Legislator Case Law & Legislation
1664/2014 AI generated

1664/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1664/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4363/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24.10.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης, ενώ δέχθηκε την από 5.11.2011 αντίθετη έφεση της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 4279/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε ως μη νόμιμη την από 17.9.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας αναφορικά με τις επίδικες αξιώσεις της για αναγνώριση υποχρέωσης της αντιδίκου της να της καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση για απώλεια κερδών και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που της προκάλεσε με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, τα ποσά αντίστοιχα των 1.925.748 και 300.000 ευρώ, απέρριψε ακολούθως η εφετειακή απόφαση στην ουσία τις αξιώσεις αυτές, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία ως προς τις λοιπές αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, που αφορούν οφειλόμενη σ' αυτή αμοιβή και κατάπτωση συμφωνημένων ποινικών ρητρών (κατ' αποκοπή αποζημιώσεων) από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και αποκλειστικής συνεργασίας, ενώ απορρίφθηκε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντίθετη από 23.2.2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης με αίτημα την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 12.134.600 ευρώ, αλλιώς των 6.374.400 ευρώ, ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε λόγω της υπερημερίας της αναιρεσείουσας ως προς την εκπλήρωση συμβατικής προς αυτή υποχρέωσής της.

Legislator headnote

AI generated

1664/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

Keywords

AI generated
programme agreement sponsorship contract cessation of operations exclusion from consortium harmonised product sectors and families inter-company agreement
AI generated
1665/2014
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
1126/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
50/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Γεώργιο Παπαγεωργίου Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες.
1596/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2162/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1664 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1664/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε Παραγωγής Κινηματογραφικών Ταινιών και Τηλεοπτικών Προγραμμάτων-Εργαστήρι Επεξεργασίας και Αναπαραγωγής Εικόνας και Ήχου", που εδρεύει στο ... εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ζωή Κωνσταντοπούλου και Ανδρέα Καλογερά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την αρχική επωνυμία "ANTENNA TV Α.Ε" και ήδη με την επωνυμία "ANTENNA GROUP Α.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γρηγόριο Τιμαγένη και Γεώργιο Στεφανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσσίουσας και την από 23 Φεβρουαρίου 2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4279/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4363/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 10 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4363/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24.10.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης, ενώ δέχθηκε την από 5.11.2011 αντίθετη έφεση της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 4279/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε ως μη νόμιμη την από 17.9.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας αναφορικά με τις επίδικες αξιώσεις της για αναγνώριση υποχρέωσης της αντιδίκου της να της καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση για απώλεια κερδών και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που της προκάλεσε με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, τα ποσά αντίστοιχα των 1.925.748 και 300.000 ευρώ, απέρριψε ακολούθως η εφετειακή απόφαση στην ουσία τις αξιώσεις αυτές, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή στην ουσία ως προς τις λοιπές αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, που αφορούν οφειλόμενη σ' αυτή αμοιβή και κατάπτωση συμφωνημένων ποινικών ρητρών (κατ' αποκοπή αποζημιώσεων) από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και αποκλειστικής συνεργασίας, ενώ απορρίφθηκε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντίθετη από 23.2.2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης με αίτημα την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 12.134.600 ευρώ, αλλιώς των 6.374.400 ευρώ, ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε λόγω της υπερημερίας της αναιρεσείουσας ως προς την εκπλήρωση συμβατικής προς αυτή υποχρέωσής της.

Ειδικότερα στο πλαίσιο της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας αφενός μεν υποχρεώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει νομιμοτόκως ως οφειλόμενη σ' αυτή αμοιβή και ως συμφωνημένες ποινικές ρήτρες από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και αποκλειστικής συνεργασίας τα ποσά των 747.000, 29.000 και 300.000 ευρώ, το πρώτο αυτών, που αφορά αμοιβή, υπό τον όρο της ταυτόχρονης παράδοσης από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη των με αριθμούς 17 έως και 25 επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", που παρήγαγε η αναιρεσείουσα για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσείουσα το επιπλέον ποσό των 150.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε αναφορικά με την τηλεοπτική περίοδο 2008-2009.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

2. Κατά το άρθρ. 1 του ν. 146/1914, απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία αξίωσης προς παράλειψη πράξης που γίνεται από το φορέα επιχείρησης κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη.

Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκειμένου της πράξης και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους.

Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν κατ' αρχήν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 1346/2000, 55/2003, 571/2011).

Ωστόσο η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.

Αντικείμενο δηλαδή προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ' επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς. Περαιτέρω το άρθρ. 2α του ν. 703/1977, που εισήχθη με το άρθρ. 1§2 του ν. 2296/1995, καταργήθηκε με το άρθρ. 1§1 του ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 3373/2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρ. 2 του ν. 3784/2009, ήδη δε ισχύει το όμοιο άρθρ. 18α, που προστέθηκε με το άρθρ. 29§1 του 3784/2009 στο ν. 146/1914, όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η καταχρηστική δε εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.

Προϋποθέσεις έτσι εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) η ύπαρξη σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, (β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης.

Ειδικότερα η ύπαρξη οικονομικής εξάρτησης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης ή διαθέτει κυρίως σ' αυτή τα δικά της προϊόντα, ενώ απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης υπάρχει όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες είτε μπορεί μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σ' αυτή προϊόντα ή υπηρεσίες, όμως με σημαντικά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει η θέση της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός το οποίο μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της.

Στο πλαίσιο αυτό κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει έτσι οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση.

Υπό την έννοια αυτή η παράβαση του άρθρ. 2α του ν. 703/1977, όπως άλλωστε και του άρθρ. 1 του ν. 146/1914, συνιστά παράνομη κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ συμπεριφορά, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού παρέχεται σε όποιον ζημιώθηκε αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρ. 919 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθ. 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.

Ανάγεται έτσι σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΟλΑΠ 10/1991). Ειδικότερα προϋποθέσεις της ευθύνης κατά το άρθρ. 919 ΑΚ είναι η ύπαρξη ανθρώπινης συμπεριφοράς, δηλαδή πράξης ή παράλειψης, αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, η οποία έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας και προκάλεσε πράγματι σε αιτιώδη μ' αυτή συνάφεια ζημία σε άλλον, δηλαδή πρέπει η συμπεριφορά του δράστη, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, να ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει και πράγματι επέφερε τη συγκεκριμένη ζημία κατά τρόπο αντίθετο προς τις επιταγές της κυρίαρχης κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής.

Αδιάφορο είναι αν ο δράστης είχε ή όχι συνείδηση του παράνομου ή ανήθικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του, είναι όμως αναγκαίο για την ύπαρξη ευθύνης του κατά το άρθρ. 919 ΑΚ να ενήργησε με πρόθεση βλάβης, που σημαίνει ότι πρέπει να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και να ήθελε την πρόκληση της ζημίας, έστω και αν αυτός δεν ήταν ο αποκλειστικός σκοπός του, δηλαδή αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος του, όπως συμβαίνει όταν γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά προχώρησε στην επιζήμια συμπεριφορά του (ΑΠ 55/2003, 1652/2006, 900/2011, 43/2013).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε." (ήδη αναιρεσείουσα), που εδρεύει στο ..., έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών προγραμμάτων για λογαριασμό τρίτων, βασικός δε μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής είναι ο γνωστός σκηνοθέτης Μ.

Μ. ... Από το έτος 1999 η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε." (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία διατηρούσε επιχείρηση τηλεοπτικού σταθμού πανελλαδικής εμβέλειας, διαθέτοντας συγχρόνως και συνεργαζόμενους τηλεοπτικούς σταθμούς στην Κύπρο (ΑΝΤΕΝΝΑ Κύπρου), στις ΗΠΑ (ΑΝΤΕΝΝΑ SATELLITE) και στην Αυστραλία (ANTENNA PACIFIK) ..., ανέθετε συνεχώς κάθε έτος στην ενάγουσα την παραγωγή τηλεοπτικών σειρών ...

Την 19.1.2005 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας, με βάση την οποία η εναγομένη δέσμευσε την ενάγουσα και η τελευταία αποδέχθηκε να διαθέτει αποκλειστικά όλα τα μέσα και τις υπηρεσίες της για την παραγωγή τηλεοπτικών προγραμμάτων πάσης φύσεως, προοριζόμενων να μεταδοθούν από τον τηλεοπτικό σταθμό της ενάγουσας, εντός των χρονικών ορίων της σύμβασης, η οποία ορίστηκε πενταετής, αρχόμενη την 1.4.2005 και λήγουσα την 31.3.2010.

Το συμφωνηθέν έργο ορίστηκε να είναι η θέση στην αποκλειστική διάθεση της εναγομένης των μέσων και υπηρεσιών που είχε στην κυριότητά της ή στην εκμετάλλευσή της η ενάγουσα, ήτοι τηλεοπτικά συνεργεία, καλλιτεχνικό επιτελείο κλπ, προκειμένου η τελευταία να προέβαινε στην εκτέλεση παραγωγής τηλεοπτικών σειρών με τους ακόλουθους όρους:

Η ενάγουσα θα υπέβαλε κατ' έτος στην εναγομένη ..., οκτώ κατ' ελάχιστο όριο προτάσεις για τηλεοπτικές παραγωγές ..., από τις οποίες ο τηλεοπτικός σταθμός θα επέλεγε προς υλοποίηση κατά κανόνα δυο, προοριζόμενες να μεταδοθούν στην τηλεοπτική περίοδο του επόμενου έτους ... Επίσης συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα πρόβαλε σε πρώτη προβολή το παραγόμενο πρόγραμμα, με ρυθμό συχνότητας ένα επεισόδιο ανά εβδομάδα ..., ενώ διατήρησε το δικαίωμα να αλλάξει κατά την απόλυτα ελεύθερη κρίση της την ημέρα ή και την ώρα μετάδοσης του προγράμματος ή ακόμα και να ματαιώσει την προβολή ενός ή περισσότερων επεισοδίων, σε περίπτωση δε αναβολής προβολής επεισοδίου ή επεισοδίων για περισσότερο από τρεις συνεχόμενες εβδομάδες, εφόσον αυτή δεν θα οφειλόταν σε ανώτερη βία, το αντάλλαγμα, που θα δικαιούταν η ενάγουσα για κάθε επεισόδιο, θα καταβαλλόταν σύμφωνα με το οριζόμενο στη σύμβαση χρονοδιάγραμμα, με τη διαφορά ότι το χρονικό σημείο υπολογισμού της καταβολής θα ήταν η ματαιωθείσα προβολή.

Οι παραγωγές μπορούσαν να ήταν σειρές συνεχείας, αυτοτελείς ιστορίες ή μίνι σειρές, ο δε αριθμός των επεισοδίων για τη μία σειρά, που συμφωνήθηκε ότι θα σκηνοθετούσε ο βασικός μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Μ. Μ., με τον οποίο η εναγομένη είχε συνάψει την από 19.1.2005 ιδιαίτερη σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας σκηνοθέτη, διάρκειας ομοίως πέντε ετών και στη συνεργασία και τη φήμη του οποίου απέβλεπε, ορίστηκε ότι θα ήταν 30 επεισόδια, ενώ για τη δεύτερη σειρά τουλάχιστον 20 επεισόδια.

Το κοστολόγιο κάθε τηλεοπτικής παραγωγής, καθώς και οι συγκεκριμένοι όροι παραγωγής και εκτέλεσης κάθε μιας από αυτές θα αποτελούσαν κάθε φορά αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, με βάση επιμέρους εκτελεστικές της βασικής συμβάσεις για κάθε τηλεοπτική παραγωγή ..., ενώ η αποκλειστικότητα που συμφωνήθηκε αναφερόταν μόνο στις τηλεοπτικές παραγωγές, καθόσον η ενάγουσα διατήρησε το δικαίωμα παραγωγής θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου ή ντοκιμαντέρ, για τα οποία όμως η εναγομένη θα είχε το δικαίωμα πρώτης επιλογής ...

Έτσι η εκ μέρους της ενάγουσας υποχρέωσης παράδοσης των τηλεοπτικών επεισοδίων που θα παρήγαγε, θα λάμβανε χώρα κατά τους ειδικότερους όρους των επιμέρους συμβάσεων (παραρτημάτων) που θα καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων ανά τηλεοπτική περίοδο, η δε από 19.1.2005 σύμβαση-πλαίσιο πρόβλεπε για το θέμα αυτό τα ακόλουθα: (1) Όρος 4.15 "H παράδοση των επεισοδίων θα θεωρείται προσήκουσα, εφόσον ο ΑΝΤΕΝΝΑ δεν ειδοποιήσει μετά τον έλεγχο καταλληλότητας, εντός πέντε εργάσιμων ημερών τον παραγωγό (ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε.) ότι το παραδοθέν επεισόδιο δεν πληροί τις συμφωνηθείσες προϋποθέσεις και τις συνομολογηθείσες ιδιότητες και προδιαγραφές ...". (2) Όρος 4.16 "Η ακριβόχρονος και προσήκουσα, σύμφωνα με τις τεχνικές και καλλιτεχνικές προδιαγραφές, παράδοση των επεισοδίων ρητώς συμφωνείται ότι αποτελεί ουσιώδη όρο της παρούσης συμβάσεως, εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας ...". (3) Όρος 4.17 "Σε περίπτωση υπερημερίας του παραγωγού περί την παράδοση των επεισοδίων για οποιονδήποτε λόγο θα δικαιούται μετά πάροδο 5 ημερών ο ΑΝΤΕΝΝΑ να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση ή και να ζητήσει την υπέρ αυτού κατάπτωση ως εύλογης, δίκαιης, συμπεφωνημένης και στο προσήκον μέτρο ποινικής ρήτρας το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί για κάθε ημέρα καθυστέρησης στο 20% του ποσού που δικαιούται ο παραγωγός για κάθε επεισόδιο ...

Η ημέρα παράδοσης κάθε επεισοδίου θα αποδεικνύεται μόνο με ενυπόγραφο πρωτόκολλο παραλαβής του αρμόδιου τμήματος ταινιών του ΑΝΤΕΝΝΑ ...". (4) Όρος 4.18 "Για όλα τα επεισόδια θα διενεργείται εντός 5 ημερών από την παράδοσή τους έλεγχος καταλληλότητας ... Μετά τον έλεγχο ο ΑΝΤΕΝΝΑ δύναται είτε να αποδέχεται τα επεισόδια είτε να τα επιστρέφει με ανάλογες οδηγίες διορθώσεώς τους".

Εξ άλλου, όσον αφορά το χρόνο καταβολής της αμοιβής της εργολάβου η ως άνω σύμβαση, στον όρο 4.22 αυτής, πρόβλεπε τα ακόλουθα: (α) Η αξία των τελευταίων δυο επεισοδίων θα καταβαλλόταν προκαταβολικά με την υπογραφή του προσαρτήματος (επιμέρους σύμβασης), (β) Η αξία ενός επεισοδίου θα καταβαλλόταν το μήνα Οκτώβριο, (γ) Η αξία ενός επεισοδίου θα καταβαλλόταν το μήνα Νοέμβριο, (δ) Η αξία ενός επεισοδίου θα καταβαλλόταν το μήνα Δεκέμβριο και (ε) Η αξία των υπόλοιπων επεισοδίων θα καταβαλλόταν σε 4 μήνες από την προβολή τους.

Επίσης στην ίδια πιο πάνω από 19.1.2005 σύμβαση η εναγομένη εγγυήθηκε στην ενάγουσα την ανάθεση και πραγματοποίηση παραγωγής ενός ελάχιστου αριθμού 30 επεισοδίων, εφόσον τη σειρά θα σκηνοθετούσε ο Μ. Μ. και 20 επεισοδίων, εφόσον τη σειρά θα σκηνοθετούσε τρίτος σκηνοθέτης. Σε περίπτωση δε μη αναθέσεως ουδεμίας παραγωγής η εναγομένη είχε υποχρέωση καταβολής ποσού 150.000 ευρώ ετησίως για κάθε σειρά και σε περίπτωση διακοπής ή κατ' άλλο τρόπο περιορισμού των επεισοδίων σε αριθμό μικρότερο των 50 επεισοδίων είχε υποχρέωση καταβολής ποσού 5.800 ευρώ ανά επεισόδιο επί της διαφοράς των επεισοδίων, λόγω αποζημιώσεως του παραγωγού για την αποκλειστική του δέσμευση, ποσό που θα καταβαλλόταν σε πέντε ισόποσες δόσεις στη διάρκεια της τηλεοπτικής περιόδου (Οκτώβριος-Ιούνιος) του έτους που δεν υλοποιήθηκαν οι παραγωγές και σε περίπτωση μειωμένων επεισοδίων (αριθμός κατώτερος των 30 ή 20 αναλόγως τη σειρά) θα καταβαλλόταν σε 5 μήνες από το τέλος (Ιούνιος) της αντίστοιχης τηλεοπτικής σειράς.

Τέλος, σχετικά με τη λύση της πιο πάνω σύμβασης, ρητά προβλέφτηκε ότι αυτή θα λύνεται αυτοδικαίως για αμφότερα τα μέρη και χωρίς καμία διατύπωση με τη λήξη της συμβατικής περιόδου, ενώ πριν από την πάροδο του συμβατικού χρόνου η σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί και από τα δυο μέρη μόνο ένεκα σημαντικού λόγου, κατά τα οριζόμενα στον ΑΚ, ενώ και κάθε παράβαση οποιουδήποτε όρου αυτής παρείχε επίσης το δικαίωμα καταγγελίας της στα συμβαλλόμενα μέρη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά από την αρμονική συνεργασία των διαδίκων κατά τις τηλεοπτικές περιόδους 2005-2006 και 2006-2007 καταρτίστηκε μεταξύ αυτών, σε εκτέλεση της από 19.1.2005 βασικής σύμβασης, η από 10.8.2007 επιμέρους σύμβαση έργου (προσάρτημα στη βασική σύμβαση), δυνάμει της οποίας προσδιορίστηκε για την τηλεοπτική περίοδο 2007-2008 η μια εκ των δυο προβλεπόμενων στη βασική σύμβαση τηλεοπτική παραγωγή προς εκτέλεση.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, να εκτελέσει η ενάγουσα για λογαριασμό της εναγομένης την παραγωγή της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", διάρκειας 30 επεισοδίων, με δικαίωμα παράτασης εκ μέρους της εργοδότριας για όσα επιπλέον επεισόδια θα απαιτούνταν για τη μετάδοση της σειράς μέχρι την 30 Ιουνίου 2008, με διάρκεια κάθε επεισοδίου 45 λεπτών ...

Η εργολαβική αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε στο ποσό των 78.000 ευρώ ανά επεισόδιο για τα πρώτα 13 επεισόδια (από 1-13), σε 88.000 ευρώ για τα επόμενα 13 επεισόδια (από 14-26) και σε 83.000 ευρώ για τα επόμενα 4 επεισόδια (27-30), ο δε μέσος όρος της εργολαβικής αμοιβής συμφωνήθηκε στο ποσό των 83.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ... Σχετικά δε με την πληρωμή αυτής συμφωνήθηκε να καταβάλλεται όπως προβλεπόταν στην από 19.1.2005 σύμβαση ...

Τέλος η παράδοση των επεισοδίων για προβολή θα γινόταν, κατά τα συμφωνηθέντα, ως ακολούθως: Το πρώτο επεισόδιο θα παραδινόταν την 15.9.2007 και στη συνέχεια ο ρυθμός παράδοσης θα ήταν τέτοιος, ώστε κατά την προβολή κάθε επεισοδίου να υπήρχαν πάντοτε ως απόθεμα δυο επεισόδια, ενώ κατά τα λοιπά, σχετικά με την παραγωγή, θα ίσχυαν όλοι οι όροι και οι συμφωνίες της από 19.1.2005 σύμβασης-πλαισίου.

Την 8.2.2008 και ενώ η ενάγουσα είχε παραδώσει στην εναγομένη τα 14 από τα 30 επεισόδια της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", τα οποία και είχαν προβληθεί, η τελευταία δια του υπεύθυνου του Τμήματος Μυθοπλασίας αυτής Σ. Σ. ανακοίνωσε προφορικά στην ενάγουσα την απόφασή της να ολοκληρωθεί η σειρά σε 28 αντί των 30 επεισοδίων. Η ενάγουσα, ενεργώντας καλόπιστα, δρομολόγησε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες, ώστε να ολοκληρωθεί η σειρά σε 28 επεισόδια ...

Την 13.2.2008 και ενώ η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει την παραγωγή 25 επεισοδίων, η εναγομένη δια του διευθυντή του σταθμού Ι. Λ. της ανακοίνωσε προφορικά τη νέα απόφασή της να διακοπεί η προβολή της σειράς, ενώ την 22.2.2008, με επιστολή του προαναφερθέντος Σ. Σ. επιβεβαίωσε και εγγράφως στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας την πιο πάνω απόφασή της, ανακοινώνοντας τη διακοπή της προβολής της σειράς στο 16ο επεισόδιο και τη διακοπή των γυρισμάτων ήδη από 13.2.2008.

Η ως άνω από 13.2.2008 δήλωση της εναγομένης αποτελεί καταγγελία, κατ' άρθρ. 700 ΑΚ, της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων από 10.8.2007 επιμέρους σύμβασης έργου και είχε ως αποτέλεσμα τη λύση αυτής για το μέλλον και την απαλλαγή των μερών από την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους, που δεν είχαν εκπληρώσει μέχρι την καταγγελία, πλην της υποχρεώσεως της μεν εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνημένη αμοιβή της, της δε τελευταίας να παραδώσει στην πρώτη το εκτελεσθέν από αυτή τμήμα του έργου, ήτοι τα εννέα παραχθέντα μετά το 16ο επεισόδια (17-25) της τηλεοπτικής σειρά "Ο ΦΑΡΟΣ".

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν στην από 19.1.2005 σύμβαση-πλαίσιο των διαδίκων και στον όρο 3 αυτής προβλέπεται, μεταξύ άλλων, όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα της εναγομένης να ματαιώσει την προβολή ενός ή περισσότερων επεισοδίων της σειράς, πλην όμως η δήλωση της τελευταίας περί διακοπής προβολής ολόκληρης της σειράς αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καταγγελία της επιμέρους σύμβασης έργου, σύμφωνα με το άρθρ. 700 ΑΚ και όχι για σπουδαίο λόγο, όπως διατείνεται η εναγομένη, αφού μάλιστα καταγγελία για σπουδαίο λόγο προβλέπεται μόνο στον όρο 5 της από 19.1.2005 σύμβασης-πλαισίου σχετικά με τη λύση αυτής πριν από την πάροδο του συμβατικού χρόνου της.

Άλλωστε η ως άνω καταγγελία έγινε σε κάθε περίπτωση χωρίς την επίκληση από την εναγομένη οποιουδήποτε λόγου, αλλά ούτε και αφορούσε το πρόσωπο της ενάγουσας, αφού τα αίτιά της ανάγονταν στην οικονομοτεχνική πολιτική της εναγομένης, στη χαμηλή τηλεθέαση της εκπομπής και στο αντίστοιχο χαμηλό διαφημιστικό έσοδο, όπως η ίδια η εναγομένη ισχυρίζεται, ήτοι υπαγορεύτηκε κατ' αυτήν από λόγους που εμπίπτουν στη δική της επιχειρηματική σφαίρα εξουσίας και εξυπηρετούσαν το δικό της επιχειρηματικό συμφέρον.

Μετά την καταγγελία της από 10.8.2007 σύμβασης έργου από την εναγομένη, η ενάγουσα προέβη, δια του νομίμου αντιπροσώπου της, στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της, ώστε να της καταβληθούν τα οφειλόμενα και να ολοκληρωθεί κατά κάποιο τρόπο η προβολή της τηλεοπτικής σειράς, ενώ η εναγομένη επιδίωξε την επαναδιαπραγμάτευση των οικονομικών όρων της σύμβασης με πλέον συμφέροντες γι' αυτήν όρους, προτείνοντας συνολική ρύθμιση της διαφοράς των διαδίκων και τον περιορισμό του τοπικού εύρους της άδειας για τα εναπομείναντα επεισόδια, προκειμένου αυτά να προβάλλονταν μόνο στο εξωτερικό και σε συνεργαζόμενους με αυτήν εκεί σταθμούς, με ταυτόχρονη μείωση της οφειλόμενης αμοιβής.

Οι προσπάθειες όμως αυτές των διαδίκων δεν τελεσφόρησαν. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι η εναγομένη δεν είχε αναθέσει στην ενάγουσα ούτε την παραγωγή της προβλεφθείσας με την από 19.1.2005 σύμβαση τηλεοπτικής σειράς των 20 επεισοδίων κατά την αυτή τηλεοπτική περίοδο 2007-2008 και δεν είχε καταβάλει σ' αυτήν τη συμφωνημένη αμοιβή της για τα παραχθέντα εννέα επεισόδια της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", ποσού 747.000 (83.000 € Χ 9) ευρώ (με ταυτόχρονη παράδοση από την ενάγουσα στην εναγομένη των παραχθέντων ως άνω 9 επεισοδίων), ενώ ακόμη της όφειλε και την αποζημίωση για τα μη παραχθέντα 5 επεισόδια της ίδιας σειράς, αυτή, δηλαδή η ενάγουσα, με την από 22.12.2008 εξώδικη όχλησή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 30.12.2008, ζήτησε απ' αυτήν την καταβολή όλων των παραπάνω ποσών.

Εν τέλει και καθώς η συνεργασία των διαδίκων είχε ατονήσει, αφού η εναγομένη δεν είχε αναθέσει στην ενάγουσα την παραγωγή καμίας σειράς κατά την τηλεοπτική περίοδο 2008-2009, όπως είχε συμφωνηθεί, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Μ. Μ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμβληθεί και ο ίδιος με ιδιαίτερη σύμβαση με την εναγομένη, απέστειλε ατομικά προς αυτήν την από 2.2.2009 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωσή του, η οποία της επιδόθηκε στις 3.2.2009 και με την οποία της δήλωσε τα ακόλουθα: "Σας δηλώνω, με τη ρητή επιφύλαξη παντός εν γένει δικαιώματός μου: (1) Ότι η επί ένα ολόκληρο έτος άρνησή σας να εκτελέσετε την μεταξύ μας σύμβαση και να εξοφλήσετε τις προς εμένα υποχρεώσεις σας, μου δημιουργεί την ακλόνητη πεποίθηση, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι έχετε εν τοις πράγμασιν και σιωπηρώς καταγγείλει τη μεταξύ μας σύμβαση και θεωρώ, επομένως, ότι από τούδε αποδεσμεύομαι από κάθε συμβατική υποχρέωση που απορρέει από τη μεταξύ μας από 19.1.2005 σύμβαση. (2) Ότι σε κάθε περίπτωση και επικουρικώς, νομιμοποιούμαι να ασκήσω το δικαίωμα υπαναχώρησής μου από τη μεταξύ μας σύμβαση για το τελευταίο συμβατικό έτος (2009-2010), λόγω της υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς σας, όπως αυτή περιγράφεται στην από 22.12.2008 εξώδικό μου ...".

Η εναγομένη, σε απάντηση της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης του Μ. Μ., απέστειλε σ' αυτόν ατομικά το από 4.3.2009 έγγραφό της, που επιδόθηκε σ' αυτόν αυθημερόν, με το οποίο, αφού αρνήθηκε ότι η μέχρι τότε συμπεριφορά της ήταν αντισυμβατική και ότι συνιστούσε σιωπηρή καταγγελία της από 19.1.2005 καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης ...

και ότι επομένως δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν την εκ μέρους του υπαναχώρηση από τη σύμβασή τους, του δήλωσε ότι λόγω της κακόπιστης συμπεριφοράς του και του ανεπανόρθωτου κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων καταγγέλλει για σπουδαίο λόγο πλέον η ίδια την από 19.1.2005 σύμβασή τους αποκλειστικής συνεργασίας σκηνοθέτη.

Επίσης η εναγομένη απέστειλε και προς την ενάγουσα το με την ίδια ημερομηνία (4.3.2009) έγγραφο, το οποίο έφερε τον τίτλο "εξώδικη απάντηση-καταγγελία", που επιδόθηκε αυθημερόν σ' αυτή και με το οποίο, αφού γινόταν επίκληση της λήξης της αλληλένδετης από 19.1.2005 σύμβασης με τον Μ. Μ. (λόγω της γενόμενης εκ μέρους της καταγγελίας), στη συνέχεια κατήγγειλε και την καταρτισθείσα με την ενάγουσα από 19.1.2005 σύμβαση, λόγω σπουδαίου λόγου, επικαλούμενη ότι η ως άνω σύμβασή τους καταρτίστηκε με δεδομένη την αποκλειστική παροχή των υπηρεσιών του Μ.

Μ. και ότι η αποκλειστικότητα των υπηρεσιών της ενάγουσας, χωρίς την ταυτόχρονη παροχή των υπηρεσιών αυτού, δεν είχε κανένα απολύτως νόημα ... Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου, για την καταγγελία της από 19.1.2005 σύμβασης ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος, με συνέπεια αυτή να μην επιφέρει ...

τη λύση της σύμβασης για το μέλλον. Ειδικότερα, ναι μεν η εναγομένη κατά την κατάρτιση της ως άνω ένδικης από 19.1.2005 σύμβασής της με την ενάγουσα είχε αποβλέψει στην παροχή των υπηρεσιών του Μ. Μ. ..., όμως με δική της πρωτοβουλία κατήγγειλε την ιδιαίτερη σύμβαση που είχε μ' αυτόν συνάψει ..., επικαλούμενη, μάλιστα, αβάσιμα, κακόπιστη συμπεριφορά του, ενώ τέτοια δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε.

Αντίθετα οι λόγοι κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και του ως άνω σκηνοθέτη ανάγονταν στην άρνησή της να καταβάλει τα οφειλόμενα σ' αυτόν και στην ενάγουσα εταιρεία ..., καθώς και να συνεχίσει τη συνεργασία τους μ' αυτούς ..., ήτοι σε αίτια αναγόμενα αποκλειστικά στη σφαίρα εξουσίας της, με αποτέλεσμα η καταγγελία της μεταξύ αυτής και του ως άνω σκηνοθέτη σύμβασης να μην μπορεί με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να θεμελιώσει στη συνέχεια σπουδαίο λόγο καταγγελίας της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβασης και μάλιστα σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα συνεργασίας της ενάγουσας με άλλες τηλεοπτικές επιχειρήσεις, αφού είχαν ήδη κλείσει οι σχετικές συνεργασίες, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν μια αυτοτελής σύμβαση, η δε ενάγουσα ήταν σε κάθε περίπτωση μια αξιόπιστη και κερδοφόρα εταιρεία, ικανή να ανταποκριθεί στο έργο παραγωγής που είχε αναλάβει.

Εξ άλλου, σύμφωνα με την από 10.8.2007 μεταξύ των διαδίκων επιμέρους σύμβαση έργου, η ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. είχε την υποχρέωση να παραδώσει στην ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε. το πρώτο επεισόδιο της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ" στις 15.9.2007 και στη συνέχεια ο ρυθμός των παραδόσεων θα ήταν τέτοιος, ώστε κατά την προβολή κάθε επεισοδίου να υπήρχαν πάντοτε ως απόθεμα δυο επεισόδια.

Ο σχετικός όμως όρος της από 10.8.2007 σύμβασης ... είναι προφανές ότι αφορούσε τον τρόπο και τον χρόνο παραδόσεως των επεισοδίων προς προβολή, ενόσω η σύμβαση αυτή ήταν σε ισχύ και όχι σε περίπτωση λύσης αυτής με καταγγελία, όπως εν προκειμένω, οπότε τα μέρη είχαν αμοιβαία υποχρέωση σε ταυτόχρονη εκπλήρωση των παροχών τους κατά το άρθρ. 374 ΑΚ, ήτοι η μεν εναγομένη (εργοδότρια) να καταβάλει στην ενάγουσα (εργολάβο) ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή της, η δε τελευταία να παραδώσει στην εργοδότρια το εκτελεσθέν τμήμα του έργου, δηλαδή τα παραχθέντα από αυτή εννέα επεισόδια της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", αφού δεν υπήρχε πλέον υποχρέωση προεκπλήρωσης από την εργολάβο της παροχής που τη βάρυνε.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, μετά την καταγγελία της από 10.8.2007 επιμέρους σύμβασης έργου από την εναγομένη ακολούθησαν πολλές προσπάθειες για μια συνολική συμβιβαστική διευθέτηση των μεταξύ των διαδίκων διαφορών ... Κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές είχε γίνει πρόταση από την εναγομένη, μεταξύ άλλων, να περιοριστεί η αμοιβή της ενάγουσας στο ποσό των 50.000 ευρώ ανά επεισόδιο για τα εννέα επεισόδια της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ" που είχαν παραχθεί, αλλά δεν είχαν προβληθεί, έτσι ώστε τα επεισόδια αυτά να προβάλλονταν πλέον στο εξωτερικό.

Μάλιστα καταρτίστηκε και σχέδιο πρόσθετης πράξης που αφορούσε την από 10.8.2007 σύμβαση, πλην αυτή ουδέποτε υπεγράφη, εξαιτίας κυρίως της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης ... Κατά το στάδιο αυτό των διαπραγματεύσεων ουδόλως προέκυψε ότι ετέθη θέμα παραδόσεως των ως άνω εννέα επεισοδίων ούτε υπήρξε έγγραφη προς τούτο όχληση της εναγομένης, αφού εκκρεμούσε το θέμα της ρυθμίσεως της οφειλής για την παραγωγή αυτών ...

Για πρώτη φορά με την από 4.3.2009 εξώδικη απάντηση-καταγγελία η εναγομένη ..., επικαλούμενη αβάσιμα ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση προεκπλήρωσης της έναντι αυτής παροχής της, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να της παραδώσει τα ως άνω εννέα επεισόδια ... και ότι ουδεμία επομένως ληξιπρόθεσμη σε βάρος της υποχρέωση καταβολής αμοιβής στην ενάγουσα αναγνώριζε ...

Μετά από αυτά η ενάγουσα, με την από 12.3.2009 εξώδικη απάντηση-δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 16.3.2009, αφού αρνήθηκε ότι υπήρχε μεταξύ τους τροποποιητική της αρχικής έγγραφη συμφωνία, κάλεσε την εναγομένη να παραλάβει τα αποστελλόμενα με το υπ' αριθ. 539/9.3.2009 δελτίο αποστολής εννέα ως άνω επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", δηλώνοντας σ' αυτή ότι ουδέποτε ετέθη θέμα παράδοσης ή μη αυτών, αφού υπήρχε και εξακολουθούσε να υπάρχει ρητή άρνησή της να καταβάλει την αντίστοιχη γι' αυτά αμοιβή.

Στη συνέχεια η εναγομένη, με την από 20.3.2009 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 23.3.2009, αφού της ανακοίνωσε ότι η παράδοση των εννέα επεισοδίων θα εθεωρείτο προσήκουσα, εν όψει της σημαντικής καθυστέρησης προς παράδοσή τους, μόνον υπό τον όρο ότι η τελευταία θα αποδεχόταν τις προτάσεις της για συνολική ρύθμιση των διαφορών τους, γεγονός όμως που δεν συνέβη, γι' αυτό στη συνέχεια της δήλωσε ότι δεν θεωρεί προσήκουσα την εκ μέρους της προσφορά των εννέα επεισοδίων, τα οποία και δεν παρέλαβε, αποκρούοντας την προσφορά τους.

Ακολούθως, την 22.2.2010, επέδωσε στην ενάγουσα την από 16.2.2010 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, αφού ισχυρίστηκε ότι η τελευταία τελούσε σε υπερημερία ως προς την παράδοση των ως άνω εννέα επεισοδίων, της δήλωσε ότι αποκρούει οριστικώς την παροχή τους και ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση κατά το ανεκτέλεστο αυτό μέρος της.

Με βάση όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγομένη ΑΝΤΕΝΝΑ TV Α.Ε. το πρώτον με την από 4.3.3009 εξώδικη απάντηση-καταγγελία ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. αρνήθηκε να της παραδώσει τα προαναφερθέντα εννέα επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ" και αβάσιμα ισχυρίστηκε ότι είχε επέλθει συμφωνία μεταξύ τους για καταβολή ποσού 50.000 ευρώ για κάθε ένα από τα ως άνω επεισόδια ...

Έτσι, αφού στη συνέχεια η ενάγουσα προσέφερε πράγματι προσηκόντως στην εναγομένη, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα ως άνω εννέα επεισόδια, τα οποία η τελευταία αρνήθηκε να τα παραλάβει, υποστηρίζοντας αβάσιμα ότι υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην παράδοσή τους και ότι δεν θεωρούσε προσήκουσα την προσφορά τους, αφού η ενάγουσα δεν αποδεχόταν τη συνολική ρύθμιση των μεταξύ τους διαφορών, περιήλθε (η εναγομένη) σε υπερημερία, ενώ αναφορικά με τη μεταγενέστερη υπαναχώρηση της εναγομένης από το ανεκτέλεστο μέρος της από 10.8.2007 σύμβασής τους, με την οποία, όπως αυτή ισχυρίζεται, επήλθε απόσβεση της υποχρέωσής της να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνημένη αμοιβή για τα ως άνω εννέα επεισόδια, πέραν του ότι η ενάγουσα δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την παράδοση των επεισοδίων αυτών, αυτή (υπαναχώρηση) δεν στηρίζεται στο νόμο, αφού η γενόμενη προηγουμένως καταγγελία της αυτής συμβάσεως από την εναγομένη δεν της παρείχε πλέον τέτοιο δικαίωμα".

Συνακόλουθα δέχθηκε το Εφετείο ότι "η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 747.000 ευρώ ως συμφωνημένη αμοιβή της τελευταίας για την παραγωγή των προαναφερθέντων εννέα επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", το ως άνω όμως ποσό η εναγομένη πρέπει να το καταβάλει στην ενάγουσα υπό τον όρο της ταυτόχρονης παράδοσης σ' αυτή εκ μέρους της ενάγουσας των παραχθέντων επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", σύμφωνα με την ένσταση του άρθρ. 374 ΑΚ, που πρόβαλε νόμιμα η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από την προβολή μάλιστα της οποίας συνάγεται σιωπηρά ότι αυτή αποδέχεται πλέον την προσφορά τους".

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα και το ποσό των 29.000 ευρώ, το οποίο αφορά την αμοιβή της για τα μη παραχθέντα υπόλοιπα πέντε επεισόδια της ίδιας τηλεοπτικής σειράς (5.800 € Χ 5), καθώς και το ποσό των 150.000 ευρώ ως κατ' αποκοπή αποζημίωση για τη μη ανάθεση στην ενάγουσα παραγωγής για την τηλεοπτική περίοδο 2008-2009 και επίσης το ποσό των 300.000 ευρώ για την ίδια αιτία, όσον αφορά την τηλεοπτική περίοδο 2009-2010.

Εξ άλλου, εφόσον η ενάγουσα ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. δεν περιήλθε σε υπερημερία περί την παράδοση των επεισοδίων της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", δεν μπορεί να καταπέσει σε βάρος της ενάγουσας και υπέρ της εναγομένης η προβλεπόμενη στον όρο 4.17 της από 19.1.2005 σύμβασης των διαδίκων ποινική ρήτρα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, όπως και το Πρωτοδικείο, ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά τις παραπάνω αξιώσεις της και αβάσιμη στην ουσία την αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης, όμως ως προς τις λοιπές επίδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, ως προς τις οποίες έγινε δεκτή η έφεσή της και κρίθηκαν νόμιμες οι αξιώσεις αυτές, οι οποίες είχαν με την πρωτόδικη απόφαση απορριφθεί ως μη νόμιμες, η ένδικη αγωγή της απορρίφθηκε με την εφετειακή απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τις ίδιες αξιώσεις, που αφορούν αποζημίωσή της για απώλεια κερδών και χρηματική ικανοποίησή της λόγω ηθικής βλάβης της από την αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά της αντιδίκου της.

Σχετικά το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η συμπεριφορά της ANTENNA TV Α.Ε. έναντι της ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αλλά ούτε ότι αυτή προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης που τη συνέδεε με την ενάγουσα ή ότι επιχείρησε πράξεις ανταγωνισμού, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση αποζημιώσεώς της.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου προς βλάβη της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης, αλλά ούτε και σκοπός εκείνης να την εξουδετερώσει από την τηλεοπτική αγορά και να την υποβαθμίσει επαγγελματικά εκ μόνου του γεγονότος ότι διέκοψε αιφνίδια την προβολή της σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ" (γεγονός όχι σπάνιο στην τηλεοπτική αγορά) και δεν της κατέβαλε τα συμφωνηθέντα, ενώ στη συνέχεια δεν ανέθεσε στην ενάγουσα την παραγωγή άλλης σειράς, αν και πρόβαλε πολλές σειρές άλλων ομοειδών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και της θυγατρικής της με την επωνυμία "ENA PRODUCTIONS Α.Ε.", η οποία, ας σημειωθεί, λειτουργούσε από το έτος 1999 και τέλος ότι από την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης αυτή (ενάγουσα) δυσφημίστηκε και επλήγη η εμπορική και η καλλιτεχνική πίστη της, ώστε να δικαιούται και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της.

Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης αποτελεί απλή αθέτηση των υποχρεώσεών της από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασής τους, κατ' άρθρ. 700 ΑΚ, αποτελούσε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της εναγομένης, ενώ μετά την ανώμαλη εξέλιξη της ένδικης σύμβασης η ενάγουσα διέθετε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις, δηλαδή τις αξιώσεις ποινικών ρητρών, οι οποίες κάλυπταν ακριβώς την αποκλειστική δέσμευσή της από την αντίδικό της και την αδυναμία της να διαπραγματευθεί με άλλες εταιρείες ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 1 του ν. 146/1914, 2α του ν. 703/1977 και 919 του ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας "ENA PRODUCTION Α.Ε.", καθώς και τα σχετικά με αυτόν έγγραφα που η ίδια προσκόμισε με επίκληση, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, δηλαδή ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης να συνεχισθεί μετά το 16ο επεισόδιο η προβολή της τηλεοπτικής σειράς "Ο ΦΑΡΟΣ", παραγωγής της αναιρεσείουσας, αποτέλεσε ανώμαλη απλώς εξέλιξη της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης και όχι αδικοπρακτική προς αυτή συμπεριφορά, ώστε να υποχρεούται για την αιτία αυτή σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της αντιδίκου της.

Ειδικότερα, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε με σκοπό να ανταγωνισθεί αθέμιτα την αναιρεσείουσα και να προκαλέσει ζημία σ' αυτή, στη βάση, μάλιστα, οργανωμένου σχεδίου, η όλη δε συμπεριφορά της, που είχε ως αποτέλεσμα την αδρανοποίηση της αντιδίκου της στο πλαίσιο όμως μόνο της συμβατικής τους σχέσης, δεν έπληξε την εμπορική και την καλλιτεχνική πίστη της τελευταίας στην τηλεοπτική αγορά, δηλαδή δεν της προκάλεσε τελικώς κατ' αυτή την έννοια ζημία και ούτε συνιστά καταχρηστική από μέρους της εκμετάλλευση της τότε οικονομικής απ' αυτή εξάρτησης της αναιρεσείουσας, αν ληφθεί υπόψη ότι προβλέφθηκαν για την περίπτωση αυτή οικονομικά αντίμετρα με τη μορφή κατ' αποκοπή αποζημίωσης της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη, ενώ το Μάρτιο του 2009 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε, έστω και άκυρα, τη μεταξύ τους βασική σύμβαση, οπότε θα μπορούσε η αναιρεσείουσα, η οποία δεν είχε επιλέξει μέχρι τότε να καταγγείλει η ίδια τη σύμβαση αυτή, επικαλούμενη την αντισυμβατική συμπεριφορά της αντιδίκου της, να θεωρήσει εαυτή και τυπικά πλέον αποδεσμευμένη από την αναιρεσίβλητη, εφόσον δεν θεωρούσε επαρκή τα οικονομικά αντίμετρα.

Τα αντίθετα, συνεπώς, που υποστηρίζονται με τους τρεις συνολικά λόγους της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αντίστοιχα από τους αριθμούς 19, 8β, 11γ και 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ' αριθ. 29800, 29801 και 29802/2013 παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., σειράς Α και 2831348, 3695832 και 3695833/2013 παραβόλων του Δημοσίου, σειράς Α, συνολικής αξίας 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ' αριθ. 698/2013 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.

Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.9.2013 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΗΛΕΚΙΝΗΣΗ Α.Ε. - Παραγωγής Κινηματογραφικών Ταινιών και Τηλεοπτικών Προγραμμάτων - Εργαστήρι Επεξεργασίας και Αναπαραγωγής Εικόνας και Ήχου" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4363/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ' αριθ. 29800, 29801 και 29802/2013 παραβόλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., σειράς Α και 2831348, 3695832 και 3695833/2013 παραβόλων του Δημοσίου, σειράς Α, συνολικής αξίας 300 ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ