1664/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1664/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π. κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του Η. Χ. για το ποσό των 146.098,43 ευρώ, ενώ ανεστάλη η πρόοδος της δίκης για το κονδύλιο που αφορούσε τα έξοδα της νοσηλείας του ενάγοντος μέχρι προσκομιδής των αναφερομένων στην απόφαση εγγράφων και απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή για ουσιαστικούς λόγους.
Full text
Απόφαση 1664 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1664/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Γεωργοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2007 αγωγή του Γ. Π. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 19-3-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7121/2008 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1993/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 7-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου κατά το πρώτο τμήμα του, της από 1-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1993/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο... 14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου (ΑΠ 371/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι μη νομίμως δεν απορρίφθηκε η έφεση της εκκαλούσης - αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 7121/2008 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας αυτοκινητικών διαφορών) ως απαράδεκτη, διότι με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του Γ.
Π. κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του Η. Χ. για το ποσό των 146.098,43 ευρώ, ενώ ανεστάλη η πρόοδος της δίκης για το κονδύλιο που αφορούσε τα έξοδα της νοσηλείας του ενάγοντος μέχρι προσκομιδής των αναφερομένων στην απόφαση εγγράφων και απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή για ουσιαστικούς λόγους.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, που αληθώς στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 και όχι του άρθρου 559 αρ. 1 που υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι τον προέβαλε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: ο κύριος, κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1).
Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 παρ. 1).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. γ' της με αριθμ. Κ4/585/5.4.1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην" (ΦΕΚ 795/1978 ΑΕ και ΕΠΕ) αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ' ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζόμενης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται, ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον ΚΟΚ, αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος.
Όμως, προϋπόθεση για τη λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (330 ΑΚ). Επομένως, ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει απ' αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα.
Για την απόδειξη του ως άνω στοιχείου, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση απαλλαγής του ασφαλιστή, δεν υπάρχουν στο Ελληνικό δίκαιο ειδικές διατάξεις που να ρυθμίζουν το θέμα αυτό. Αλλά ούτε και στα άρθρα 25 και 26 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, ούτε στο Ν. 2496/1997 υπάρχουν ειδικές ή γενικές ρυθμίσεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί ερμηνευτικά απάντηση στο εν λόγω ζήτημα.
Επομένως, η απάντηση πρέπει να δοθεί με αξιοποίηση των γενικών αρχών, όπως είναι η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής που εκδηλώνεται με την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη ή την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΑΚ 330, 335, 336, 337 και 382). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ευθύνη του οφειλέτη στις περιπτώσεις της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, διέπεται από την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας.
Κατά συνέπεια, εναπόκειται στον εναγόμενο να προτείνει συγκεκριμένα περιστατικά και να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 736/2014, ΑΠ 1016/2013, 1068/2013, ΑΠ 991/ 2011, 1357/2008, 1571/2006). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως από το Δικαστήριο της ουσίας του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι δεν περιλαμβάνονται στην απόφαση περιστατικά που να προσδιορίζουν την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, ως ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου, ως προς την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του οδηγού της Η.
Χ., ήτοι της οδηγήσεως αυτού υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καίτοι αυτή, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σαφώς είχε επικαλεσθεί την έλλειψη υπαιτιότητάς της για την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 1993/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 23.4.2005 και περί ώρα 06.20' ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος Η. Χ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης παρεμπιπτόντως ενάγουσας, εκινείτο στην πόλη της Θεσσαλονίκης και επί της διπλής κατεύθυνσης και με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση οδού … με κατεύθυνση προς έξοδο της πόλης κατέχοντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο Γ. Π. του Χ., μη διάδικος στο παρόν στάδιο διαδικασίας, ευρισκόμενος πεζός στη διαχωριστική νησίδα της ίδιας οδού επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς έξοδο πόλης, κινούμενος δηλαδή από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του Η. Χ.. Ο τελευταίος, κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος με ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του μεγαλύτερου του επιτρεπομένου και συγκεκριμένα 0,60/1000, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
πρωτ. 3022/10/1005 - α'/20.5.2005 σχετική έκθεση της Υπ/νσης Εγκληματικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας, ενώ δε διέθετε και άδεια οδήγησης, δεδομένου ότι αυτή που κατείχε του είχε αφαιρεθεί νόμιμα πριν από ένα περίπου μήνα, ως διοικητική ποινή για οδήγηση αυτοκινήτου υπό την επίδραση οινοπνεύματος (βλ. υπεύθυνη δήλωση του ίδιου προς την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία).
Επίσης, η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ήταν τουλάχιστον 70 χιλιόμετρα την ώρα, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο για τη συγκεκριμένη περιοχή (κατοικημένη) τα 50 χιλιόμετρα την ώρα. Τέλος, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η κατάσταση της οδού ήταν καλή και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή (βλ.
την από 23.4.2005 έκθεση αυτοψίας του Αστυνόμου Παλαιού Σταθμού Α. Ε.). Υπό τις συνθήκες αυτές οδήγησης, το οδηγούμενο από τον Η. Χ. αυτοκίνητο προσέκρουσε με την αριστερή εμπρόσθια γωνία του τον κατελθόντα στο οδόστρωμα πεζό, μολονότι τον είχε προηγουμένως αντιληφθεί να διασχίζει ολόκληρο το αντίθετο ρεύμα πορείας και να κατευθύνεται προς το απέναντι πεζοδρόμιο κατεβαίνοντας από τη διαχωριστική νησίδα της οδού.
Το ατύχημα αυτό, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο παραπάνω πεζός (ενάγων της κύριας αγωγής, περί της οποίας δεν πρόκειται εν προκειμένω), οφείλεται σε υπαιτιότητα και του Η. Χ., ο οποίος σε καμία ενέργεια δεν προέβη προκειμένου να τον αποφύγει, αν και είχε επαρκή χώρο προς τα δεξιά του, αλλ' ούτε και μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του όταν τον αντιλήφθηκε, ώστε να μπορεί να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτόν είτε με πέδηση των φρένων είτε με κατάλληλο ελιγμό προς τα δεξιά.
Οι παραλείψεις αυτές οφείλονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε προηγηθείσα κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, συνέπεια της οποίας ήταν να περιέλθει αυτός (Η. Χ.) σε κατάσταση μέθης και να μειωθεί η ικανότητά του για οδήγηση σύμφωνα με τους κανόνες του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι με το υπ' αριθμ.
…συμβόλαιο, που συντάχθηκε μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." και της δεύτερης παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ιδιοκτήτριας του ... ζημιογόνου αυτοκινήτου, ανέλαβε η πρώτη την ασφάλιση του αυτοκινήτου αυτού για τις ζημίες από την κυκλοφορία του έναντι τρίτων.
Κατά τους όρους της σύμβασης αυτής εξαιρούντο από την ασφάλιση οι προκαλούμενες ζημίες όταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που αποδέχθηκε η αντισυμβαλλόμενη ιδιοκτήτρια του εν λόγω αυτοκινήτου.
Μετά από αυτά και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη σχετικά με τις προϋποθέσεις απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρίας έναντι του ασφαλισμένου της, εφόσον η περιεκτικότητα αλκοόλης σε ποσοστό 0,60/1000 του γραμμαρίου ανά λίτρο στο αίμα του Η. Χ. επηρέασε την οδηγητική συμπεριφορά του και συνετέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ως εκ τούτου δε και στον τραυματισμό του Γ.
Π., είναι βάσιμη κατ' ουσίαν η παρεμπίπτουσα αγωγή, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε στην κρίση του, ώστε είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης. Ύστερα από αυτά, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν στην παρεμπίπτουσα αγωγή.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η υπ' αριθμ. κατάθ. 13982/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε χρηματικό ποσό που θα πληρώσει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής (υπ' αριθμ.
κατάθεσης 6337/2007) σε εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης με το νόμιμο τόκο από το χρόνο της πληρωμής του". Κατόπιν τούτων, έκανε δεκτή την έφεση της εκκαλούσης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις οριστικές της διατάξεις που αφορούσαν την παρεμπίπτουσα αγωγή και αφού κράτησε και δίκασε επί της ουσίας αυτής, την έκανε δεκτή κατ' ουσίαν.
Μεταξύ όμως των ανωτέρω παραδοχών, με βάση τις οποίες το δικαστήριο εκείνο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, ουδόλως διαλαμβάνεται και παραδοχή περί της υπαιτιότητος της αναιρεσείουσας σε σχέση με το γεγονός, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν προξένησε το ένδικο ατύχημα, ούτε εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε το ζημιογόνο όχημα στην κατοχή του, ενώ αυτή (αναιρεσείουσα), τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, σαφώς επικαλέσθηκε την έλλειψη υπαιτιότητάς της για την παράβαση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους.
Συνεπώς, ο σχετικός ως άνω δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στην καταθέσασα αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1993/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή, στην καταθέσασα αναιρεσείουσα, των κατατεθέντων παραβόλων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ