Legislator Case Law & Legislation
1664/2019 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request as new evidence does not prove innocence or heavier crime.

Case Number 1664/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the applicant's request for a retrial following a final conviction for fraud. The applicant argued that new evidence revealed the company's financial insolvency existed long before the alleged crime, contradicting the prosecution's claims. The court ruled that this evidence, even if considered, would not alter the original verdict because it did not establish the applicant's innocence or prove a heavier crime was committed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525 § 1, 527 § 1 and 3, 528 of the Code of Criminal Procedure; New facts or evidence must render the convicted person innocent or prove a heavier crime to justify a retrial.

Keywords

AI generated
retrial request new evidence innocence standard heavier crime final conviction fraud prosecution legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 525 § 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 527 § 1 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 528 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 § 1 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1664 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1664/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Ζωή Κωστόγιαννη-Καλούση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιουλίου 2019, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Δημητρακόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 61/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας.

Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2018 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1563/2018.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ντογιάκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή με αριθμό 113/18-5-2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ. την από 10-10-2018 αίτηση του Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της μ1 αριθ. 61.17 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας , που κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της με αριθμό 559.18 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεσή του κατ' αυτής, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, (άρθρα , 98 και 386 παρ. 3 και 1 Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§ 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, (c)πως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί- υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, (c)τι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία .

Η ανάκληση ή τροποποίηση καταθέσεων μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, δεν συνιστά αμάχητο τεκμήριο περί του ότι οι παλιότερες καταθέσεις τους (στο ακροατήριο ή την προδικασία) είναι ψευδείς {Α.Π .27/2013, Α.Π 1931/2010, Α.Π 1301/2007}. Η αξιοπιστία όμως των νεότερων αυτών καταθέσεων θα κριθεί από την αξιολόγηση τους σε συνδυασμό με τις προηγούμενες καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας (Α.Π 186/2001, Α.Π 816/1999, Α.Π 226/1999, Α.Π 1866/2009, Α.Π 1086/2009, Α.Π 1034/2009, Α Π 746/2009, ΑΠ 444/2009 , ΑΠ 987 / 2017, ΑΠ 301.17, Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'806, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50, ΑΠ.229 / 2010, ΑΠ 228.10). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ' αριθ. 61/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθ. 559/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, καταδικάσθηκε για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι:

Στην περιοχή ..., σε μη επακριβώς εξακριβωθείσες ημερομηνίες, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από 20.10.2005 έως 31.01.2006, ο κατηγορούμενος, Χ. Σ., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην εταιρία "... ΑΒΕΕ" και κατ' επέκταση ο Χ.

Σ., κάτοχος των 9.499 επί συνόλου 9.500 μετοχών και μοναδικό ουσιαστικά μέτοχο της πιο πάνω εταιρίας, προσέτι δε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξεις με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και ειδικότερα, αφού ο κατηγορούμενος, Χ.

Σ., με τις προαναφερθείσες ιδιότητές του, διαμόρφωσε την κατάλληλη υποδομή ώστε η εταιρία "... ΑΒΕΕ", να δίδει την εικόνα μιας οικονομικά εύρωστης, ταχύτατα αναπτυσσόμενης και φερέγγυας εταιρίας, και ο ίδιος την εικόνα πετυχημένου και αξιόχρεου επιχειρηματία, διατηρώντας, προς τούτο, κεντρικές εγκαταστάσεις της εταιρίας, στην οδό ..., και υποκαταστήματα σε ... ...

και ... αντικαθιστώντας τα φορτηγά της εταιρίας με καινούργια και εμφανιζόμενος ο ίδιος με πολυτελέστατο αυτοκίνητο μάρκας jaguar, τα οποία ωστόσο είχαν αποκτηθεί με το σύστημα της χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και όχι κατά κυριότητα, και λαμβάνοντας, τέλος, επιταγές στο όνομα της εταιρίας από πολλές τράπεζες, από τις οποίες όμως η εταιρία χρηματοδοτείτο και δεν διατηρούσε σε αυτές επαρκή για την κάλυψη των επιταγών της, ίδια κεφάλαια, στη συνέχεια, περί την 20.10.2005 έως 22.10.2005, εμφανίστηκε στις εγκαταστάσεις της ατομικής επιχείρησης εμπορίας δημητριακών της εγκαλούσας, στο ..., όπου συναντήθηκε με τους υπεύθυνους της παραπάνω επιχείρησης, Σ.

Ν., σύζυγο της εγκαλούσας, και Π. Ν., κουνιάδο της εγκαλούσας και παριστώντας σε αυτούς εν γνώσει του ψευδώς ότι η οικονομική πορεία της εταιρίας "... ΑΒΕΕ", που αυτός εκπροσωπούσε και διηύθυνε, ήταν άριστη, με μεγάλο κύκλο εργασιών και σημαντικές νέες συνεργασίες, ότι διέθετε πάγια περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, όπως την κυριότητα του ακινήτου της οδού ..., όπου στεγαζόντουσαν οι κεντρικές της εγκαταστάσεις και των καινούργιων φορτηγών με τα οποία είχε αντικαταστήσει τα παλαιά, ότι την εμπιστευόντουσαν οι μεγάλες εταιρίες του κλάδου, όπως η ...

και η ..., καθώς και οι τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν, όπως αποδεικνυόταν από την κατοχή μπλοκ επιταγών πέντε διαφορετικών τραπεζών, τα οποία και τους επέδειξε, και ότι προσφάτως είχε κλείσει μια μεγάλη δουλειά για την οποία χρειαζόταν πολύ μεγάλες ποσότητες αραβοσίτου, έπεισε αυτούς να πωλήσουν και παραδώσουν άμεσα στην εταιρία "...

ΑΒΕΕ", στο όνομα και για λογαριασμό της εγκαλούσας, 500 600 τόνους αραβοσίτου, προς 138 € τον τόνο, με τρίμηνη ή και τετράμηνη πίστωση του τιμήματος, για το οποίο αυτός, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρίας, θα εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές, για την εμπρόθεσμη και κανονική πληρωμή των οποίων και τους διαβεβαίωσε.

Με τον τρόπο αυτό πέτυχε έως και την 17.11.2005, να αποσπάσει από την εγκαλούσα, με καθημερινές σχεδόν παραλαβές, ποσότητα 580,550 κιλών αραβοσίτου συνολικής αξίας 87.326,50 €, για την αξία της οποίας εξέδωσε και τους απέστειλε τέσσερις επιταγές, συνολικού ποσού 135.000 €, με τις οποίες υπερκάλυπτε την αξία του ήδη παραληφθέντος αραβοσίτου.

Συγκεκριμένα εξέδωσε σε διαταγή" της εγκαλούσας και της απέστειλε την 31.10.2005, την υπ' αριθμ. ...17-9 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ... ποσού 20.000 €, με αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεως την 31.01.2006, την 03.11.2005, την υπ' αριθμ. ...60-9 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ... ποσού 40.000 €, με αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεως την 15.02.2006, την 16.11.2005 την υπ' αριθμ. ...66-8 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ...

ποσού 45.000 €, με αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεως την 18.03.2006 και την 17.11.2005 την 'υπ' αριθμ. ...68-4 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ... ποσού 30.000 €, με αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεως την 08.03.2006. Με το τέχνασμα δε αυτό της υπερκάλυψης της αξίας του παραληφθέντος αραβοσίτου, αφ' ενός δημιούργησε στην εγκαλούσα και στους άνω υπεύθυνους της επιχείρησης της, Σ.

Ν. και Π. Ν., την ψευδή εντύπωση ότι η εταιρία "... ΑΒΕΕ" είναι απόλυτα συνεπής στις πληρωμές της και σε τόσο καλή οικονομική κατάσταση που προπληρώνει τις αγορές της, και αφ ετέρου άσκησε εμμέσως πίεση σε αυτούς, να συνεχίσουν να πωλούν με πίστωση και παραδίδουν άμεσα καλαμπόκι στην εταιρία "... ΑΒΕΕ", προκειμένου να καλύψουν το επιπλέον ποσό για το οποίο έλαβαν επιταγές.

Όταν δε η εγκαλούσα και οι υπεύθυνοι της επιχείρησής της, άρχισαν να δυσανασχετούν από τις πιέσεις του κατηγορούμενου, Χ. Σ., για τη συνέχιση των επί πιστώσει παραδόσεων αραβοσίτου στην εταιρία "... ΑΒΕΕ", αυτός για να τους δελεάσει αύξησε από μόνος του την τιμή αγοράς του αραβοσίτου, στις αρχές Ιανουαρίου 2006, από 138 €/τόνο σε 140 €/τόνο και στα μέσα Ιανουαρίου 2006, σε 144 €/τόνο, ενώ για να τους εξαναγκάσει να παραδώσουν καλαμπόκι άρχισε να στέλνει απροειδοποίητα φορτηγά της εταιρίας να φορτώσουν καλαμπόκι, και στη συνέχεια να μην εμφανίζεται στα τηλέφωνα, ο δε Δ.

Κ., που ως οδηγός φορτηγού μετέβαινε στις εγκαταστάσεις της εγκαλούσας, με τις ίδιες ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και με το πρόσχημα ότι αν δεν φορτωνόντουσαν τα φορτηγά, οι οδηγοί τους θα αναγκαζόντουσαν να κοιμηθούν μέσα σε αυτά, έπειθε τους υπευθύνους της επιχείρησης της εγκαλούσας, Σ. και Π. Ν., να συνεχίσουν να παραδίδουν, σε καθημερινή σχεδόν βάση, φορτία αραβοσίτων στην εταιρία "...

ΑΒΕΕ", για την πληρωμή των οποίων εδίδοντο πάντοτε μεταχρονολογημένες επιταγές. Με τον τρόπο δε αυτό, ο κατηγορούμενος πέτυχε να παραλάβει η εταιρία "... ΑΒΕΕ", έως και την 26.01.2006, δηλαδή πριν την ημερομηνία εμφανίσεως προς πληρωμή της πρώτης από τις δοθείσες επιταγές, 1.726,162 κιλά αραβοσίτου, συνολικής αξίας 261.910,30 €, χωρίς να καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα, για τις επί πλέον δε, των άνω 580.550 χιλιογρ.

αραβοσίτου (για τις οποίες ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις άνω τέσσερις επιταγές) ο ίδιος κατηγορούμενος εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας και έξι (6) επιταγές ποσών 20.000 €, 20.000 €, 25.000 €, 2000 €, 20.000 € και 20.000 €, κατά τα παρακάτω ειδικότερα, όμως όλες οι επιταγές που είχαν δοθεί προς κάλυψη του τιμήματος, ήταν ακάλυπτες.

Έτσι η εταιρία "... ΑΒΕΕ", και κατ' επέκταση ο κατηγορούμενος, ως μοναδικός ουσιαστικά μέτοχος αυτής, πέτυχαν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 261.910,30 €, βλάπτοντας την περιουσία της εγκαλούσας, Μ. Ν., κατά το παραπάνω ποσό των 261.910,30 €, πλέον των τραπεζικών τόκων με τους οποίους αυτή επιβαρύνθηκε δανειζόμενη το παραπάνω ποσό, προκειμένου να εξοφλήσει τους παραγωγούς από τους οποίους είχε προμηθευτεί το καλαμπόκι που πώλησε και παρέδωσε στην εταιρία "...

ΑΒΕΕ". Τις παραπάνω δε πράξεις τέλεσε ενεργώντας κατ' επάγγελμα και με σκοπό πορισμού εισοδήματος, όπως προκύπτει από τον ακριβή σχεδιασμό, τη μέθοδο και τα μέσα που χρησιμοποίησε, την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει, καθώς και την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης σε βάρος της εγκαλούσας, και άλλων εμπόρων δημητριακών.

Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα απόφασή του κατέληξε, αφού στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και σε όλη την αποδεικτική διαδικασία. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του, επικαλείται ο αιτών και προσκομίζει την υπ' αριθμ. …06/6.10.18 ένορκη βεβαίωση του Κ. Φ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ζ. Κ. και τις μ' αριθμ. …43/8.10.18 ένορκες βεβαιώσεις των: 1) Π. Ν., 2) Σ. Ν.υ και 3) Μ. Ν., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Σ..

Από τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες ο απών προσκομίζει και επικαλείται για την θεμελίωση της κρινόμενης αίτησης του, είναι αναφορές σε ισχυρισμούς περί αναμενόμενης χρηματοδότησης και ειδικά του ισχυρισμού του αιτούντα, ότι δεν παρέστησε ψευδή περιστατικά στους ως άνω σχετικά με την οικονομική επιφάνεια της επιχείρησης του, όπως εσφαλμένα, όπως υποστηρίζει, δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, αλλά ενήργησε με πίστη, ότι είχε διασφαλίσει την απαιτούμενη χρηματοδότηση της επιχείρησης του, κατόπιν των διαβεβαιώσεων του προϊσταμένου του τμήματος επιχορηγήσεων της τράπεζας ..., ότι η χρηματοδότηση ύψους περίπου 2.000.000€ ήταν ζήτημα χρόνου και έτρεφε τη βεβαιότητα ότι ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις, ποσού 250.000€ περίπου έναντι της εγκαλούσας Μ. Ν. και δεν είχε πρόθεση να παραπλανήσει αυτήν και τους ως άνω, ούτε σκοπό να προσπορισθεί το ως άνω παράνομο περιουσιακό όφελος.

Τα όσα όμως βεβαιώνονται στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, τα οποία, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του και ως εκ τούτου είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο εκείνο δεν θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση από εκείνη που κατέληξε. Ειδικότερα τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν με την ένορκες βεβαιώσεις τους οι μάρτυρες Π. Ν. και Σ. Ν.ς, από εκείνα που είχαν καταθέσει σε βάρος του αιτούντα, σχετικά με τις ψευδείς παραστάσεις, με την οικονομική του επιφάνεια, που είχε ως συνέπεια να ζημιωθούν κατά τα ως άνω αναφερόμενα, δεν είναι πειστικά και ικανά να ανατρέψουν τις αντίθετες δικές τους καταθέσεις και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας. Αλλά ούτε και οι ίδιου περιεχομένου ένορκες βεβαιώσεις της εγκαλούσας Μ. Ν. και του Κ. Φ., προϊστάμενου του Λογιστηρίου της επιχείρησης του αιτούντα, οι οποίοι δεν είχαν εξετασθεί στο ακροατήριο.

Εξάλλου οι αναφορές που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση, και των ενόρκων βεβαιώσεων, είναι σχετικές με ισχυρισμούς περί αναμενόμενης χρηματοδότησης, που εξετέθησαν στο δικαστήριο και προφανώς το απασχόλησαν κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης και όχι νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ. Έτσι οι ένορκες βεβειώσεις δεν μπορούν να επιτελέσουν νέα γεγονότα και αποδείξεις. Ως εκ τούτου εκτιμάται ότι η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει, επιχείρημα κατά της αξιολόγησης των αποδείξεων από το Δικαστήριο, χωρίς να περιέχει νέα γεγονότα και αποδείξεις.

Επίσης η παραπλάνηση της ως άνω εγκαλούσας από την οποίους αγόρασε και παρέλαβε ο αιτών το ανωτέρω εμπόρευμα, δίνοντας μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεώς του, οφειλόταν κατά τις παραδοχές της αμετακλήτου αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου που κατεδίκασε αυτόν για απάτη σε όσα τους ανέφερε προεχόντως ο αιτών για καλή οικονομική πορεία της ως άνω εταιρείας του και για μεγάλη οικονομική επιφάνεια του ιδίου και στη διαφυγή του στην συνέχεια σ' άλλη χώρα. Δεν θα μετέβαλε δε την εξενεχθείσαν κρίσιν του περί της ενοχής του αιτούντος διά την ως αναφερόμενη αξιόποινη πράξη, από την μη λήψη της αναμενόμενης χρηματοδότησης κατά τους ισχυρισμού του, που δεν αποτελούν νέα αποδεικτικά στοιχεία.

Τούτο δε, διότι η διάπραξη του ως άνω αδικήματος από τον αιτούντα, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης, θεμελιώνεται σε πολλές ψευδείς παραστάσεις, που κρίθηκαν ως τέτοιες από το ως άνω δικαστήριο, σχετικά με την οικονομική επιφάνεια του αιτούντα και δεν αναιρείται η διάπραξη του, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, από τον ισχυρισμό ότι ανέμενε την ως άνω χρηματοδότηση που σε κάθε περίπτωση από κανένα αποδεικτικό στοιχείο επιβεβαιώνεται και ο αιτών δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο για τη θεμελίωση της ουσιαστικής βασιμότητας των ανωτέρω επικαλουμένων από αυτόν λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας. Εξάλλου ,στην απόφαση γίνεται αναφορά , περί ψευδούς παράστασης ότι δεν υπήρχε πρόβλημα χρηματοδότησης από τις τράπεζες, Κατ' ακολουθία καθίσταται σαφές, ότι δεν προέκυψαν νέαι αποδείξεις άγνωστοι εις τους δικάσαντας δικαστάς, καθιστώσαι φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος.

Με τα δεδομένα δεν καθίσταται φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση και με αυτούς τους ισχυρισμούς επιδιώκεται εκ νέου έλεγχος της υπόθεσης ως προς την ουσία αυτής, της οποίας ζητά την επανάληψη της διαδικασίας.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως κατουσία αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω: Ν' απορριφθεί η με ημερομηνία κατάθεσης 7.11.18 αίτηση του Χ. Σ. του Γ. με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της μ' αριθ. 61.17 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας , που κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της με αριθμό 559.18 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεσή του κατ' αυτής, μετην οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα διακοσίων πενήντα ευρώ (250€) (άρθρ.583 ΚΠΔ).

Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Όλγα Σμυρλή

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, αλλά και ένορκες βεβαιώσεις των κατά τη δίκη εξετασθέντων μαρτύρων, όταν αυτοί ανακαλούν ή τροποποιούν τις προηγούμενες καταθέσεις τους, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές οι οποίοι την εξέδωσαν, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση επανάληψης, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 61/4.5.2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία ο αιτών Χ. Σ. του Γ. καταδικάσθηκε αμετάκλητα για το κακούργημα της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση από την οποία προξενήθηκε ζημία άνω των 120.000 ευρώ (άρθρ. 386 παρ. 1 και 3α' του Π.Κ.), παραδεκτά εισάγεται, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ' αριθμ. 61/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης με την υπ' αριθμ. 559/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο εν λόγω αιτών καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση από την οποία προξενήθηκε ζημία άνω των 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα το Εφετείο κήρυξε τον αιτούντα ένοχο του ότι: "Στην περιοχή ..., σε μη επακριβώς εξακριβωθείσες ημερομηνίες, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από 20.10.2005 έως 31.1.2006, ο κατηγορούμενος, Χ. Σ., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην εταιρία ¨...

ΑΒΕΕ¨ και κατ' επέκταση ο Χ. Σ., κάτοχος των 9.499 επί συνόλου 9.500 μετοχών και μοναδικό ουσιαστικά μέτοχο της πιο πάνω εταιρίας, προσέτι δε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξεις με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και ειδικότερα, αφού ο κατηγορούμενος, Χ.

Σ., με τις προαναφερθείσες ιδιότητές του, διαμόρφωσε την κατάλληλη υποδομή ώστε η εταιρία ¨... ΑΒΕΕ¨, να δίδει την εικόνα μιας οικονομικά εύρωστης, ταχύτατα αναπτυσσόμενης και φερέγγυας εταιρίας, και ο ίδιος την εικόνα πετυχημένου και αξιόχρεου επιχειρηματία, διατηρώντας, προς τούτο, κεντρικές εγκαταστάσεις της εταιρίας, στην οδό ..., και υποκαταστήματα σε ... ...

και ... αντικαθιστώντας τα φορτηγά της εταιρίας με καινούργια και εμφανιζόμενος ο ίδιος με πολυτελέστατο αυτοκίνητο μάρκας jaguar, τα οποία ωστόσο είχαν αποκτηθεί με το σύστημα της χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και όχι κατά κυριότητα, και λαμβάνοντας, τέλος, επιταγές στο όνομα της εταιρίας από πολλές τράπεζες, από τις οποίες όμως η εταιρία χρηματοδοτείτο και δεν διατηρούσε σε αυτές επαρκή για την κάλυψη των επιταγών της, ίδια κεφάλαια, στη συνέχεια, περί την 20.10.2005 έως 22.10.2005, εμφανίστηκε στις εγκαταστάσεις της ατομικής επιχείρησης εμπορίας δημητριακών της εγκαλούσας, στο ..., όπου συναντήθηκε με τους υπεύθυνους της παραπάνω επιχείρησης, Σ.

Ν., σύζυγο της εγκαλούσας, και Π. Ν., κουνιάδο της εγκαλούσας και παριστώντας σε αυτούς εν γνώσει του ψευδώς ότι η οικονομική πορεία της εταιρίας ¨... ΑΒΕΕ¨, που αυτός εκπροσωπούσε και διηύθυνε, ήταν άριστη, με μεγάλο κύκλο εργασιών και σημαντικές νέες συνεργασίες, ότι διέθετε πάγια περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, όπως την κυριότητα του ακινήτου της οδού ..., όπου στεγαζόντουσαν οι κεντρικές της εγκαταστάσεις και των καινούργιων φορτηγών με τα οποία είχε αντικαταστήσει τα παλαιά, ότι την εμπιστευόντουσαν οι μεγάλες εταιρίες του κλάδου, όπως η ...

και η ..., καθώς και οι τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν, όπως αποδεικνυόταν από την κατοχή μπλοκ επιταγών πέντε διαφορετικών τραπεζών, τα οποία και τους επέδειξε, και ότι προσφάτως είχε κλείσει μια μεγάλη δουλειά για την οποία χρειαζόταν πολύ μεγάλες ποσότητες αραβοσίτου, έπεισε αυτούς να πωλήσουν και παραδώσουν άμεσα στην εταιρία ¨...

ΑΒΕΕ¨, στο όνομα και για λογαριασμό της εγκαλούσας, 500 - 600 τόνους αραβοσίτου, προς 138 ευρώ τον τόνο, με τρίμηνη ή και τετράμηνη πίστωση του τιμήματος, για το οποίο αυτός, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρίας, θα εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές, για τη εμπρόθεσμη και κανονική πληρωμή των οποίων και τους διαβεβαίωσε.

Με τον τρόπο αυτό πέτυχε έως και την 17.11.2005, να αποσπάσει από την εγκαλούσα, με καθημερινές σχεδόν παραλαβές ποσότητα 580.550 κιλών αραβοσίτου συνολικής αξίας 87.326,50 ευρώ, για την αξία της οποίας εξέδωσε και τους απέστειλε τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 135.000 ευρώ, με τις οποίες υπερκάλυπτε την αξία του ήδη παραληφθέντος αραβοσίτου.

Συγκεκριμένα εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας και της απέστειλε την 31.10.2005, την υπ' αριθμ. ...17-9 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 20.000 ευρώ με αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεως την 31.01.2006, την 3.11.2005, την υπ' αριθμ. ...60-9 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ... ποσού 40.000 ευρώ με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15.2.2006, την 16.11.2005 την υπ' αριθμ. ...66-8 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 45.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 18.3.2006 και την 17.11.2005 την υπ' αριθμ. ...68-4 μεταχρονολογημένη επιταγή της τράπεζας ...

ποσού 30.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 08.03.2006. Με το τέχνασμα δε αυτό της υπερκάλυψης της αξίας του παραληφθέντος αραβοσίτου, αφ' ενός δημιούργησε στην εγκαλούσα και τους υπεύθυνους της επιχείρησής της, Σ. Ν. και Π. Ν., την ψευδή εντύπωση ότι η εταιρία ¨... ΑΒΕΕ¨ είναι απόλυτα συνεπής στις πληρωμές της και σε τόσο καλή οικονομική κατάσταση που προπληρώνει τις αγορές της, και αφ' ετέρου άσκησε εμμέσως πίεση σε αυτούς, να συνεχίσουν να πωλούν με πίστωση και παραδίδουν άμεσα καλαμπόκι στην εταιρία ¨...

ΑΒΕΕ¨, προκειμένου να καλύψουν το επιπλέον ποσό για το οποίο έλαβαν επιταγές. Όταν δε η εγκαλούσα και οι υπεύθυνοι της επιχείρησής της, άρχισαν να δυσανασχετούν από τις πιέσεις του κατηγορουμένου, Χ. Σ., για τη συνέχιση των επί πιστώσει παραδόσεων αραβοσίτου στην εταιρία ¨... ΑΒΕΕ¨, αυτός για να τους δελεάσει αύξησε από μόνος του την τιμή αγοράς του αραβοσίτου, στις αρχές Ιανουαρίου 2006, από 138 ευρώ/τόνο σε 140 ευρώ/τόνο και στα μέσα Ιανουαρίου 2006, σε 144 ευρώ/τόνο, ενώ για να τους εξαναγκάσει να παραδώσουν καλαμπόκι, άρχισε να στέλνει απροειδοποίητα φορτηγά της εταιρίας να φορτώσουν καλαμπόκι, και στη συνέχεια να μην εμφανίζεται στα τηλέφωνα, ο δε Δ.

Κ., που ως οδηγός του φορτηγού μετέβαινε στις εγκαταστάσεις της εγκαλούσας με τις ίδιες ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και με το πρόσχημα ότι αν δεν φορτωνόντουσαν τα φορτηγά, οι οδηγοί τους θα αναγκαζόντουσαν να κοιμηθούν μέσα σε αυτά, έπειθε τους υπευθύνους της επιχείρησης της εγκαλούσας, Σ. και Π. Ν., να συνεχίσουν να παραδίδουν, σε καθημερινή σχεδόν βάση, φορτία αραβοσίτου στην εταιρία ¨...

ΑΒΕΕ¨, για την πληρωμή των οποίων εδίδοντο πάντοτε μεταχρονολογημένες επιταγές. Με τον τρόπο δε αυτό, ο κατηγορούμενος πέτυχε να παραλάβει η εταιρία ¨... ΑΒΕΕ¨, έως και την 26.01.2006, δηλαδή πριν την ημερομηνία εμφανίσεως προς πληρωμή της πρώτης από τις δοθείσες επιταγές, 1.726,162 κιλά αραβοσίτου, συνολικής αξίας 261.910,30 ευρώ, χωρίς να καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα, για τις επί πλέον δε, των άνω 580.550 χιλογρ.

αραβοσίτου (για τις οποίες ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις άνω τέσσερις επιταγές) ο ίδιος κατηγορούμενος εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας και έξι (6) επιταγές ποσών 20.000 ευρώ, 20.000 ευρώ, 25.000 ευρώ, 20.000 ευρώ, 20.000 ευρώ και 20.000 ευρώ, κατά τα παρακάτω ειδικότερα όμως όλες οι επιταγές που είχαν δοθεί προς κάλυψη του τιμήματος, ήταν ακάλυπτες.

Έτσι η εταιρία ¨... ΑΒΕΕ¨, και κατ' επέκταση ο κατηγορούμενος, ως μοναδικός ουσιαστικά μέτοχος αυτής, πέτυχαν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 261.910,30 ευρώ, βλάπτοντας την περιουσία της εγκαλούσας, Μ. Ν., κατά το παραπάνω ποσό των 261.910,30 ευρώ πλέον των τραπεζικών τόκων με τους οποίους αυτή επιβαρύνθηκε δανειζόμενη το παραπάνω ποσό, προκειμένου να εξοφλήσει τους παραγωγούς από τους οποίους είχε προμηθευτεί το καλαμπόκι που πώλησε και παρέδωσε στην εταιρία ¨...

ΑΒΕΕ¨. Τις παραπάνω δε πράξεις τέλεσε ενεργώντας κατ' επάγγελμα και με σκοπό πορισμού εισοδήματος, όπως προκύπτει από τον ακριβή σχεδιασμό, τη μέθοδο και τα μέσα που χρησιμοποίησε, την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει, καθώς και την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης σε βάρος της εγκαλούσας και άλλων εμπόρων δημητριακών.".

Ήδη, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 61/2017 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, επικαλούμενος και προσκομίζοντας, ως νέα αποδεικτικά στοιχεία (νέες αποδείξεις), από τα οποία, όπως υποστηρίζει, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξης της απάτης κατ' επάγγελμα, κατ' εξακολούθηση από την οποία προξενήθηκε ζημία άνω των 120.000 ευρώ, για την οποία καταδικάσθηκε:

τις υπ' αριθμ. ….16/08.10.2018 και ….049/08.10.2018 ένορκες βεβαιώσεις του Κ. Φ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ζ. Κ. και των Π. Ν., Σ. Ν. και Μ. Ν. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Σ.. Στην πρώτη, υπ' αριθμ. 7916/08.10.2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ζ. Κ., ο Κ. Φ., ο οποίος δεν είχε εξετασθεί ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου, εκθέτει ότι "...ήταν Προϊστάμενος Λογιστηρίου της εταιρίας ¨...

ΑΒΕΕ¨, ότι ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε τις συγκεκριμένες αγορές καλή τη πίστει, έχοντας δηλαδή την εδραία πεποίθηση ότι επέκειτο η χρηματοδότησή του από την Τράπεζα ... Α.Ε., ότι εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζει ότι, περί τις αρχές του Σεπτεμβρίου 2005, αλλά και κατά τους επόμενους μήνες, τα τραπεζικά στελέχη του υποκαταστήματος ...

της εν λόγω Τράπεζας και ιδιαίτερα ο Προϊστάμενος του Τμήματος Επιχορηγήσεων, Α. Ζ., με τον οποίο ο κατηγορούμενος διατηρούσε αγαστή συνεργασία, είχαν διαβεβαιώσει τον κατηγορούμενο επανειλημμένα, ότι θα χορηγούσαν στην εταιρεία του άμεσα το αργότερο έως τα τέλη του έτους 2005 δάνειο ποσού 1.500.000 έως 2.000.000 ευρώ και ότι με τα χρήματα αυτά, αλλά και με τις εισπράξεις που η εταιρία θα έκανε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς τους προμηθευτές της και να ανταπεξέλθει σε προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζε τότε και ότι, όπως πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων, είχε επέλθει αλλαγή στο διευθυντικό σχήμα της Τράπεζας, με αποτέλεσμα η νέα ηγεσία να ταχθεί υπέρ μιας αυστηρότερης χρηματοπιστωτικής πολιτικής...".

Στην δεύτερη υπ' αριθμ. …49/08.10.2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Σ., οι Π. Ν., Σ. Ν., εξετασθέντες μάρτυρες ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας και η Μ. Ν., πολιτικώς ενάγουσα, η οποία εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατέθεσαν ότι "...μετά την εκδίκαση της αναίρεσης του κατηγορουμένου, περιήλθαν σε γνώση τους από τον Κ.

Φ. (προαναφερθέντα μάρτυρα), νεότερα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα να έχουν πλέον πειστεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό ούτε στην αρχή ούτε και κατά την εξέλιξη της συνεργασίας τους να τους εξαπατήσει και να ζημιώσει την επιχείρησή τους κατά το ποσό των 261.219,30 ευρώ, ... ότι περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2005 και καθ' όλο το διάστημα του Φθινοπώρου του ιδίου έτους τα τραπεζικά στελέχη του υποκαταστήματος ...

της Τράπεζας ... Α.Ε., και ιδιαίτερα ο Προϊστάμενος του Τμήματος Επιχορηγήσεων Α. Ζ., είχαν διαβεβαιώσει τον κατηγορούμενο και τον ως άνω μάρτυρα προσωπικά ότι θα χορηγούσαν άμεσα, το αργότερο έως τα τέλη του έτους 2005 δάνειο 1.500.000 - 2.000.000 ευρώ προς την εταιρία ...... και ότι για τον σκοπό αυτό είχε παράσχει εγγυήσεις προς την τράπεζα..., ότι περί τα τέλη Ιανουαρίου 2006 η Κεντρική Υπηρεσία της Τράπεζας ...

Α.Ε δεν ενέκρινε την χρηματοδότηση της επιχείρησης του κατηγορουμένου με την αιτιολογία ότι δεν είχαν πληρωθεί επιταγές της πελατείας του, τις οποίες η Τράπεζα είχε προεξοφλήσει... και ότι, όπως είχαν πληροφορηθεί από τον Φ. και επιβεβαίωσαν από άλλους τραπεζικούς υπαλλήλους, είχε επέλθει ήδη αλλαγή στο διευθυντικό σχήμα της Τράπεζας, με αποτέλεσμα η νέα ηγεσία να ταχθεί υπέρ μιας αυστηρότερης χρηματοπιστωτικής πολιτικής ...και ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε τα εμπορεύματά τους έχοντας λάβει τη διαβεβαίωση από τα τραπεζικά στελέχη και πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι με τα χρήματα αυτά και τις πωλήσεις που πραγματοποιούσε εκείνη την περίοδο η εταιρία του θα μπορούσε να αποπληρώσει τις οφειλές και να τους εξοφλήσει...

και δηλώνουν πλέον ανεπιφύλακτα ότι αδίκως καταδικάστηκε, ότι τους έχει πλέον ικανοποιήσει και δεν διατηρούν οιαδήποτε απαίτηση έναντι αυτού και της εταιρίας του και επιθυμούν την δικαίωσή του". Όμως, από τις νέες αυτές αποδείξεις, εκτιμώμενες σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας, που εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 61/2017 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, δεν καθίσταται μετά βεβαιότητας φανερό ότι ο καταδικασθείς αιτών είναι αθώος της πράξης της απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση από την οποία προξενήθηκε ζημία άνω των 120.000 ευρώ, για την οποία καταδικάστηκε.

Τούτο διότι από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αποδεικνύεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και θεώρησε αποδειχθέν "ότι η οικονομική αδυναμία της εταιρίας υπήρχε τουλάχιστον από το καλοκαίρι του έτους 2005, ότι ακόμη και ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι από το Μάιο του έτους 2005, ήταν απλήρωτες (προς τους προμηθευτές της) επιταγές 3.000.000 ευρώ και ότι υπήρχαν οφειλές της προς τους προμηθευτές της εταιρίας....

Ότι γνώριζε, κατά το χρόνο που κατάρτιζε, για λογαριασμό της εταιρίας, την άνω σύμβαση και αναλάμβανε την ως άνω συμβατική υποχρέωση (καταβολής του τιμήματος κατά τους χρόνους έκδοσης - μεταχρονολογημένους των επιταγών, ότι η εταιρία είχε σημαντικές οφειλές προς τρίτους και σημαντικά προβλήματα με την χρηματοδότηση της εταιρίας από τις τράπεζες.

Παρά ταύτα, ψευδώς παρέστησε στην εγκαλούσα και τους άνω εκπροσώπους της το αντίθετο, ότι δηλαδή η εταιρία είχε μεγάλο κύκλο εργασιών, ήταν σε αρκετά καλή οικονομική κατάσταση.... και δεν υπήρχε πρόβλημα χρηματοδότησής της από τις τράπεζες.. και με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του, έπεισε την εγκαλούσα και τους εκπροσώπους αυτής να της πωλήσει και παραδώσει τις παραπάνω μεγάλες ποσότητες αραβοσίτου...".Κατά συνέπεια, ακόμη και αν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση οι ως άνω νέες αποδείξεις, αυτό θα κατέληγε και πάλι στην ίδια καταδικαστική απόφαση, αφού στην κρίση του θα βάρυναν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα).

Επομένως, τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα, ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 61/2017 απόφασή του, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που να μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, καθόσον δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος της άνω πράξης (απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση από την οποία προξενήθηκε ζημία άνω των 120.000 ευρώ). Με την επίκληση των ανωτέρω γεγονότων - αποδείξεων, όπως και με την επίκληση των προαναφερθέντων λόγων, επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, ο οποίος όμως είναι ανεπίτρεπτος. Μετά από αυτά η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ.1 του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2018 αίτηση του Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 61/4-5-2017 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας.

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2019. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2019

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ