποίο δεν ήταν τοκοφόρο και εν όψει του ότι και τα δύο ως άνω χρέη των εναγομένων παρείχαν ίση για το δανειστή ασφάλεια. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο, και ενόψει της μη επίκληση παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης που να αποκλείουν, τον κατ' άρθρο 422 ΑΚ, καταλογισμό του χρηματικού ποσού που οι αναιρεσίβλητοι κατά την ίδια απόφαση κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, με το να δεχτεί ότι, ενόψει των περισσοτέρων προς τον αναιρεσείοντα χρεών των αναιρεσιβλήτων ήταν, κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής καταλογιστέο το καταβληθέν ποσό στο επαχθέστερο γι' αυτούς χρέος, δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καταλογισμού της οφειλής, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ενόψει μάλιστα και της παραδοχής του ότι το προσωρινώς εκτελεστό κατά τ' ανωτέρω μέρος του επιδικασθέντος και καταβληθέντος ποσού, αφορούσε επιδικασθέν αμιγώς κεφάλαιο, αφού αξίωση καταβολής τόκων δεν είχε καταχθεί σε δίκη με την προαναφερόμενη προγενέστερη αγωγή του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Το από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, εγκείμενης στην ενάριθμη μόνο επίκληση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου.

Επειδή, με το ένα από τα μέρη του κατ' εκτίμηση αποκλειστικά από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ τέταρτου λόγου της αναίρεσης, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τη σχετική επίκληση του αναιρεσείοντος, παρέλειψε ν' απορρίψει ως αόριστο το λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, κατά τον οποίο η πρωτόδικη απόφαση 357/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας επεδίκασε σωρευτικά, ως αποζημίωση για το ίδιο χρονικό διάστημα, τόσο την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη (ο αναιρεσείων - ενάγων), όσο και το διαφυγόν κέρδος και ως εκ τούτου δεν εδικαιούτο τόκους επί του ποσού της θετικής ζημίας. Το μέρος αυτό του τετάρτου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού με αυτό γίνεται σαφής επίκληση των περιστατικών που απέκλειαν την τοκοφορία της από τη θετική ζημία του αναιρεσείοντος αξίωσης κατά των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, το άλλο μέρος του τετάρτου λόγου, με τον οποίο διατυπώνεται η αιτίασή της, παρά την σχετική επίκληση του αναιρεσείοντος, μη απόρριψη του περί παραγραφής ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, είναι αόριστο και για την αιτία αυτή απορριπτέο ως απαράδεκτο, γιατί με αυτό και παρά τη ρύθμιση των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεν γίνεται σαφής επίκληση του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων.

Επειδή ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται σε περίπτωση αντίφασης των αιτιολογιών της απόφασης μεταξύ των, ώστε εξαιτίας της αντιφατικότητας αυτής να μη καθίσταται εφικτός ο υπό του ακυρωτικού έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και σε περίπτωση ασυμφωνίας των αιτιολογιών αυτής προς το περιεχόμενο άλλων εγγράφων, έστω και διαδικαστικών (ΑΠ 700/1986).

Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δίδεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε διαγνωστικό λάθος (σφάλμα ως προς την ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και όχι λάθος κατά την αξιολόγησή του.

Συνακόλουθα, το από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού η επικαλούμενη αντίφαση υφίσταται μεταξύ του κατά την προσβαλλόμενη απόφαση χρόνου επίδοσης στους αναιρεσιβλήτους της επίδικης αγωγής και της για την αιτιολόγηση του χρόνου αυτού επίκλησης των εκθέσεων επιδόσεως της αγωγής αυτής.

Τέλος, το από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ μέρος του ίδιου (πέμπτου) λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, γιατί δεν αποδίδεται στο Εφετείο εσφαλμένη ανάγνωση των με το μέρος αυτό επικαλουμένων εκθέσεων επιδόσεων της ενδίκου αγωγής στους αναιρεσιβλήτους το αληθές περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' του ΚΠολΔ δίδεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης. Ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στο αιτιολογικό με προσόντα διατακτικού, μετά την παραδοχή εν όλω ή εν μέρει του κυρίου αιτήματος, επί του παρεπομένου αιτήματος τόκων.

Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, προβάλλοντας αιτίαση από τον αριθ. 9 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο ενώ δέχθηκε εν μέρει το κύριο αίτημα της αγωγής του περί επιδικάσεως τόκων επί του ποσού των 650.000 δρχ., που είχε επιδικασθεί σ' αυτόν ως διαφυγόν κέρδος δυνάμει της υπ' αριθμ. 33/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εκδοθείσης επί προγενέστερης αγωγής του, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 13-9-1999, δεν αποφάνθηκε επί του παρεπομένου αιτήματος των τόκων, το οποίο άφησε αδίκαστο. Όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της έφεσης των εναγομένων, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, δέχθηκε μερικώς αυτή κατά το κύριο αίτημά της και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρο τον καθένα, να καταβάλουν στον ενάγοντα δικονομικούς τόκους επί του ποσού των 650.000 δρχ. που είχε επιδικασθεί σ' αυτόν με την 33/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που γεννήθηκαν κατά το από 1-1-1996 έως 13-9-1999 χρονικό διάστημα, χωρίς όμως ν' αποφανθεί και επί του υποβληθέντος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, παρεπομένου αιτήματος περί επιδικάσεως των αιτουμένων τόκων, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της (ένδικης) αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, το οποίο άφησε αδίκαστο.

Συνεπώς, ο εκ του αριθ. 9 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, παρεπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 91/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την ανωτέρω απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ