Legislator Case Law & Legislation
1664/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds but allows second appeal point regarding unjust enrichment.

Case Number 1664/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible regarding the first-instance judgment due to improper service of process, which prevented the respondent from participating. However, the court allowed the second ground of appeal concerning unjust enrichment, finding the lower court erred in failing to establish the necessary legal relationship between the parties. Consequently, the judgment was annulled in part, and the case was remitted for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 566, 576, 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the respondent fails to appear after proper summons, but a ground of appeal is admissible if the lower court fails to find facts required by law to support a claim for unjust enrichment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal improper service of process unjust enrichment legal relationship remittal for retrial civil procedure statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 657/2022
Supreme Court Case 80/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1664 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1664/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στα Ιωάννινα (συνοικισμός Πεντέλης) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ρ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 1-7-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 657/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ι. Χ. Τ.Σ.Ι.Π.Η., ακριβές αντίγραφο της από 1-7-2022 και με αριθ. κατάθ. ... αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, για να παρασταθεί στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτήν, η οποία όμως, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία της (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2 ΑΠ 80/2022).

Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τις γενικές διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης, ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 483/2020)? Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1-7-2022 με αριθ. καταθ. 104/1- 72022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται αυτοτελώς α)η με αριθμό 227/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δικάσαντος ως Εφετείο και β)η με αριθμό 6/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, για την οποία όμως, δεν προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία ενδίκων μέσων του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται αυτοτελώς κατά της με αριθμό 6/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων.

Κατά το μέρος που με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. κατά της αναιρεσίβλητης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 227/12-4-2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων δικάσαντος ως Εφετείο, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 6/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία δικάστηκε η από 15-06-2015 με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή της ενάγουσας κατά των εναγομένων: 1)της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη και 2)του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "...", η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων, προέκυψε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 15-06-2015 με αριθ. κατάθ. ... αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, εξέθεσε τα ακόλουθα: Ότι είναι επαγγελματίας μαγείρισσα και με την ιδιότητά της αυτή συνήψε εγγράφως με την πρώτη εναγόμενη αστική μη κερδοσκοπική εταιρία με την επωνυμία "...", μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις έργου, για το χρονικό διάστημα από τις 10-12-2010 έως τις 30-9-2013 και προφορική από την 1η-10-2013 έως και τις 30-6-2014, με συμφωνηθέν έργο την παρασκευή εκ μέρους της ενάγουσας του συσσιτίου των παιδιών του ξενώνα που λειτουργεί στο Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Αρρένων Κόνιτσας και με ειδικότερα καθήκοντα όσα αναγράφοντο αναλυτικά στην αγωγή.

Ότι η πρώτη εναγόμενη ως άνω αστική μη κερδοσκοπική εταιρία λειτουργούσε υπό την αιγίδα - εποπτεία του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "...", στο πλαίσιο ευρωπαϊκών προγραμμάτων επιδότησης. Ότι σε κάθε έγγραφη σύμβαση αναφερόταν η διάρκεια αυτής και η αμοιβή της ενάγουσας, η οποία κυμαινόταν μεταξύ των ποσών των 1.366,82 ευρώ και 1.562,31 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α, στο οποίο περιλαμβανόταν η ασφάλειά της και η ίδια πληρωνόταν μια φορά το χρόνο, περί τα τέλη εκάστης σύμβασης.

Ότι μετά τη λήξη της τελευταίας έγγραφης σύμβασης στις 27-09-2013, η πρώτη εναγόμενη, αναμένοντας την έγκριση του προγράμματος για τη συνέχιση λειτουργίας του ξενώνα, συνήψε με την ενάγουσα την από 30-09-2013 προφορική σύμβαση με την ενάγουσα με συμφωνηθείσα αμοιβή 1.373,99 ευρώ, για το ίδιο έργο και με τη συμφωνία ότι η αμοιβή της θα καταβαλλόταν με την πρώτη εκταμίευση και εν συνεχεία ανάλογα με τη ροή του προγράμματος.

Ότι η ενάγουσα από την 1η-10-2013 έως και τις 30-6-2014 προσέφερε καθημερινά τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της, εκτελώντας το έργο, το οποίο αποδεχόταν η πρώτη εναγόμενη ανεπιφύλακτα, η οποία τη διαβεβαίωνε ότι με την αναμενόμενη εκταμίευση θα της καταβληθεί αναδρομικά το σύνολο της αμοιβής της. Ότι η ενάγουσα σταμάτησε να παρέχει τις υπηρεσίες της στις 30-6-2014, καταγγέλλοντας τη σύμβασή της με την πρώτη εναγόμενη, ενώ μέχρι σήμερα (εννοεί χρόνο ασκήσεως της αγωγής) δεν της έχει καταβληθεί οιοδήποτε ποσό για την αμοιβή της.

Ότι για την αμοιβή της ενέχονται τόσο η πρώτη εναγόμενη ως άμεσα αντισυμβαλλόμενη, όσο και το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την ιδιότητα του εποπτεύοντος φορέα της πρώτης εναγομένης, καθώς η τελευταία κατά τη σύναψη της σύμβασης με την ενάγουσα ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος του δεύτερου, δεσμεύοντας αυτό.

Για τον λόγο αυτό ζητούσε, κυρίως με βάση την ένδικη σύμβαση άλλως και επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλλουν το συνολικό ποσό των 12.365,91 ευρώ νομιμοτόκως από την επόμενη της καταγγελίας της σύμβασης, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική δαπάνη της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την με αριθμό 6/2018 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της για την πρώτη εναγόμενη και ως προς την επικουρική βάση της για το δεύτερο εναγόμενο, υποχρεώνοντας τους εναγόμενους, ευθυνόμενους εις ολόκληρον, να καταβάλλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 12.365,91 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο η μεν πρώτη εναγόμενη από την 1η -7-2014, το δε δεύτερο εναγόμενο από τις 10-7-2015 μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 1-3-2018 (αριθ.κατ.26/2018) και 16-32018 (αριθ. κατ. 29/2018) εφέσεις από το δεύτερο εναγόμενο και την πρώτη εναγομένη αντίστοιχα, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγιναν δεκτές τυπικά οι εφέσεις και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, επικυρωθείσας έτσι της πρωτόδικης απόφασης.

Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή δε αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενο της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, ενώ η απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση.

Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ 18/2005, ΑΠ 656/2020, ΑΠ 40/2018, ΑΠ 2068/2017).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ. με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε άλλος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου είναι το έργο, η αμοιβή και η γι' αυτό συμφωνία, δηλαδή η από τα μέρη ρητώς συμφωνούμενη αμοιβή, η οποία συνιστά το αντάλλαγμα της εκτέλεσης του έργου (ΑΠ 669/2019, ΑΠ 162/2018).

Περαιτέρω, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 περ. ΣΤ υποπ. στ α και 9 παρ. 1 Ν. 4025/2011, (ΦΕΚ 228/Α/2.11.2011), καταργήθηκε την 2.11.2011 ως νομικό πρόσωπο και αποτέλεσε παράρτημα του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο, επίσης, καταργήθηκε ως νομικό πρόσωπο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 και παρ. 3δ του Ν. 4109/2013 (ΦΕΚ 16/Α/23.1.2013) και αποτελεί από 23.1.2013 αποκεντρωμένη υπηρεσία του νεοσυσταθέντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτόν αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022), Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ. 3/2020).

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ. 28/1998, ΑΠ 409/2022).

Το αναιρεσείον με το πρώτο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 904 ΑΚ, 68 και 73 ΚΠολΔ, 1 παρ.2 περ. ΣΤ υποπ. στ' παρ.3,4, παρ.6 του Ν.3106/2003, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ Ν.3329/2005, διότι δέχθηκε ότι αυτό, ως διάδοχος του Κέντρου Προστασίας του Παιδιού Ιωαννίνων, νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη υπόθεση, αν και δεν συμβλήθηκε με την ενάγουσα για την παροχή του έργου, τον ισχυρισμό του δε περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του, είχε προβάλλει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα ακόλουθα: Ως προς το δεύτερο εναγόμενο, από τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι το ίδιο διαδέχεται το Κέντρο Προστασίας του Παιδιού Ιωαννίνων τόσο ως προς τις εκκρεμείς δίκες όσο και ως προς εν γένει τις υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται παθητικά εν προκειμένω, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της περί αντιθέτου ένστασής του.

Δεδομένου ότι το Κέντρο Προστασίας του Παιδιού Ιωαννίνων (Παράρτημα Κόνιτσας) με την ιδιότητα του εταίρου, δεν συνεβλήθη προφορικά με την ενάγουσα για την παροχή έργου από αυτή μετά την 30-09-2013 και ότι δεν εκδόθηκε στο όνομά του τιμολόγιο από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας για την επιδότηση του έργου που ανέλαβε η πρώτη εναγόμενη μετά την 1-10-2013, το ίδιο δεν ευθύνεται με τις διατάξεις της σύμβασης έργου.

Πλην όμως, καθόσον αποδεχόταν την παροχή υπηρεσιών από την ενάγουσα στις εγκαταστάσεις του και εξέδιδε πρόγραμμα για αυτές, κατέστη πλουσιότερο και υποχρεούται σε απόδοση της ωφέλειας, που αποκόμισε, αποφεύγοντας να πληρώσει την αντίστοιχη αμοιβή σε άλλον τρίτο εργολάβο, στον οποίο εγκύρως θα ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου.

Το δεύτερο εναγόμενο συνεπώς ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη προς καταβολή του ποσού των 12.365,91 €, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το οποίο ποσό πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλλει στην ενάγουσα με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής σε αυτό (βλ. τη με αριθμό ...

έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Κωνσταντίνας Κοτρότση), μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Συνεπεία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, για την μεν πρώτη των εναγομένων ως προς την κύρια βάση της και για το δεύτερο των εναγομένων ως προς την επικουρική βάση της και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, το συνολικό ποσό των 12.365,91 €, με τον νόμιμο τόκο η πρώτη εναγόμενη από την 1-07-2014 και το δεύτερο εναγόμενο από την 10-07- 2015 (επόμενη της επίδοσης της αγωγής σε αυτό), μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Συνεπεία τούτων αποδεικνύεται ότι ορθώς η εκκαλουμένη τις αποδείξεις εκτίμησε και τον νόμο εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας επαρκείς αιτιολογίες στο σκεπτικό της, και δη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε ορθώς τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις και τα τεθέντα υπό την κρίση του πραγματικά περιστατικά και σε ουδεμία σχετικώς πλημμέλεια δεν υπέπεσε, και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή ως ουσία βάσιμη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δέχθηκε τον ισχυρισμό του δεύτερου εναγομένου ότι δεν συμβλήθηκε με την ενάγουσα και ότι, για το λόγο αυτό, δεν ευθύνεται με τις διατάξεις της σύμβασης έργου, κατ' επέκταση δε της ως άνω, παραδοχής του απέρριψε ως προς αυτό την αγωγή κατά την κύρια, από τη σύμβαση έργου, νομική βάση. Περαιτέρω, ενόψει των παραπάνω, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος, που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίησή του, παρότι δεν συμβλήθηκε στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι, αληθής υποτιθέμενος, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού με αυτήν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκτέθηκε, δέχθηκε την αγωγή, όχι ως προς την κύρια, από τη σύμβαση, βάση αυτής, στα πλαίσια της οποίας δέχθηκε ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίηση της δεύτερου εναγομένου, αλλά ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την παραδοχή ότι αυτό κατέστη πλουσιότερο, επειδή αποδεχόταν τις υπηρεσίες της ενάγουσας στις εγκαταστάσεις του. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ.

α του ίδιου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1387/2011).

Προσέτι δε, από τις διατάξεις του ίδιου παραπάνω άρθρου (904 ΑΚ), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή έστω και έμμεση (ΑΠ 1705/2014), επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι την τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 408/2020).

Το αναιρεσείον με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι δηλαδή, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, επειδή δέχθηκε ότι το "Κέντρο Προστασίας του Παιδιού Ιωαννίνων" κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της αναιρεσίβλητης κατά το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό και υποχρέωσε το αναιρεσείον, ευθυνόμενο κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τη συνεναγομένη του, ευθυνόμενη από τη σύμβαση έργου, στην εις ολόκληρον καταβολή του επιδικασθέντος ποσού, τον ισχυρισμό του δε αυτό είχε προβάλλει με το δεύτερο λόγο της έφεσής του.

Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το αναιρεσείον δεν συμβλήθηκε στη σύμβαση έργου της τροφοδοσίας που ανέλαβε να εκτελέσει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και συνεπώς δεν ευθύνεται αυτό από τη σύμβαση, αλλά η συνεναγομένη του, την οποία υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό, γενομένης δεκτής ως προς αυτήν της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση. Ακολούθως έγινε δεκτό ότι επειδή το έργο της τροφοδοσίας εκτελείτο στις κτιριακές εγκαταστάσεις του "Κέντρου Προστασίας του Παιδιού Ιωαννίνων", το οποίο εξέδιδε και το πρόγραμμα, αυτό κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο, και υποχρεούται σε απόδοση της ωφέλειας, που αποκόμισε, αποφεύγοντας να πληρώσει την αντίστοιχη αμοιβή σε άλλον τρίτο εργολάβο, στον οποίο εγκύρως θα ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου. Υποχρεώθηκε δε το αναιρεσείον (ως καθολικός διάδοχος), να καταβάλλει το αιτούμενο ποσό εις ολόκληρον με τη συνεναγομένη του, γενομένης κατ' ουσίαν δεκτής, ως προς αυτό της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ως προς τη συνεναγομένη του, γενομένης δεκτής της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση έργου.

Με την κρίση του αυτή, όσον αφορά τη γενόμενη δεκτή επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές σχετικά με τα πληρούντα το πραγματικό της εν λόγω διάταξης στοιχεία. Ειδικότερα, δεχόμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι δεν υφίσταται συμβατική δέσμευση του δεύτερου εναγομένου με την ενάγουσα, δεν διαλαμβάνει στη προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές τόσο για τη συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση, στα πλαίσια της οποίας η τελευταία παρείχε τις υπηρεσίες της στις εγκαταστάσεις του, όσο και για την (τυχόν) ακυρότητα της έννομης αυτής σχέσης και, κατ' επέκταση για την έλλειψη νόμιμης αιτίας από την οποία επήλθε ο πλουτισμός του δεύτερου εναγομένου, ώστε να θεμελιώνεται η σε βάρος του επιδικασθείσα αξίωση αυτής. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά το αναιρεσείον και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στο αναιρεσείον, κατ' άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ του κατ' άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση της αναίρεσης, εφόσον η υπόθεση εκδικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία. Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 1 η Ιουλίου 2022 με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της με αριθμό 6/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων.

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ως προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", την με αριθμό 227/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δικάσαντος ως Εφετείου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση στο αναιρεσείον του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου με κωδικό πληρωμής 518190669952 1227 0094 ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2023.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ